“Κοντζές και Διωματάρης”,  μια άλλη ματιά

Είχαμε την ευκαιρία το Σαββατοκύριακο 5,6/11/2016 να παρακολουθήσουμε την επανάληψη των παραστάσεων της κρητικής κωμωδίας «Κοντζές και Διωματάρης» από τη θεατρική ομάδα των Κρητών της Ρόδου.

Το θεατρικό αυτό έργο είχε παρουσιαστεί στη Ρόδο τον περασμένο Ιούνιο. Την πρεμιέρα το Δημοτικό Θέατρο ήταν κατάμεστο από κατενθουσιασμένο κοινό, γι αυτό και τώρα πολλοί εραστές του ποιοτικού θεάτρου, είχαμε ακόμα μια ευκαιρία να χαρούμε, να εκτιμήσουμε και να κρίνομε, ακόμα περισσότερες ‘λεπτομέρειες’ τις λεπτές αποχρώσεις του ελληνικότατου χιούμορ, να  κατανοήσομε τις ‘κρυμμένες’ του ‘έννοιες’ και να κρίνουμε τη βαθύτερη σημασία της παράστασης, που φέρνει στο νου Αριστοφάνη, με τις λεπτές και καμουφλαρισμένες φιλοσοφικής έννοιες, δοσμένες με λεπτό πνεύμα και διακριτικότητα.

Οι «θεατρόφιλοι» γνωρίζουν και αναγνωρίζουν ότι η κωμωδία είναι ένα από τα δυσκολότερα είδη του θεάτρου. Ιδιαίτερα τις μέρες μας που ο άνθρωπος έχει χάσει τη διάθεσή του να χαίρεται και να γελά. Η επιτυχία του έργου λοιπόν, έγκειται στο γεγονός ότι και τις δυο βραδιές, το θεατρόφιλο κοινό που γέμισε το θέατρο, γέλασε αυθόρμητα και με όλη του την καρδιά. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές ήταν οι εκδηλώσεις ενθουσιασμού, αγάπης, αλλά και οι ευχαριστίες που στο τέλος και των δύο εξαιρετικά επιτυχημένων παραστάσεων, εκφράσαν οι θεατές, προς όλους στους συντελεστές του θεατρικού έργου.

Ξεκινώντας από το κείμενο του έργου θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Γιάννης Νιωτάκης, είναι ένας χαρισματικός και πολύπειρος θεατρικός συγγραφέας, που ασχολείται κατά κύριο λόγο με την κρητική ηθογραφία, και μας έχει δώσει εξαιρετικά ‘δείγματα γραφής’.

Το  έργο αυτό είναι το έκτο ή έβδομο που έχει στις αποσκευές του. Για να δημιουργήσει το καινούργιο του θεατρικό κείμενο χρησιμοποίησε, αριστοτεχνικά, το λεκτικό ιδίωμα  της Κρήτης. Η συνειδητή συγκάλυψη των «άσεμνων» λέξεων, δημιουργούσε εντονότερες ευχάριστες εκπλήξεις και ευχάριστα συναισθήματα, ενώ η κρητική ντοπιολαλιά χρωμάτιζε μαγευτικά τη ροή του λόγου.

Εξαιρετική ήταν επίσης, η χρησιμοποίηση του δεκαπεντασύλλαβου υπό μορφή μαντινάδων, που παρέπεμπαν σε κείμενα των μεγάλων δημιουργών της κρητικής γραμματείας. Πολλές καταστάσεις παρωδούνται απολαυστικά, ενώ σε αρκετά σημεία υπήρχαν στοιχεία του ‘θεάτρου του παραλόγου’. Ένας πρωτότυπος συνδυασμός που όλοι χάρηκαν, και μάλιστα σε διαφορετικά επίπεδα.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της παρουσίασης από το Γιάννη Φλώρο παρουσιάζει αξιοσημείωτες αναγνώσεις. Θύμιζαν πραγματικά τον «Διογένη» με το φανάρι του, που έψαχνε να βρει ‘άνθρωπο’. Προφανώς το έργο του Γιάννη Νιωτάκη, μας κάνει να ερευνήσει ο καθένας μας ‘εντός’ του, με την ελπίδα να βρεί τον πραγματικό εαυτό του.

Ο Γιάννης Φλώρος, ο σκηνοθέτης της ομάδας εδώ και είκοσι επτά χρόνια, έχει τη δική του καταξιωμένη καλλιτεχνική πορεία στο χώρο. Και σε αυτό το έργο, χρησιμοποίησε επιτυχημένες τεχνικές που είχαν ως αποτέλεσμα να δώσουν λεπτό πνεύμα και ζωντάνια στο κείμενο και στην απόδοση των ρόλων. Η αμεσότητα του λόγου, η δυναμική έκφρασης των ηρώων, η αξιοποίηση των θεατρικών ευρημάτων είναι τα στοιχεία που πολύ επιτυχημένα χρησιμοποίησε.

Μαζί μ’ αυτά και η πολύ «σφιχτή» σκηνοθεσία, χαρακτηριστικό της σκηνοθετικής του οπτικής, σε κάθε έργο που έχει μέχρι σήμερα παρουσιάσει. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Φλώρου, δεν δίνει στον θεατή απλώς την ατμόσφαιρα της εποχής που διαδραματίζεται το έργο, αλλά αγγίζει το συναίσθημα περνώντας τα σημεία που ο συγγραφέας θέλει να υπογραμμίσει.

Ο Σταμάτης Κούρος είναι ο δημιουργός του ατμοσφαιρικού σκηνικού, ενώ η Εύη Κοτανίδου έχει φιλοτεχνήσει την αφίσα και το σκίτσο του προγράμματος του έργου. Η επιλογή και επιμέλεια της μουσικής ήταν του π. Εμμ. Σκλιβάκη.

Η ενσάρκωση των ρόλων του έργου ήταν μια ουσιαστική και εξαιρετικά ευχάριστη αποκάλυψη. Αξίζει να τους προσεγγίσουμε για να περιγράψουμε το πλαίσιο που κινήθηκαν, πώς έδρασαν και τι έδωσαν στο θεατή.

Από την αρχή φάνηκε ότι οι δύο «ηλικιωμένοι»  Σοφοκλής και Εφικλείδης (Γιώργης Ψαρολογάκης και Γιάννη Νιωτάκης), αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του έργου. Η ενσάρκωση των χαρακτήρων, που δεν λένε να το βάλουν κάτω, παρά την ηλικία τους, ήταν εξαιρετικά απολαυστική.

Μοναδικός ο Σοφοκλής στο ρόλο του μεθυσμένου, αλλά και η σχέση του με τον Εφικλείδη που συνεχώς, παρά τα σκαμπανεβάσματα, είχε μια διαρκή ανανεωτική πορεία που «έβγαζε» πολύ γέλιο.
Τα νιάτα και τον έρωτα εκπροσωπούσαν και ενσάρκωναν στο έργο οι φίλες, Ελπίδα και Ευτέρπη (Φρόσω Κουβίδη και  Μαρία Παπαδάκη). Μαζί τους οι νέοι Γαβρίλης (Μανώλης Τσιρακάκης) και ο αντίζηλος του Αρτέμης (Αντ. Ευαγ. Ξεπαπαδάκης).

Η Ελπίδα, εξαιρετικά εκφραστική και «αεράτη», με την Ευτέρπη να την ανταγωνίζεται, «βιτσάτη και δαχτυλιδομεσάτη», στο διεκδικητικό παιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Ήταν όμορφες παρουσίες με εμπιστοσύνη και εκφραστικότητα, που έδινε άνεση στις κινήσεις τους στο σανίδι αλλά και αμεσότητα στην επαφή τους με το κοινό. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στο κλείσιμο του έργου όταν, πολύ πειστικά, υποδύθηκαν τις γριές που κι αυτές διεκδικούν το μερδικό τους στη ζωή και στον έρωτα.

Ο Γαβρίλης, μια χαρακτηριστική θεατρική μορφή του έργου έκλεψε σε πολλά σημεία την παράσταση διεκδικώντας την Ελπίδα από τον Αρτέμη, που τον ανταγωνίστηκε ισάξια τόσο στα σημεία της καντάδας όσο και στη διεκδίκηση της καρδιάς της νέας.

Ένας ανταγωνισμός στον οποίο ο Αρτέμης κέρδισε με το δικό του τρόπο. Μέλος της παρέας ο Χαρίδημος (Μανώλης Καλογεράκης), που με την ξεχωριστή μοναδική του φιγούρα ήταν ο συμπαραστάτης τους στο θεατρικό παιχνίδι. Την παρέα συμπλήρωνε ο καφετζής του χωριού Λεωνίδης (Νικηφόρος Στρατήγης), μια εξαιρετικά γραφική παρουσία που κέρδιζε, παρωδώντας την αυθεντική τσικουδιά, με το χαρακτηριστικό «Τζώνυ» που την κατάλληλη, κάθε φορά, στιγμή παρουσίαζε.

Καταλυτική παρουσία, στη μικρή κοινωνία του χωριού, όπου λάμβανε χώρα η δράση του θεατρικού έργου, είχε ο οδηγός της μπουλντόζας Ελπιδοφόρος (Στέλιος Μοσχονάς). Και σημειολογικά, αφού άνοιξε το δρόμο για να φέρει στο χωριό την πρόοδο αλλά και ουσιαστικά αφού, με τις γνώσεις που είχε από την εμπειρία της ζωής, έδινε λύση στα θέματα που απασχολούσαν τη μικρή κοινωνία.

Τελευταίο αφήσαμε το ζευγάρι των γονέων, το Σγουροβασίλη (Νίκος Κουρουπάκης) με την Πιπίνα (Ευγενία Στεφανάκη), επειδή ακριβώς ήταν οι χαρακτηριστικές φιγούρες μιας κρητικής ηθογραφίας, που κινούνταν στον πυρήνα της υπόθεσης του έργου. Η αυθεντικότητα της Πιπίνας όσο και η ιδιαίτερη κίνηση και έκφραση του Σγουροβασίλη, κέρδισαν αμέσως το θεατή.

Κλείνοντας πρέπει να προσθέσουμε ότι το έργο «Κοντζές και Διωματάρης» του Γιάννη Νιωτάκη, ξεχώρισε για τις έξυπνες και γεμάτες ζωντάνια και εκφραστικότητα ατάκες, την πλοκή και ευρηματικότητά του που ενεργοποιούσαν το συναίσθημα και χάριζαν αβίαστα και αφειδώλευτα το γέλιο στο θεατή.  

Αν θα θέλαμε με δυο λόγια να αποτιμήσουμε τη συμβολή της θεατρικής ομάδας της Αδελφότητας Κρητών στην κοινωνία της Ρόδου, απερίφραστα θα λέγαμε ότι είναι η συνεχής, αξιόπιστη και γνήσια προσφορά  στον πολιτισμό και τον Άνθρωπο. Κάτι που έχει ιδιαίτερη αξία και μεγάλη ανάγκη η κοινωνία τις μέρες μας.
Μ.Κ.