Μισός αιώνας ζωής για το ξενοδοχείο "Savoy"!

 

Στην αρχαιότητα η κυριαρχία της Ρόδου στο εμπόριο και τη ναυτιλία, έκαμε τους Ροδίτες να λένε με περηφάνεια: «εμείς δέκα Ρόδιοι, δέκα νήες». Σήμερα η κυριαρχία της Ρόδου στη βιομηχανία της φιλοξενίας δικαιολογεί την παραλλαγή της αρχαίας ρήσης σε «εμείς δέκα Ρόδιοι,  δέκα ξενοδοχεία»..

Το ξενοδοχείο σήμεραΤο ξενοδοχείο σήμερα

Η ρήση είναι ασφαλώς υπερβολική γιατί δεν είμαστε όλοι ξενοδόχοι, όμως ποιος από τους σύγχρονους Ροδίτες, λίγο-πολύ δεν έχει κάποια άμεση ή έμμεση σχέση με τον τουρισμό, με τη δραστηριότητα που οι πρόγονοί μας αποκαλούσαν «φιλοξενία των ξένων» και την έθεσαν υπό την προστασία του υπέρτατου των θεών της αρχαίας Ελλάδας του Δία με την προσωνυμία «Ξένιος Ζεύς»!

Η παραπάνω επισήμανση του συμπατριώτη μας Μιλτιάδη Λογοθέτη που διετέλεσε ειδικός σύμβουλος της ένωσης ξενοδόχων Ρόδου, και η οποία περιελήφθη προ ετών στην επετειακή έκδοση για τα 40 χρόνια της ΕΞΡ, αποτυπώνει επακριβώς τη σχέση ανάμεσα στην οικονομία του νησιού και τη βιομηχανία του τουρισμού.

Η Ρόδος έχει μακρά ιστορία στον κλάδο του ξενοδοχείου, και θα έχει και μέλλον αφού είναι πλέον χαρακτηρισμένος τουριστικός προορισμός. Δεκάδες στην αρχή και εκατοντάδες στη συνέχεια συμπατριώτες μας ασχολήθηκαν με την ανέγερση ξενοδοχείων που απασχολούν σήμερα πάνω από 20.000 άτομα.

Πώς όμως ξεκίνησαν αυτοί που χαρακτηρίζουμε «πρωτεργάτες του τουρισμού», τι εμπόδια συνάντησαν και πως κατάφεραν να δημιουργήσουν τις πρώτες ξενοδοχειακές μονάδες στο νησί;
Ο κ. Λευτέρης Βογιατζής ένας από αυτούς, ανατρέχει στο παρελθόν και διηγείται στη «Ρ» την ιστορία του ξενοδοχείου «Savoy» που λειτουργεί ανελλιπώς από το 1965 στο κέντρο της πόλης, έχοντας συμπληρώσει πάνω από μισό αιώνα ζωής…

Η επιστροφή από την Αυστραλία…
 «Το 1951 έφυγα μετανάστης στην Αυστραλία, καθώς η κατάσταση εδώ ήταν οικτρή. Εκεί τα κατάφερα, με βοήθησε ο Θεός, πήγα καλά και το 1958 αποφάσισα να γυρίσω πίσω.

Είχα εστιατόριο σε πολύ καλή περιοχή όμως είχα πάντα στο μυαλό μου τη σκέψη να γυρίσω πίσω. Ήθελα να πεθάνω Έλληνας. Βρίσκω το οικόπεδο που είναι σήμερα το ξενοδοχείο, το αγόρασα, ακριβά βέβαια και τότε έλεγαν όλοι ότι είμαι τρελός, αλλά εγώ τους έλεγα… αγόρασα θέση. Την ήθελα αυτή τη θέση για το ξενοδοχείο μου.

Περίπου το 1956 είχε έρθει ο Καραμανλής στη Ρόδο, με τον πατέρα μου ήταν πολύ φίλος και για να είμαι ειλικρινής ήταν και ο χρηματοδότης της εκστρατείας του και του είπε τότε «πες στα παιδιά σου να χτίσουν ένα ξενοδοχείο και να δώσουν δουλειά στον κόσμο».

