Αλλάζει «χέρια» μετά από 38 χρόνια  το κινέζικο «χαμπουγκεράδικο» της Ρόδου

«Πάμε για χάμπουγκερ στους Κινέζους»;!  Για δεκαετίες ολόκληρες, από το γνωστό κατάστημα των αδελφών Κώστα και Αχιλλέα Τσάβαλου, στην οδό Μανδηλαρά έχουν περάσει επισκέπτες και κατοίκοι της περιοχής μας, για να γευτούν το μοναδικό μπιφτέκι και την «εθιστική», κατά πολλούς, μοναδική σάλτσα τους!

Το κατάστημα που έχει μεγαλώσει γενιές, αυτό που ήταν σημείο συνάντησης των ρομαντικών ζευγαριών, της παρέας το Σάββατο βράδυ, των φαντάρων που είχαν έξοδο και δεν γνώριζαν κάτι άλλο από την πόλη, των ξένων επισκεπτών που ήθελαν να γευτούν κάτι γνώριμο στις διακοπές τους!

Αυτό το κατάστημα μετά από 38 ολόκληρα χρόνια λειτουργίας θα κλείσει για λίγο και θα αλλάξει ιδιοκτησία.

Το «Κινέζικο» ξεκίνησε την λειτουργία του πάντα στην οδό Μανδηλαρά,  στις 21 Μαΐου 1979 και θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό την ιδιοκτησία των αδελφών Τσάβαλου έως και τις 7 Ιανουαρίου 2017.

Ο Κώστας Τσάβαλος ένας εκ των ιδιοκτητών μίλησε στη «Ροδιακή» για το στήσιμο της επιχείρησης, για τα χρόνια που πέρασαν, τους συνεργάτες του και τον κόσμο που τους στήριξε, καθώς και τους λόγους που τους ανάγκασαν να πάρουν την απόφαση και να την πουλήσουν!

Καθόλη τη διάρκεια της κουβέντας μας ο κ. Κώστας δεν έκρυψε ούτε την στεναχώρια του, ούτε τη χαρά του, αλλά ούτε την συγκίνηση του.

 

 

Πώς το αποφασίσατε να κάνετε την επιχείρηση αυτή;

Εγώ ήμουν στη Νότιο Αφρική και επέστρεψα στην Ελλάδα και ήθελα να κάνω κάτι να μην χάσω τα λεφτά μου και γυρίσω  πίσω, γιατί τότε αυτό συνέβαινε με όλους που έφευγαν από εκεί. Ερχόντουσαν, καθόντουσαν κάνα δυο χρόνια έχαναν ότι είχαν και ξαναγύριζαν πίσω.

Παρόλο που δεν ήξερα αυτή τη δουλειά, η δουλειά μου ήταν τα στεγνοκαθαριστήρια, ήρθα εδώ πέρα και είδα το δρόμο. Εδώ έμενε ο αδελφός μου ο Σωτήρης, ήταν ήδη παντρεμένος. Τότε σκέφτηκα πως ότι και να κάνω εδώ, δεν πρόκειται να αποτύχω.

Είχε πολύ κόσμο τότε η Μανδηλαρά, ήτανε πέρασμα! Όλα τα ξενοδοχεία ήταν κοντά, και όλοι για Μανδράκι κατέβαιναν από εδώ!

Και έτσι έκανα αυτό το μαγαζί, το ξεκίνησα. Έφερα όλα τα μηχανήματα από την Νότιο Αφρική (μηχανές του παγωτού, φριτέζες), ετοίμασα τα σχέδια τα πήγα στο Υγειονομείο τότε και μου έλεγαν «μα τι θα κάνεις πολυκατοικία;», δεν γνώριζαν τότε να «διαβάσουν» σχέδια για τέτοιες δουλειές.

Έτσι ξεκίνησα να κάνω χάμπουγκερ, κάτι που δεν το γνώριζε κανείς!

Ερχόντουσαν τα παιδάκια από το Αμαράντειο δίπλα και μου έλεγαν «θείο, τι είναι αυτό»;

Όλοι ήξεραν το μπιφτέκι, όχι όμως αυτό που κάναμε, μέσα στο ψωμάκι!

Δόξα το Θεό πήγαμε καλά, δουλέψαμε 38 χρόνια!

Εγώ τότε γνώριζα του Ασιάτες ότι ήταν εργάτες, ήταν καθαροί και δούλεψα με αυτούς. Βρήκα κάποιον που δούλευε εδώ και εκείνος σιγά -σιγά μου έφερε και τους άλλους. Κάποια στιγμή δεν είχα άλλο προσωπικό παρά μόνο Βιετναμέζους. Καλά παιδιά, πέρασα καλά μαζί τους, πέρασαν καλά μαζί μου, οι περισσότεροι έφτιαξαν δικά τους μαγαζιά στα Τριάντα, Ρόδο και αλλού.

Και όλα αυτά τα χρόνια στον ίδιο χώρο..

Στην αρχή είμασταν απέναντι, εκεί μείναμε για 20 χρόνια και τα υπόλοιπα 18 εδώ που βρισκόμαστε και σήμερα.

Και με το ίδιο αντικείμενο…

Το ίδιο, απλώς στην αρχή είχαμε μόνο χάμπουγκερ και τα συναφή, δεν είχε κινέζικο. Όλοι έλεγαν πάμε στο Κινέζικο επειδή δούλευαν οι Βιετναμέζοι και νόμιζαν ότι ήταν Κινέζοι, και έμεινε Κινέζικο! Δεν το είχα ονομάσει έτσι εγώ, ο κόσμος το ονόμασε!

