Τα φέσια, οι κατουρημένες ποδιές, η Κολοπετινίτσα: Λαϊκές φράσεις και η ερμηνεία τους

ΜΕΡΟΣ 4ο

Φίλησα κατουρημένες ποδιές: η λέξη ποδιά προέρχεται από το βυζαντινό «ποδέα» που σήμαινε  το κάτω μέρος της ενδυμασίας, κάτι ανάλογο με τον σημερινό ποδόγυρο των γυναικείων φορεμάτων. Τα ενδύματα των ανδρών και των γυναικών εκείνη την εποχή ήταν μακριά κι  έφταναν ως τον αστράγαλο και συχνά φθείρονταν.

Η ποδέα λοιπόν ήταν εφεύρημα των ραφτών του Βυζαντίου για να αντικαθιστούν το φθειρόμενο κάτω μέρος των ρούχων. Καθώς  όμως  οι αποχετεύσεις στο Βυζάντιο ήταν ανύπαρκτες και πολλοί ουρούσαν όπου έβρισκαν ,ήταν αναμενόμενο οι ποδέες που σέρνονταν στο έδαφος να είναι λερωμένες με ούρα. Εκείνος λοιπόν που ήθελε να παρακαλέσει τον άρχοντα του ή κάποιο σημαντικό πρόσωπο για κάτι, έσκυβε και του φιλούσε με ταπείνωση όχι μόνο τα χέρια αλλά και τα πόδια.

Πέφτοντας δε και παρακαλώντας τον επί του εδάφους, του φιλούσε τον ποδόγυρο του δείχνοντας την πλήρη αφοσίωση του με αυτόν τον εξευτελιστικό τρόπο. Αργότερα οι άρχοντες απαγόρεψαν το φίλημα της ποδέας κι  άπλωναν το πόδι τους σ΄ αυτούς που ήταν γονατισμένοι μπροστά τους. Έτσι και σήμερα  η φράση ερμηνεύεται ως  «παρακαλώ με τρόπο εξευτελιστικό, προκειμένου να εξυπηρετηθώ, είμαι δουλοπρεπής,  μετέρχομαι αθέμιτων μέσων, προκειμένου να πετύχω έναν στόχο».

Η  Κολοπετινίτσα: οι Έλληνες συνήθως αναφέρουν το τοπωνύμιο «Κολοπετινίτσα» κάθε φορά που θέλουν να μιλήσουν είτε για ένα μακρινό μέρος είτε για κάποιο μη υπαρκτό. Ωστόσο, η Κολοπετινίτσα υπάρχει. Πρόκειται για το χωριό Τριταία της Φωκίδας, που βρίσκεται ανάμεσα στην Ιτέα και το Γαλαξίδι. Το 2011 η Τριταία είχε 141 κατοίκους. Το όνομα Κολοπετινίτσα είναι πιθανότατα παραφθορά της Καλοπετεινίτσας, καθώς η παράδοση λέει ότι το χωριό στο παρελθόν διέθετε καλά πετεινάρια για κοκορομαχίες.

Πανάθεμα σε: Οι αρχαίοι κατά κανόνα πρόσφεραν αναθήματα-αφιερώματα στα ιερά τους προς τιμήν των θεών ή των τοπικών ηρώων. Αυτά μπορεί να ήταν αγάλματα, κοσμήματα, αγγεία, καρποί. Άλλος τύπος για το ανάθημα ήταν το ανάθεμα. Το ανάθεμα ήταν επίσης ένα αντικείμενο – αφιέρωμα. Στα ελληνιστικά χρόνια απέκτησε τη σημασία του αντικειμένου, του προσώπου ή και ολόκληρης πόλης που προοριζόταν για την καταστροφή, τη θυσία για την ικανοποίηση του θείου θελήματος. Το ανάθεμα δεν έπρεπε να έχει άλλη χρήση, γιατί θα βεβηλώνονταν. Ο μόνος λόγος ύπαρξής του ήταν να καταστραφεί ολοκληρωτικά για χάρη του Θεού. Αυτή η ιδιαίτερη σημασία της λέξης προσδιόρισε και τη σημερινή έννοια της λέξης ανάθεμα ως κατάρας.

Με φέσωσε: η λέξη φέσι πήρε το όνομα της από την πόλη Φες  ή Φεζ (αραβ. Fās, γαλλ. Fès) του  Μαρόκου. Μέχρι το 19ο αιώνα, η πόλη αυτή ήταν η μοναδική πηγή για τα παραδοσιακά καπέλα  με το ιδιαίτερο κόκκινο χρώμα .Η φράση «με φέσωσε» ή «μου έβαλε φέσι»  δηλαδή μου χρωστάει ,δεν με πληρώνει ,δεν προέρχεται από το φέσι  αλλά από την τουρκική λέξη fesad  που σημαίνει βλάβη, αλλοίωση ή καταστροφή περιουσίας ενός ατόμου από κάποιο άλλο.

Άνοιξε η γη και τον κατάπιε: η φράση αυτή έχει την αρχή της στη μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Αμφιάραος(επιφανής Έλληνας ήρωας)καταδιωκόμενος από τον Περικλύμενο (γιο του θεού Ποσειδώνα)  και κινδυνεύοντας από στιγμή σε στιγμή να χτυπηθεί από το ακόντιο του διώχτη του, σώθηκε  από τη γρήγορη επέμβαση του Δία. Με ένα του κεραυνό, ο πατέρας των θεών, άνοιξε ρήγμα στη γη, όπου χάθηκαν ο Αμφιάραος, το άρμα του και τα δύο άλογα του Θόας και Δίας. Έτσι  και σήμερα με την φράση αυτή αναφερόμαστε σε κάποιον που έχει εξαφανιστεί και αδυνατούμε να τον εντοπίσουμε.

