Οι λογοκριμένες γελοιογραφίες  του Βαγγέλη Παυλίδη

Του Βαγγέλη Πασιά
από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

 

Ο Ροδίτης πολιτικός σκιτσογράφος Βαγγέλης Παυλίδης κάνει μία αναδρομή στην αρχή της καριέρας του σε μία περίοδο λογοκρισίας που είχε επιβάλει η Χούντα των Συνταγματαρχών.

«Ποιος είπε πως το σκίτσο πρέπει σώνει και καλά να είναι αστείο; Το χιούμορ είναι, βέβαια, από τα βασικά στοιχεία της σάτιρας. Μα το χιούμορ μπορεί να είναι «πικρό», ακόμα και «μαύρο». Και έχει και κάτι σκίτσα, χωρίς καθόλου χιούμορ, που βάζουν το μαχαίρι κατ' ευθείαν στο κόκκαλο και φέρνουν δάκρυα στα μάτια –με μια τέτοια εκφραστική δύναμη αντίστοιχη άλλων εικαστικών τεχνών», αναφέρει ο Βαγγέλης Παυλίδης.

Ο πολιτικός σκιτσογράφος γεννήθηκε και ζει στην Ρόδο. Ξεκίνησε το 1971, την εποχή που ο Παναθηναϊκός βρέθηκε στον δρόμο για το Γουέμπλεϊ. Ήταν η αφορμή που του έδωσε το θάρρος να δείξει παραέξω τα σκίτσα του. Από τη Ρόδο, έστειλε δυο σκίτσα -τον Πούσκας και τον Αντωνιάδη- στην «Ομάδα» του Γιάννη Βανδώρου, λέγοντας πως μπορούν να τα κάνουν ό,τι θέλουν. Την άλλη μέρα ήταν πρωτοσέλιδα με τη σημείωση «του νέου μας συνεργάτη...», χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει ο ίδιος. Ήταν η αρχή. Περίπου έναν μήνα και αρκετά αθλητικά σκίτσα αργότερα τον κάλεσαν από το «Βήμα», όπου ο Χρήστος Λαμπράκης τον ρώτησε αν ήθελε να συνεργαστούν. Η απάντηση του Βαγγέλη ήταν καταφατική, μέχρι που του είπαν πως θα έπρεπε να μετακομίσει στην Αθήνα. Τότε, είπε το μεγάλο του «όχι». Από τότε, με όποιο έντυπο κι αν συνεργάστηκε, το έκανε από τη Ρόδο.

Παρ' όλα αυτά, ο Βαγγέλης Παυλίδης από το 1971 έως το 2010 υπήρξε πολιτικός σκιτσογράφος στο «Βήμα», το «Βήμα της Κυριακής», την «Ελευθεροτυπία» και τον «Ταχυδρόμο», ενώ έχει εκθέσει τη δουλειά του τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Το 1976, σε έρευνα του Μουσείου του Χιούμορ και της Σάτιρας του Gabrovo, αναδείχτηκε ανάμεσα στους «100 καλύτερους σύγχρονους γελοιογράφους», ενώ το 1994 αναγράφηκε στην τιμητική λίστα της ΙΒΒΥ (Διεθνής Επιτροπή Βιβλίων για τη Νεότητα), για την εικονογράφηση. Επιπλέον, το 2002 τιμήθηκε από το CICOP (Διεθνές Κέντρο για τη Διάσωση της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς) για το βιβλίο «Ρόδος, 1306-1522: Μια ιστορία», ενώ το 2010, με την ευκαιρία των εορτασμών για τα 100 χρόνια της δημοκρατίας στην Πορτογαλία, τιμήθηκε απο τη Διεθνή Έκθεση Γελοιογραφίας της Amadora, ως γελοιογράφος «εκπρόσωπος της αρχαιότερης Δημοκρατίας στον κόσμο». Μαζί με τον Βαγγέλη κάναμε μία αναδρομή στα πρώτα βήματα της πορείας του, μέσα σε μία περίοδο λογοκρισίας που είχε επιβάλει η Χούντα των Συνταγματαρχών.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας και λίγο πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου υπήρχε λογοκρισία στις γελοιογραφίες. Μπορείτε να μας πείτε μια ιστορία ή ένα περιστατικό για να καταλάβουμε το μέγεθος της λογοκρισίας;

Η λογοκρισία ήταν πανταχού παρούσα. Ως άμεση τα πρώτα χρόνια, όπου πριν πάει το φύλλο στο πιεστήριο, ο λογοκριτής διέγραφε με τον κόκκινο μαρκαδόρο αυτό που δεν του άρεσε. Αργότερα, η λογοκρισία έγινε έμμεση με τη μορφή ενός δρακόντιου νόμου περί Τύπου, που επέτρεπε στην εφημερίδα να φτάσει στο περίπτερο, για να την αποσύρουν αργότερα αν κάτι δεν τους άρεσε και να επιβάλλουν τις ανάλογες κυρώσεις σε έντυπο και συντάκτη. Θεωρώ χειρότερη τη δεύτερη αυτή μορφή, που επέβαλλε την αυτολογοκρισία σε ένα πολιτικό και νομικό πλαίσιο όχι απλά καταπιεστικό, αλλά και σκόπιμα ασαφές, αφού ποτέ δεν μπορούσε κανείς να ξέρει τι θα ενοχλούσε και τι όχι. Είναι χαρακτηριστικό πως -θέλεις απο βλακεία, θέλεις απο έλλειψη χιούμορ- σκίτσα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «αθώα» δεν περνούσαν από τη λογοκρισία, ενώ άλλες φορές συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Παράδειγμα το σκίτσο μου «ΑΕΙ» της 9/2/1973, όπου προφανώς τους διέφυγε πως η αλυσίδα τους είχε σπάσει. Άλλο παράδειγμα το σκίτσο της 10/12/1972, με την ευκαιρία της επετείου της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου τους διέφυγε η άμεση αναφορά και σχέση με την ελληνική πραγματικότητα.

Ποιο ήταν το κλίμα εκείνης της εποχής τόσο στα ΜΜΕ όσο και στην κοινωνία;

Ήταν ένα κλίμα, αν όχι φόβου, τουλάχιστον όμως επιφύλαξης και καχυποψίας. Έπρεπε πάντα να είναι κανείς προσεκτικός στις δημόσιες συζητήσεις του, καθώς φανεροί ή κρυφοί σπιούνοι και καλοθελητές υπήρχαν παντού κι ύστερα, κατά το ανέκδοτο που κυκλοφορούσε τότε, έπρεπε να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας. Πληροφορίες για τις εξελίξεις στη χώρα μας και στον υπόλοιπο κόσμο έρχονταν ακούγοντας κρυφά στα «βραχέα» τις ελληνικές εκπομπές του BBC, της Deutsche Welle και του Ράδιο Μόσχα ή διαβάζοντας (όσοι και όσο μπορούσαμε) τον ξένο τύπο. Στη συνέχεια [οι πληροφορίες] μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Ακόμα και τ’ απαγορευμένα τραγούδια -του Μίκη, ας πούμε- διαδίδονταν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Τι αποτελούσε πηγή έμπνευσής σας για τις γελοιογραφίες σας;

Μα, αποκλειστικά σχεδόν η πολιτική κατάσταση. Κοντά στα άλλα, υπήρχε και η τακτική της «σπόντας» ή του «τα λέω της νύφης να τ’ ακούει η πεθερά». Αυτό σήμαινε κριτική των υποστηρικτών της χούντας, των Αμερικανών κυρίως, του Νίξον και του Άγκνιου, του πολέμου του Βιετνάμ, τις εξελίξεις στην Κύπρο και άλλες περιπτώσεις, όταν βόλευε.

Ποια ήταν τα σχόλια που ακούγατε για τις γελοιογραφίες σας;

Τα σχόλια τότε προέρχονταν από τον στενό κύκλο φίλων και γνωστών. Απ’ ό,τι ξέρω, μια φορά μόνο σχολιάστηκε δημόσια και «επίσημα» σκίτσο μου. Ήταν παραμονές του δημοψηφίσματος του 1973. Το σκίτσο δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στο «Βήμα», στις 26/7/1973. Δείχνει τον «Λαό» (με φουστανέλα, όπως τότε συνηθιζόταν να παρουσιάζεται) με ένα μεγάλο «ΟΧΙ» στο χέρι να πηγαίνει αντίθετα σε μια βροχή από «ΝΑΙ» - την κυβερνητική προπαγάνδα. Το σκίτσο παρουσιάστηκε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του θεωρητικού της χούντας Γεώργιου Γεωργαλά, σε μια προσπάθεια αντιστροφής του νοήματός του. Το σχόλιο ήταν περίπου πως ιδού, ακόμα και ο σκιτσογράφος του «Βήματος» προβλέπει μια βροχή από ΝΑΙ και μόνο ένας γεροντάκος πάει να ψηφίσει ΟΧΙ.

Τι μηνύματα περνούσαν τότε οι γελοιογραφίες και τι μηνύματα περνούν σήμερα; Έχουν την ίδια ισχύ, την ίδια επίδραση;

Τα μηνύματα βέβαια ποικίλλουν ανάλογα με τη συγκυρία και την οπτική γωνία του σκιτσογράφου. Η γελοιογραφία δεν χάνει ποτέ τη δύναμη επικοινωνίας που έχει. Βέβαια, σε εξαιρετικές περιόδους, σε περιόδους κρίσης όπως η δικτατορία, η σημασία και η δύναμή της μεγαλώνει καθώς εστιάζεται στον ένα και μοναδικό στόχο. Εδώ αξίζει ίσως να αναφερθεί πως όπως όλοι, έτσι και οι σκιτσογράφοι έχουν ο καθένας τη δικιά του πολιτική τοποθέτηση, από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά. Όσο όμως και να ψάξει κανείς, δεν θα βρεί σκιτσογράφο -τουλάχιστον στην Ελλάδα για την οποία μιλάμε- που να υπηρέτησε ιδέες απολυταρχικές, ρατσιστικές, ξενοφοβικές.

Υπάρχει, πιστεύετε, λογοκρισία σήμερα;

Από τη στιγμή που τα περισσότερα έντυπα και άλλα ΜΜΕ έχουν κάποια «γραμμή», πολιτική ή άλλη και που η «αντικειμενικότητα» είναι πάντα θέμα οπτικής γωνίας, υπάρχει -θα μπορούσε κανείς να πει- μια μορφή «λογοκρισίας». Λίγα είναι τα ΜΜΕ που επιτρέπουν στους συντάκτες τους απόλυτη ελευθερία έκφρασης.

Αν μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, μια γελοιογραφία με τι ισούται;

Μιλάμε βέβαια για την καλή εικόνα και το καλό, το πετυχημένο σκίτσο. Πιστεύω πάντως πως δεν πρέπει να υπερβάλλουμε τη δύναμη ούτε της εικόνας ούτε και του σκίτσου. Ένα σκίτσο δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο ούτε και να ρίξει μια κυβέρνηση. Μπορεί όμως να περάσει μηνύματα σημαντικά σε μια γλώσσα διεθνή και ευκολονόητη, που είτε με το χιούμορ ή με το σοκ, μα και μέσω της φύσης της εικόνας, αποτυπώνονται βαθιά στη μνήμη και τη συνείδηση.

Τι θα συμβουλεύατε σε κάποιον που θα τον ενδιέφερε να ασχοληθεί με τη γελοιογραφία;

Δεν νομίζω οτι υπάρχει πρακτικός οδηγός ή «Οδηγίες Χρήσεως». Ή είσαι ή δεν είσαι. Προέχει η ανάγκη να σχολιάσεις, να παρέμβεις, να πεις κάτι δημόσια. Φυσικά, πρέπει να έχεις και κάτι να πεις, αλλά αυτό θα το κρίνει το κοινό στο οποίο απευθύνεσαι. Απαραίτητο είναι το να μπορείς να συμπυκνώσεις με τρόπο κατανοητό τις ιδέες σου σ’ ένα κομμάτι χαρτί λίγων τετραγωνικών εκατοστών, όσο σου διαθέτει η εφημερίδα. Το ταλέντο δεν αποκτάται, καλλιεργείται όμως και γι' αυτό υπάρχουν σχολές. Πολλοί όμως πετυχημένοι σκιτσογράφοι δεν φοίτησαν σε κάποια τέτοια σχολή και μπορεί να είναι γιατροί, αρχιτέκτονες ή ό,τι άλλο. Το στυλ είναι μάλλον δευτερεύον. Υπάρχουν σκίτσα καλοδουλεμένα, έργα τέχνης, και άλλα με απλές, παιδικές σχεδόν γραμμές. Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να είναι το ίδιο πετυχημένα ή όχι.