Η αρχική ονομασία του καταστήματος ποια ήταν;

Fast Food έτσι το ξεκίνησα και έμεινε «Κινέζικο» από τον κόσμο

Σημείο αναφοράς όμως το κατάστημα για όλα τα χρόνια…
Τα παιδιά αυτά που λέγαμε είναι τώρα 45ρηδες και 50ρηδες. Ήτανε σχολείο πριν από 38 χρόνια! Και έχουνε περάσει από εδώ φαντάροι, επισκέπτες, μας ξέρουνε σε όλη την Ελλάδα! Σε όλη την Ελλάδα σχεδόν έχω συναντήσει ανθρώπους που ξέρουνε το μαγαζί γιατί είχαν περάσει από εδώ είτε ως φαντάροι, είτε ως επισκέπτες, με εκδρομές σχολικές κ.α.

Και ανοικτά σχεδόν όλη την ημέρα!

365 μέρες το χρόνο! Στα 38 χρόνια λειτουργίας μας κλείσαμε 38 μέρες Πάσχα και φέτος κλείσαμε για πρώτη φορά μία ημέρα τα Χριστούγεννα και μία ημέρα την Πρωτοχρονιά!

Θα δουλέψουμε άλλες 8 ημέρες μέχρι του Άη Γιαννιού και μετά θα κλείσει για περίπου ενάμιση μήνα (έως τις αρχές Μαρτίου) για να γίνει ανακαίνιση ώστε να το αναλάβει ο νέος ιδιοκτήτης ο οποίος θα συνεχίσει στο ίδιο αντικείμενο.

Πώς και αποφασίσατε να το δώσετε;

Να σας πω. Δεν υπάρχει διάδοχη κατάσταση, εγώ και τα αδέλφια μου έχουμε βγει πια στη σύνταξη. Οπότε έπρεπε ή να το κλείσω ή να το πουλήσω, όμως έχω και το προσωπικό, έχω ανθρώπους που δουλεύουν μαζί μου πολλά χρόνια.

Πώς νιώθετε μετά από 38 χρόνια;

Όχι καλά! Είμαι πολύ στεναχωρημένος. Κάθε μέρα που περνάει… θα έρχεται ο κόσμος από το εξωτερικό από τα νησιά μας, θα μας ψάχνει… Γιατί όλα αυτά τα χρόνια είχαμε γνωριμίες με τους πελάτες. Μιλούσαμε, μας έστελναν κάρτες..

Το καλό είναι πως θα είναι στο ίδιο αντικείμενο και θα βρούνε αυτό που τρώγανε δηλαδή αυτό το χάμπουγκερ που κάνουμε εμείς και είναι ξεχωριστό, όπως λένε οι πελάτες. Θα το βρούνε, γιατί οι ίδιοι άνθρωποι θα φτιάχνουν και τη σάλτσα  και το μπιφτέκι. Αυτό με παρηγορεί, ότι θα υπάρχει. Γιατί είναι ένας αγώνας μίας ζωής με τα αδέλφια μου!

Περιγράψτε μας τα χρόνια που περάσατε στο κατάστημα σας.

Είναι χρόνια και καλά και με πολύ κούραση και ξενύχτια, ζημιές, αγωνία…

Από τον κόσμο ήσασταν ικανοποιημένος;

Δεν έχω κανένα παράπονο. Αυτό το μαγαζί βασίστηκε βασικά στην ποιότητα και στην καθαριότητα. Εδώ είμασταν 25 άτομα – στις καλές εποχές-, τώρα είμαστε 15 και είχε τρεις καθαρίστριες. Δούλευε μία τη νύκτα για να καθαρίζει καμινάδες κ.λ.π., μία το πρωί και μία το βράδυ για να είναι καθαρό αυτό το μαγαζί. Σήμερα έχουμε δύο καθαρίστριες. Με το προσωπικό μου είμασταν και είμαστε οικογένεια με όλους!

Έχουμε αρκετά χρόνια πια μέσα στη κρίση. Ο καταναλωτής έχει αλλάξει, είναι πιο συντηρητικός;

Πάρα πολύ. Εμείς κάνουμε και delivery και κάποτε για τις διανομές αυτές ο λογαριασμός ήταν τουλάχιστον 15 ευρώ, ενώ τώρα είναι κάτω από δέκα ευρώ. Δηλαδή ο κόσμος παραγγέλλει δε, αλλά λίγα. Επίσης στις Κυριακές για παράδειγμα παλαιότερα δεν δουλεύαμε, τώρα είναι η καλύτερη μέρα! Ο κόσμος δεν πάει πια έξω να ξοδέψει αρκετά χρήματα. Εδώ θα έρθει με την οικογένεια του θα ξοδέψει 20- 25 ευρώ θα φάει, θα ταΐσει τα παιδιά του, θα κάνει τη βόλτα του θα περάσει όμορφα. Παλιά έφευγαν πήγαιναν στα χωριά και εμείς εδώ είχαμε τους πιτσιρικάδες, ενώ τώρα έχουμε κυρίως οικογένειες!

 Ο κ. Κώστας αγαπάει τη Ρόδο, «έγινε Ροδίτης» όπως μας είπε και «δεν την αλλάζει με τίποτα»! Μαζί με την σύζυγο του την κα. Χρυσούλα η οποία είχε ενεργή συμμετοχή στην επιχείρηση όλα τα χρόνια, θα παραμείνουν εδώ και θα ασχοληθεί με την κηπουρική που τόσο αγαπάει!