Η Μιχαλού και ο Κουτρούλης:  Φράσεις λαϊκής σοφίας  και η ερμηνεία τους

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος

ΜΕΡΟΣ 2ο

Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος: ο Κουτρούλης ήταν ιστορικό πρόσωπο(ιππότης του 14ου αιώνα) που καταγόταν από τη Μεθώνη.Εκεί ερωτεύτηκε μία παντρεμένη γυναίκα ,την Ανθούσα, η οποία ανταποκρίθηκε στον έρωτά του, εγκατέλειψε το σύζυγό της  και έμεινε μαζί του. Επειδή όμως την εποχή εκείνη τα ήθη ήταν αυστηρά, η Εκκλησία την αφόρισε και ο Κουτρούλης, επί 17 ολόκληρα χρόνια, παρά τις προσπάθειές του να πάρει από την εκκλησία την άδεια να την παντρευτεί, δεν τα κατάφερε. 

Το 1394, ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ’ αναγνώρισε το διαζύγιο που του παρουσίασε η αφορισθείσα γυναίκα, επικύρωσε το γάμο της ως διαλυμένο και έδωσε την συγκατάθεση του για να τελεστεί ο γάμος της με τον Κουτρούλη. Στο πρωτόγνωρο πολυήμερο γλέντι που ακολούθησε ήταν όλοι καλεσμένοι. Οπότε, στο εξής, κάθε μεγάλος εορτασμός και κάθε υπερβολική τελετή έμεινε να περιγράφεται σαν «ο γάμος του Κουτρούλη».

Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς: στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι στο Ναύπλιο η ταβέρνα της Μιχαλούς. Παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια, από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, είχε μια περιορισμένη πελατεία, που τους έκανε πίστωση για ένα χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του οποίου έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αλίμονο σε κείνον που δε θα ήταν συνεπής, η Μιχαλού, κυριολεκτικά τον εξευτέλιζε. Ανάμεσα σε αυτούς τους οφειλέτες ήταν και ένας ευσυνείδητος, που του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να την εξοφλήσει, γιατί δεν είχε εκείνο τον καιρό δουλειά. Μέρα και νύχτα γύριζε ο άνθρωπος τους δρόμους παραμιλώντας. Όταν κάνεις ρωτούσε να μάθει τι είχε ο άνθρωπος αυτός, απαντούσαν : « αυτός χρωστάει της Μιχαλούς ».

Έβρεξε με το τουλούμι: στα ορεινά μέρη, όπου δεν ήταν εύκολο να έχουν στάμνες για την αποθήκευση του νερού, είχαν  τα «τουλούμια». Το τουλούμι, από την τούρκικη λέξη tulum που σημαίνει ασκί από κατσικίσιο δέρμα, ήταν πολύ μεγάλης περιεκτικότητας -φουσκωμένο με χωνί- ασκί φτιαγμένο από την αναποδογυρισμένη προβιά κατσικιών που έγδερναν οι κτηνοτρόφοι μετά το σφάξιμο τους. Λέγοντας βρέχει με το τουλούμι εννοούμε την μεγάλη ποσότητα νερού που πέφτει από τον ουρανό, όπως θα ήταν αν κάποιος έριχνε νερό πάνω από το κεφάλι του με ένα ασκί (τουλούμι).

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του: στα αρχαία χρόνια τα θαλάσσια ταξίδια ήταν πολύ κουραστικά αφού δεν υπήρχαν μηχανές και τα πλοία ταξίδευαν με τα πανιά ή με τα κουπιά. Οι κωπηλάτες ήταν συνήθως κατάδικοι. Υπήρχαν επίσης πλοία-φυλακές που ονομάζονταν «κάτεργα». Έτσι, το πλήρωμα αυτών των πλοίων λεγόταν «κατεργάρηδες». Όταν, λοιπόν, ο αέρας έπεφτε και χρειάζονταν να κωπηλατήσουν τους καλούσαν στην εργασία τους φωνάζοντας «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του».

Έγινε περδίκι:  οι νεοσσοί της πέρδικας είναι ίσως οι μόνοι, που από την πρώτη μέρα εκκόλαψης τους καθίστανται ικανοί να βρουν μόνοι τους την τροφή τους, να ζουν αυτόνομα. Έτσι όταν για κάποιον  λέμε ότι έγινε περδίκι σημαίνει ότι ανάρρωσε πλήρως από μια ασθένεια και μπορεί μόνος του να σταθεί στα πόδια του χωρίς κάποια βοήθεια.

Στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό: η παροιμιώδης αυτή φράση προήλθε από ένα παλιότερο έθιμο. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι φίλοι του γαμπρού, το πρωί ανήμερα του γάμου, τον πήγαιναν συνοδεία στον κουρέα του χωριού, για να τον ξυρίσει. Το έθιμο επέβαλε να ξυρίσει ο κουρέας πρώτα έναν-έναν τους φίλους του γαμπρού και τελευταίο αυτόν, ο οποίος πλήρωνε και τα έξοδα όλων.

