Απάντηση της Επιθεώρησης Εργασίας για το πρόστιμο  των 10.500 ευρώ

Από την Επιθεώρηση Εργασίας αναφορικά με ρεπορτάζ που αφορούσε την επιβολή προστίμου για αδήλωτη εργασία, πήραμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω απάντηση:

«Απαντώντας στο κακόβουλο δημοσίευμα της έγκριτης, κατά τα άλλα, εφημερίδας σας (13/11/2016), όσον αφορά την επιβολή προστίμου για αδήλωτη –ανασφάλιστη εργαζόμενη, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι είναι πράγματι εντυπωσιακός ο τίτλος του άρθρου σας : “Ενώ οργιάζει η μαύρη εργασία στο νησί μας’’. Πραγματικά περί αυτού πρόκειται. Σας γνωρίζουμε λοιπόν ότι :

Η επιβολή της διοικητικής κύρωσης του εν λόγω προστίμου ερείδεται σε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ13 του Ν. 4093/2012), σε συνδυασμό με την Υ.Α. 27397/122/19.8.2013, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 3996/2011, σύμφωνα με την οποία : «Ειδικός Επιθεωρητής Εργασίας, ή Επιθεωρητής Εργασίας που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει διοικητική κύρωση (πρόστιμο), σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσης, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων...».

Τα πρόστιμα αυτά λοιπόν, επιβάλλονται κατά δέσμια αρμοδιότητα του αρμοδίου οργάνου, το οποίο δεν διαθέτει περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις των  διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας αυτού, ή της συνδρομής των επικαλούμενων ειδικών συνθηκών, χωρίς προηγούμενη ακρόαση.
Η Υ.Α. με αριθμ. πρωτ. 27397/122/ 19.8.2013 ισχύει από 15-9-2013.
Οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές και θα έπρεπε να επιδεικνύουν τη δέουσα προσοχή.

Επίσης υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο πρέπει να  εξασφαλίζεται με σεβασμό και προσήλωση στην τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να καταστρατηγούνται οι διατάξεις της και χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των εργαζόμενων.
Το συγκεκριμένο πρόστιμο επιβλήθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα των αρμοδίων οργάνων, γιατί συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Το παραπάνω πρόστιμο αποτελεί έσοδο του Δημοσίου και σε περίπτωση που ο Εργοδότης δεν το καταβάλει με έκπτωση τριάντα τοις εκατό (30 %) μέσα σε προθεσμία δέκα εργάσιμων ημερών (10), τότε, καταβάλλεται μόνο μετά από βεβαίωση της Υπηρεσίας μας στην αρμόδια ΔOY της έδρας της επιχείρησης με κατάθεση του αντίστοιχου ποσού. Εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της πράξης (άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Ρόδου.

Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα.

Όσον αφορά τα κακόβουλα σχόλια επί του δημοσιεύματος έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
Σε περιπτώσεις οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος που διαπράττεται στο διαδίκτυο, ή μέσω αυτού και εφόσον προσδιορίζεται, επακριβώς η ημεροχρονολογία που διαπράχθηκε, αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 242 Κ.Π.Δ.. Πρακτικά, αυτό που εφαρμόζεται σήμερα είναι ότι, ισχύει το αυτόφωρο όσο χρονικό διάστημα είναι αναρτημένο το υβριστικό δημοσίευμα. Όταν πλέον κατέβει αρχίζει η  προθεσμία του 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η οποία λήγει τα μεσάνυχτα της επόμενης ημέρας.

Για την τέλεση του αδικήματος της δυσφήμισης, συκοφαντικής, ή μη, μέσω ιστολογίου: ‘ Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται, ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή, ή την υπόληψή του, τελεί το αδίκημα της δυσφήμισης και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί σωρευτικά με την ποινή της φυλάκισης (362 Π.Κ.).

Αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, ο υπαίτιος τελεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σωρευτικά με την ποινή της φυλάκισης δύναται να επιβληθεί τόσο χρηματική ποινή, όσο και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (363 Π.Κ.). Δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εξύβρισης, ή της δυσφήμισης όταν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας του Τύπου.

Από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς της τιμής του άλλου, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 967/2011, 179/2011, 1233/2010, 614/2009).

Ακόμη, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του εξαιτίας της τέλεσης αδικήματος κατά της τιμής έχει δικαίωμα να υποβάλλει έγκληση, καθώς και να απαιτήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον (57 Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που είχε προσβληθεί (59 Α.Κ.). Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε  επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Συνεπώς, δεν θα ανεχθούμε στο μέλλον παρόμοιες συμπεριφορές και διατηρούμε το δικαίωμά μας να προσφύγουμε στη Δικαιοσύνη για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, για διεκδίκηση χρηματικής ικανοποίησης, συνεπεία ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης κατά παντός υπευθύνου, του άρθρου 932 Α.Κ., με υπαιτιότητα των δραστών, το ύψος της οποίας θα καθοριστεί σε σχέση αναλογίας της ηθικής βλάβης με το είδος της προσβολής (αυτό ρητά αναφέρεται στο άρθρο 59 Α.Κ.), την έκταση της βλάβης (και γενικότερα το βαθμό προσβολής της προσωπικότητας), τις ιδιαίτερες προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, την κοινωνική κατάσταση των μερών, και κυρίως των παθόντων, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, κύρια δε, την οικονομική ευρωστία των δραστών, προς γνώση και συμμόρφωσή τους, ακολουθούμενοι τη νομολογία που παρατηρείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως τη Γερμανία, την Ελβετία και τη Σουηδία, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος και στην ελληνική νομολογία.

Διατηρούμε επίσης το δικαίωμά μας να ζητήσουμε τη συνδρομή της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για διερεύνηση των ανωτέρω.