Ο πατέρας μου, μου το είπε και άρχισα και εγώ να το σκέφτομαι σαν ιδέα. Βέβαια είπα ότι δεν θα ήταν ένα μεγάλο ξενοδοχείο αλλά η θέση του ήταν καλή…»
Έτσι ξεκινά τη διήγησή του για τα πρώτα του βήματα ο κ. Βογιατζής, όμως δεν υπολόγισε πως θα συναντούσε εμπόδια από τις υπηρεσίες της αρχαιολογίας…

«Η αρχαιολογία με… ξετίναξε!»
«Το 1958 το αγοράζω πάω να βάλω μπροστά και για κακή μου τύχη… μπλέκω με την αρχαιολογία. Η οποία στην κυριολεξία με… πέθανε καθώς βρέθηκαν ερείπια από την Ιπποδάμεια αρχιτεκτονική.

Τότε η αρχαιολογία δε διέθετε χρήματα για να καθαριστούν τα αρχαία παρά μόνο υποχρέωσε εμένα να βάλω χρήματα για να πληρώνονται οι εργάτες και μπορώ να πω ότι με… ξετίναξε! Μέχρι το 1963 δηλαδή πέντε χρόνια γίνονταν εργασίες σε μία έκταση περίπου 440 μέτρα.  

Είχα φτάσει σε απόγνωση αφού άρχισα τις απειλές ζητώντας μάλιστα από την υπηρεσία να το απαλλοτριώσει και να με αποζημιώσουν. Ούτε το ένα έγινε ούτε το άλλο. Αν δεν έβρισκα εμπόδια το 1960 το ξενοδοχείο θα λειτουργούσε…»

Όπως λέει περίπου τότε ξεκίνησαν και άλλοι ξενοδόχοι όπως ο Βασίλης Καμπουράκης με το Mediterranean, ενώ το Ιβίσκος είχε φτιαχτεί μερικά χρόνια πριν. μαζί με εκείνον ξεκίνησε επίσης το Λαοκόων, το Μόσχος, το Τήλος και άλλα μικρά όλα εντός πόλης καθώς τότε δεν υπήρχαν ξενοδοχεία εκτός πόλης αφού δεν υπήρχαν δρόμοι αλλά και υποδομές.

Το εσωτειρκόΤο εσωτειρκό

«Μου ζήτησαν να φτιάξω… γυάλινο πεζοδρόμιο!»
Μιλώντας πιο αναλυτικά για το τι ακριβώς συνέβη τότε θυμάται ότι η αρχαιολογία του ζήτησε να δημιουργήσει ένα… γυάλινο πεζοδρόμιο ώστε να φαίνονται τα απομεινάρια της Ιπποδάμειας ρυμοτομίας. «Η αρχαιολογία με υποχρέωσε να κάνω πολλά, έφτιαξα μάλιστα γυάλινο πεζοδρόμιο για να φαίνονται τα αρχαία από κάτω και να είναι επισκέψιμο το μέρος, αλλά δεν μπόρεσε να σταθεί αυτό! Το χάλασαν οι υπηρεσίες του δήμου…

Μάλιστα μου ζήτησαν να φτιάξω μία κάθοδο μπροστά από το ξενοδοχείο για να κατεβαίνει κάτω ο κόσμος να βλέπει τα αρχαία, και μόλις μου το είπαν κόντεψα να τρελαθώ! Ένα ωραίο πρωί έριξα μπετόν και το έκλεισα, παράνομα μεν αλλά το έκανα.

Με ρώτησαν γιατί το έκανα και τους είπα «πηγαίνετε στο επιμελητήριο που είναι δημόσιο να κάνετε την κάθοδο από εκεί. Αν μου αχρηστεύσετε τα μισά μέτρα τι θα μείνει; Αφήστε με επιτέλους…

Με είχαν φθείρει οικονομικά, δούλευαν κάθε μέρα περίπου 10-15 εργάτες, με είχαν εξαντλήσει και αναγκάστηκα να πάω σε δάνειο.  Μου πήραν όλα τα χρήματα που ήθελα να δώσω για το χτίσιμο και δε μου άφησαν τίποτα».

Μετά από πέντε χρόνια ξεκίνησαν οι εργασίες…
Μετά από πολλές περιπέτειες κατάφερε τελικά να αρχίσει η κατασκευή του ξενοδοχείου με τους πρώτους δύο ορόφους. «Το 1964 κουτσά στραβά κατάφερα και «ανέβασα» το ισόγειο και τους δύο ορόφους καθώς δε μας άφηναν να κάνουμε περισσότερους. Ήταν 23 δωμάτια ένα μικρό ξενοδοχείο και πρόσθεσα άλλους δύο ορόφους το 1973. Σήμερα έχουμε 47 δωμάτια.

Συνάντησα πολλές δυσκολίες στο χτίσιμο ακόμα και το μπετόν το φτιάχναμε μέσα στο δρόμο, και το δρόμο τον νοικιάσαμε από το δήμο και τον κλείσαμε και το μπετόν ανέβαινε στους ορόφους με αναβατόρια. Ακόμα και υλικά δεν έβρισκα εύκολα…»
Η λειτουργία του ξενοδοχείου ξεκίνησε τελικά το 1965 και οι πρώτοι του πελάτες ήταν Σκανδιναβοί.

Μάλιστα τότε σχεδόν όλοι οι τουρίστες των λιγοστών ξενοδοχείων ήταν Σκανδιναβοί καθώς υπήρχε μεγάλη ζήτηση και η αγορά αυτή ήταν ανερχόμενη…
«Το 1965 έβαλα μέσα πελάτες αν και ήταν ατελείωτο επειδή με υποχρέωσαν τα πρακτορεία πάση θυσία καθώς δεν υπήρχαν δωμάτια και κρεβάτια, αλλά υπήρχε μεγάλη ζήτηση για τη Ρόδο.
Οι πρώτοι μου πελάτες ήταν Σκανδιναβοί όπως και σε όλα τα ξενοδοχεία τότε. Αυτοί άνοιξαν την αγορά…

Από τότε μέχρι και τώρα το ξενοδοχείο λειτουργεί συνεχώς. Σήμερα το έχει αναλάβει ο γιός μου Κυριάκος, είναι πολύ καλός στη δουλειά του και συνεχίζει το δικό μου έργο.
Επίσης είχα πολύ πελατεία από την Αυστραλία επειδή γνώριζα πολύ κόσμο, όμως συνάντησα και δυσκολίες με την εξόφληση του δανείου καθώς κατά τη διάρκεια της δικτατορίας κόσμος δεν ερχόταν και είχαν μειωθεί τα εισοδήματά μας.

Οι Σκανδιναβοί τότε είχαν σαμποτάρει την Ελλάδα λόγω της δικτατορίας…Τα καταφέραμε,  επιζήσαμε και τώρα προχωράμε…» λέει ο κ. Βογιατζής και προσθέτει ότι όταν ήταν στην Αυστραλία ήθελε να γυρίσει για να βοηθήσει την πατρίδα του και την Ελλάδα. Μετά από εκείνον μάλιστα γύρισαν και άλλοι…

Ο κλάδος έχει μέλλον!
Σήμερα όπως λέει σε όλο το νησί χτίζονται μικρά και μεγάλα ξενοδοχεία αν και ο κλάδος έχει πολλά προβλήματα και ειδικά σε θέματα φορολογίας η οποία είναι τεράστια. «Αν υπήρχαν κέρδη στα ξενοδοχεία θα γυρνούσαν πίσω για να αναβαθμιστούν, αλλά τα έσοδα είναι περιορισμένα και δεν μπορούν οι ξενοδόχοι να κάνουν τίποτα. Λίγοι μπορούν γιατί δεν τους δανείζουν και οι τράπεζες με αποτέλεσμα κάποιοι να τα δώσουν σε άλλα χέρια…» δηλώνει, ενώ προτείνει να προβάλλονται οι επισκέψεις στο νησί μας των δημοφιλών προσώπων και να δημιουργήσουμε… τον Κολοσσό της Ρόδου.

«Είναι δική μας ιστορία μας ανήκει, κανένας άλλος δεν μπορεί να τον υλοποιήσει. Ο ίδιος ο κολοσσός θα βγάλει τα έξοδά του» λέει χαρακτηριστικά , ενώ τάσσεται και υπέρ της επαναφοράς του ΔΗΦΟΔΩ για να μπορεί ο δήμος να υλοποιεί έργα καθημερινότητας.

Ο κ. Βογιατζής δε μετανιώνει για την απόφαση του να γυρίσει στον τόπο του και να επενδύσει παρά τα προβλήματα. Η φράση με την οποία τελειώνει τη διήγησή του τα λέει όλα: «έχω γυρίσει το μισό κόσμο, έχουμε το ωραιότερο κλίμα και όποιος δεν θέλει να ζήσει στη Ρόδο είναι κουτός» .