Λόγος εναντίον βανδαλισμού

Γράφει ο
Θάνος Ζέλκας

Η οργή είναι κακός σύμβουλος, πολύ χειρότερος ακόμα και από την πείνα. Θολώνει το μυαλό, μειώνει την κριτική ικανότητα και ξυπνάει τα κτηνώδη
ένστικτα του ανθρώπου. Μπορεί να τον οδηγήσει σε πράξεις που ποτέ δεν φανταζόταν ότι μπορεί να κάνει. Συνήθως πράξεις για τις οποίες μετανιώνει
αργότερα, όταν αποκατασταθεί η λογική στον ψυχισμό του.


Σε καιρούς δύσκολους, με τα προβλήματα επιβίωσης να εμφανίζονται όλο και σε περισσότερους συνανθρώπους μας, είναι κατανοητό να υπάρχει συσσωρευμένη οργή προς όλους τους πιθανούς υπαίτιους αυτής της κατάστασης. Οργή που ψάχνει διέξοδο εκτόνωσης, γνωρίζοντας πως δεν θα λύσει τα προβλήματα αλλά θα κατευνάσει κάπως την εσωτερική αναταραχή του καθενός.

Προφανώς όμως, σε κάθε περίπτωση το να θεωρεί κάποιος ότι καταστρέφοντας το σπίτι του, δίνει λύσεις στα προβλήματά του ή επιτελεί μια πράξη αντίδρασης, είναι τουλάχιστον κωμικοτραγικό. Με το ίδιο σκεπτικό και ο βανδαλισμός της δημόσιας περιουσίας και των καταστημάτων σε περιοχές όπως το Πολυτεχνείο, μόνο αντίδραση δεν είναι σε οποιαδήποτε εξουσία.

Αντίθετα μάλιστα κάποιες φορές της δίνει μια σιωπηρή νομιμοποίηση να καταπνίξει οποιαδήποτε αντίδραση, με την πρόφαση ότι θα κατέληγε σε βανδαλισμό.

Για μια ακόμα φορά γίναμε όλοι μάρτυρες εικόνων ντροπής στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Εικόνων που δεν τιμούν κανέναν μας, πόσο μάλλον εκείνους που θυσιάστηκαν για τα ιδεώδη που αντιπροσωπεύει. Φαίνεται πως όλη αυτή η οργή που κουβαλούν αυτά τα νέα παιδιά (ενίοτε δικαιολογημένη για όλα αυτά που υφίστανται) βρίσκει λάθος διέξοδο και σε καμία περίπτωση δεν κερδίζει τη συμπάθεια των ευρύτερων μαζών.

Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να διαμαρτυρηθεί κάποιος. Ιδιαίτερα σήμερα με την έκρηξη των κοινωνικών δικτύων είναι πιο εύκολο απ’ ότι παλαιότερα να απευθυνθεί σε μεγάλα κοινά, χωρίς να χρειάζεται να προκληθεί κάποιο σοκαριστικό γεγονός. Το μόνο που χρειάζεται είναι φαντασία και χιούμορ. Αυτά πονάνε περισσότερο τους κυβερνώντες από τις σπασμένες βιτρίνες, τους γραμμένους τοίχους και τα βανδαλισμένα μνημεία.

Θα περίμενα κάτι πιο ευφάνταστο από μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα στην τεχνολογία. Κάτι που πραγματικά να μου δώσει το ερέθισμα να αναπαράγω τη διαμάρτυρία τους. Να γίνω ένα μαζί τους, χωρίς να χρειαστεί να γίνω συνένοχος σε κάποιο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου. Να νιώσω την αγωνία τους, τους προβληματισμούς τους, τις σκέψεις τους για το αύριο. Πώς όμως θα το κάνω αυτό, αφού δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς θέλουν να πουν;

Κατανοώ την έλξη που προκαλεί το απαγορευμένο στις νεαρές ηλικίες, το χάσμα που αναπόφευκτα δημιουργείται με τις μεγαλύτερες και όλα εκείνα που θεωρούν ότι κανείς δεν κατανοεί. Κατανοώ επίσης την αποστροφή που νιώθουν για τον πολιτικό κόσμο, που θεωρούν ότι τους στέρησε τα όνειρα και τις προσδοκίες τους.

Εκείνο που δεν κατανοώ είναι γιατί επιλέγουν αυτόν τον τρόπο έκφρασης και δεν θα μπω ποτέ στη διαδικασία να το καταλάβω. Όχι γιατί είμαι συντηρητικός, αλλά διότι ο σεβασμός κερδίζεται. Δεν επιβάλλεται. Σεβασμός που επιβάλλεται ίσως να χωράει σε άλλα καθεστώτα, αλλά όχι στη Δημοκρατία. Σε μια πραγματική Δημοκρατία ένας υπεύθυνος πολίτης ξέρει που σταματούν τα δικαιώματά του και που αρχίζουν οι υποχρεώσεις του.

Ίσως η μεγαλύτερη πληγή που έχουμε προκαλέσει σ’ αυτό το υπέροχο πολίτευμα είναι ότι έχουμε σχεδόν καταργήσει το διάλογο σε όλα τα επίπεδα. Πρωτίστως αυτοί που μας κυβερνούν, καθώς δεν φαίνονται να λαμβάνουν σοβαρά τη λαϊκή βούληση, και σε δεύτερη φάση εμείς οι ίδιοι οι πολίτες που σε πάρα πολλές περιπτώσεις αδυνατούμε να ανταλλάξουμε επιχειρήματα και θέλουμε να επιβάλουμε πάση θυσία τις απόψεις μας.

Ο λόγος ήταν πάντα η κινητήριος δύναμη του πολιτεύματος. Ο λόγος που μετουσιώνεται σε ιδέα κι αυτή η ιδέα μπορεί να φωτίσει το δρόμο προς τις
ύψιστες αξίες, που πάνω σε τούτα εδώ τα χώματα γεννήθηκαν.