Περιορίζεται σε ασκήσεις επικοινωνίας στην Ελλάδα

Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν διαπραγματεύεται με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές την εφαρμογή του τρίτου προγράμματος-μνημονίου. Υπογράφει τα πάντα, σε κάποιες περιπτώσεις με μια καθυστέρηση, και προσπαθεί να δημιουργήσει την εντύπωση, απευθυνόμενη στην ελληνική κοινή γνώμη,  ότι δίνει σκληρούς αγώνες με τους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές.

Τριπλή αδυναμία
Η διαπραγματευτική ανυπαρξία της κυβέρνησης Τσίπρα πρέπει κατά την άποψή μου να αποδοθεί σε τριπλή πολιτική αδυναμία.
Πρώτον, ο ίδιος ο κ. Τσίπρας υπέγραψε το τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο το οποίο είναι πολύ σκληρότερο από το δεύτερο πρόγραμμα-μνημόνιο κι έχει διάρκεια τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο του 2018.

Η αποτυχία του πειράματος Τσίπρα-Βαρουφάκη εξασθένισε την  διαπραγματευτική θέση της ελληνικής κυβέρνησης και επέβαλε, λόγω της αναξιοπιστίας της, την υπογραφή ενός εξαιρετικά δεσμευτικού κειμένου.
Δεύτερον, δεν υπάρχουν σοβαρές θετικές εξελίξεις στον οικονομικό τομέα γι’ αυτό δημιουργείται κι η ανάγκη για παράταση του τρίτου μνημονίου ή και την υπογραφή τέταρτου μνημονίου.

Η κυβερνητική ηγεσία δεν μπόρεσε να δημιουργήσει, μέσα από κάποιες επιτυχίες, περιθώρια ελιγμών και είναι υποχρεωμένη να δίνει συνεχώς εξετάσεις στους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές για να προετοιμάσει το έδαφος για τη χρηματοδότηση του ελληνικού προγράμματος πέρα από τα χρονικά όρια που έχουν συμφωνηθεί.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στο ευρωπαϊκό πολιτικό περιθώριο χωρίς ισχυρές συμμαχίες.
Η κυβέρνηση Τσίπρα ξεκίνησε με μια σκληρή αναμέτρηση με την Ευρωζώνη και υποχρεώθηκε στη συνέχεια σε στροφή 180 μοιρών στην οικονομική πολιτική της. Το αποτυχημένο κυβερνητικό πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε και στην πολιτική κάμψη των Podemosστην Ισπανία.

Η ριζοσπαστική Αριστερά δεν αποτελεί πλέον πρόκληση για την Ε.Ε. η οποία όμως δέχεται μεγάλες πιέσεις από τις δυνάμεις της σκληρής και της άκρας δεξιάς.

Αποφάσεις χωρίς την κυβέρνηση
Μιλώντας με εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δεν μπορώ να βρω τα ίχνη της διαπραγμάτευσης που υποτίθεται ότι κάνει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Τσίπρα. Άλλωστε ούτε οι Έλληνες πολίτες μπορούν να αντιληφθούν, στην καθημερινότητά τους, αυτή την διαπραγμάτευση γιατί τα περισσότερα θέματα που τους αφορούν απλούστατα δεν συζητούνται.

Για παράδειγμα., δεν υπάρχει καμία σοβαρή εξέλιξη στη διαχείριση των κόκκινων δανείων σε όφελος των οφειλετών, δεν έχει γίνει τίποτα για να οργανωθεί η δεύτερη ευκαιρία για το 35-40% του ιδιωτικού τομέα που βρέθηκε σε αδιέξοδο λόγω της κρίσης, δεν προστατεύεται το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων το οποίο μειώνεται συνεχώς εξαιτίας του περιορισμού των αποδοχών και της αύξησης των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών κλπ. Αν υπήρχε διαπραγμάτευση μεταξύ της κυβέρνησης και των Ευρωπαίων εταίρων και πιστωτών θα υπήρχαν αναπόφευκτα κάποια θετικά αποτελέσματα.

Οι κυβερνητικοί παράγοντες περιορίζονται στη δημοσιογραφική ανάλυση των θέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Eurogroup, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και άλλων πρωταγωνιστών στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης και απλά περιγράφουν τι ενδεχομένως θα ήθελαν να γίνει και ποιοι κατά την άποψή τους και ανάλογα με τη συγκυρία είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί».

Οι αποφάσεις παίρνονται ουσιαστικά χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης η οποία τις προσυπογράφει προσποιούμενη ότι συμμετέχει σε κάποιου είδους διαπραγματεύσεις.

Με τη μέθοδο που ακολουθεί η κυβέρνηση Τσίπρα είναι σχεδόν απίθανο να βγούμε από την κρίση και το μνημόνιο. Δεν έχει συγκεκριμένες θέσεις που μπορεί να υποστηρίξει σε μια διαπραγμάτευση με την άλλη πλευρά ούτε προτάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας σε εθνικό ή και κλαδικό επίπεδο.

Το «κοστούμι» του τρίτου προγράμματος-μνημονίου είναι με βάση τα παραπάνω κομμένο σε ξένα μέτρα και είναι πολύ δύσκολο να το φορέσουν η ελληνική οικονομία και η κοινωνία.

Του ευρωβουλευτή της Ν.Δ. Γιώργου Κύρτσου