Δίνω γη και ύδωρ: σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Πέρσες ζητούσαν «γῆν καί ὕδωρ» απ' τις πόλεις και τους λαούς που τους παραδίδονταν. Η απαίτηση  συμβόλιζε ότι αυτοί που παραδίδονταν στους Πέρσες παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα πάνω στη γη τους και στα αγαθά της. Αναγνώριζαν την περσική εξουσία πάνω σε όλα, ακόμα και οι ζωές τους άνηκαν στον Βασιλιά των Περσών. Έτσι και σήμερα η φράση υποδηλώνει την πλήρη υποταγή στις απαιτήσεις κάποιου.

Σαρδάμ: η λέξη προέρχεται από  αναγραμματισμό του επωνύμου του ηθοποιού και σκηνοθέτη Αχιλλέα Μαδρά (1875-1972), ο οποίος σατιρίζοντας τη συνήθειά του να μπερδεύει τα λόγια του καθώς μιλούσε, διάβασε ανάποδα  τα γράμματα του επωνύμου του και δημιούργησε τη λέξη σαρδάμ (Μαδράς-Σαρδάμ)

Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι: μόνο ένας πόλεμος θα μας άφηνε μια τέτοια φράση. Πράγματι κατά την εποχή Κριμαϊκού Πολέμου( Οκτώβριος 1853 - Φεβρουάριος 1856) η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τους συμμάχους (Αγγλία-Γαλλία) και δεν είχε ούτε αυτό το ψωμί. Όταν, λοιπόν, έβλεπαν ότι κρατάει ο αποκλεισμός, έλεγαν οι κάτοικοι: «Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι». Και από τότε η φράση αυτή έμεινε παροιμιακή.

Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα: όταν ο Μωάμεθ Β΄ κυρίευσε την Κωνσταντινούπολη, συγκέντρωσε τους κατοίκους της πόλης σε διαφορετικά μέρη. Έτσι αλλού έστειλε τους άνδρες, αλλού τις γυναίκες και αλλού τα παιδιά. Τα παιδιά κλαίγοντας αναζητούσαν τις μανάδες τους. Κάποιος ,ο οποίος έζησε από κοντά αυτή τη χαώδη κατάσταση, έγραψε ένα ποίημα που αργότερα έγινε και τραγούδι. Ένας από τους στίχους του τραγουδιού λέει «κλαμμός, θραμμός που γένηκε εκείνην την ημέρα, ‘χασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα». Αυτός ο στίχος έμεινε ως τις μέρες μας και δηλώνει την πλήρη σύγχυση που επικρατεί σε κάποιο γεγονός.

Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου:  όταν στην Μικρά Ασία ο τσαρικός στόλος του Ορλώφ κατέστρεψε τον σουλτανικό στόλο, οι Έλληνες χαρούμενοι κατέβηκαν στην παραλία να δουν τα καράβια του Σουλτάνου, όσα είχαν σωθεί, να αποχωρούν από τα εδάφη τους. Μεταξύ του όχλου ήταν και ένας  Έλληνας, που θέλοντας να καταραστεί τους Τούρκους και αυτοί να το λάβουν ως ευχή, τους φώναξε «Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα πανιά σας, ούτε πουλί πετούμενο να μην βρεθεί μπροστά σας». Αυτοί χάρηκαν πολύ με την «ευχή». Μόνο που αυτός εννοούσε να μη συναντήσουν πουλιά καθώς τα πουλιά πετούν κοντά στις στεριές, ποτέ στις ανοιχτές θάλασσες.

Χτύπα ξύλο: οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως στα δέντρα κατοικούσαν νύμφες. Πολλές φορές λοιπόν έλεγαν «άπτεσθαι ξύλου», και χτυπούσαν το ξύλο του κορμού των δέντρων για να ζητήσουν την βοήθειά τους και την προστασία τους γιατί πίστευαν ότι οι νύμφες πραγματοποιούσαν τις ευχές των ανθρώπων.

Έγινε γλέντι τρικούβερτο: δηλαδή, έγινε γλέντι εξαίσιο, υπέροχο. Αυτή η φράση προέρχεται από τα μεγάλα καράβια. Αυτά είχαν  τρεις κουβέρτες (3 καταστρώματα). Έτσι στη φράση μας για να δηλώσουμε ότι το γλέντι μας ήταν μεγάλο, το παρομοιάσαμε με  το μεγάλο καράβι  που είχε τρεις κουβέρτες. Άρα θα ήταν πολύ μεγάλο.

Τύπος και υπογραμμός: στα βυζαντινά σχολειά, ο δάσκαλος, που μάθαινε γραφή στους μαθητές , έπαιρνε την πλάκα του μαθητή κι έγραφε με όλη του την καλλιγραφική τέχνη στην αρχή τα γράμματα κι αργότερα τις λέξεις και τις φράσεις. Αυτό ήταν το υπόδειγμα, ο τύπος. Στη συνέχεια τραβούσε μια γραμμή κάτω από τον τύπο, σαν υπογράμμιση, για να συνεχίσει κατόπιν ο μαθητής. Έτσι το όλο δημιούργημα του δασκάλου ονομαζόταν τύπος και υπογραμμός. Επειδή λοιπόν το δημιούργημα του δασκάλου θεωρούνταν τέλειο  η φράση  κατέληξε να δηλώνει τον άνθρωπο που ζει και φέρεται άψογα.