Όλα τα ‘χει η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε: στα χρόνια του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, είναι γνωστό πως η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, που κάθε άλλο παρά με τη σημερινή έμοιαζε. Κοντά σε όλες τις ελλείψεις και η ψυχαγωγία ήταν περιορισμένη και  ήταν πολύ τυχερός κανείς, εάν κατάφερνε να τον προσκαλέσουν στις λιγοστές κοσμικές συγκεντρώσεις. Σε μια από αυτές βρισκότανε και ο Ιωάννης Κωλέττης, που όταν τον ρώτησαν τι γνώμη έχει για το αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο που φορούσε στο πρόσωπο της η εύθυμη χήρα των σαλονιών που συνήθιζε να παρίσταται σε κοσμικά μέρη Μαριορή - Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος ,απάντησε: "Μωρέ όλα τα ‘χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει". Δηλαδή η Μαριορή στερούνταν τα στοιχειώδη μα προσποιούνταν την εύπορη.

Να μου τρυπήσεις την μύτη: στο Βυζάντιο για να εξευτελίσουν τους αιχμαλώτους που έπιαναν-αλλά και όσους σφετερίζονταν το θρόνο ή παρανομούσαν-τους τιμωρούσαν με διάφορους τρόπους. Άλλους τύφλωναν με πυρακτωμένο σίδερο, άλλους ακρωτηρίαζαν, άλλους κούρευαν και σε άλλους έκοβαν ή τρυπούσαν την μύτη. Από τη συνήθεια αυτή προέρχεται η φράση «να μου τρυπήσεις τη μύτη» την οποία λέει κάποιος όταν θέλει να δώσει την εντύπωση ότι είναι απόλυτα βέβαιος για τα όσα υποστηρίζει.

Eίσαι ατζαμής: η λέξη προέρχεται από το τουρκικό  acem και το αραβικό ‘adjaml. Αναφερόταν στον έφηβο που είχε πρόσφατα επιστρατευτεί στον οθωμανικό στρατό με τη διαδικασία του παιδομαζώματος, για να ενταχθεί στο σώμα των γενιτσάρων ή στη σουλτανική φρουρά και, ως εκ τούτου, ήταν ακόμα ανεπαρκώς προετοιμασμένος για μάχη. Επίσης οι Τούρκοι αποκαλούσαν τους Πέρσες Ατζέμηδες περιφρονητικά θεωρώντας τους άπειρους και αμόρφωτους.

Έτσι και σήμερα σημαίνει τον άνθρωπο που δε γνωρίζει καλά την τέχνη του με αποτέλεσμα να κάνει συχνά λάθη.

Με έπιασε κότσο: η λέξη κότσος έχει την ρίζα της στην λέξη κόττος =το λειρί του κόκορα. Από αυτόν λοιπόν τον κόττο -το λειρί- ονομάστηκε αρχικά και το φουντωτό και φουσκωτό γυναικείο  χτένισμα κόττος ,το οποίο εξελικτικά μετατράπηκε σε κότσο. Οι γυναίκες λοιπόν για να φτιάξουν το κότσο στα μαλλιά τους τον έδεναν και τον τύλιγαν  με φουρκέτες, με λάστιχα κλπ. Και σήμερα, λέγοντας τη φράση: "μ' έπιασες κότσο" εννοούμε: "με τύλιξες, με ξεγέλασες, με παραπλάνησες"

Tα έκανε γης Μαδιάμ: η Μαδιάμ  ήταν η χώρα της Παλαιστίνης, πιθανόν κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Ονομάστηκε έτσι από τον Μαδιάμ, γιο του Αβραάμ. Ο Γεδεών όμως, αρχηγός των Εβραίων, πολέμησε και  συνέτριψε τους κατοίκους της πόλης. Άραβες γεωγράφοι αναφέρουν ότι οι νικητές μετέβαλαν την πόλη των Μαδιανιτών, σε σωρούς ερειπίων. Από αυτή την ολοσχερή καταστροφή  μας έμεινε και η φράση «τα’ κανε γης Μαδιάμ» με ανάλογη σημασία.

Δεν έβγαλε κιχ: στην Οδύσσεια ένας μνηστήρας παραπονιέται πως ενώ είχαν σχεδιάσει τον άγριο φόνο του Τηλέμαχου δεν πρόφθασαν να τον εκτελέσουν.«Φόνον αιπύν ερράψωμεν• ούδ’ εκιχήμεν». Στην φράση αυτή χρησιμοποιείται το ομηρικό ρήμα κιχάνω= προλαβαίνω. Από δω προέρχεται και η σύγχρονη φράση «δεν έβγαλε κιχ» δηλαδή δεν πρόλαβε να μιλήσει καθόλου.

Τα πήρε όλα σβάρνα : η σβάρνα είναι ένα γεωργικό εργαλείο, το οποίο σέρνεται πίσω από το ζευγάρι των βοδιών ή το τρακτέρ και σβαρνίζει, ισιώνει δηλαδή όλη την επιφάνεια του χωραφιού. Έτσι, όταν λέμε ότι «τα πήρε σβάρνα», εννοούμε ότι τα πήρε όλα με τη σειρά, δεν άφησε τίποτα όρθιο πίσω του απ’ όπου κι αν πέρασε.

Τα κακάρωσε: η φράση χρησιμοποιείται με την έννοια: «Πέθανε ξαφνικά». Το ρήμα «κακαρώνω» παράγεται από το ρήμα «καρώνω» (έχουμε αναδιπλασιασμό του «κα») κι αυτό με τη σειρά του από  το αρχαίο ρήμα «καρώ» = πέφτω σε λήθαργο.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr