Ν. Μπακίρης: Οι καινούργιοι  οδηγοί δε θα κυκλοφορούσαν στους παλιούς τους δρόμους!

Τόσο δραστήριος, τόσο ενεργός, εκεί κοντά στα 90 ο Νικόλαος Μπακίρης, από τ’ Αφάντου! Αυτός που έπιασε το τιμόνι από 13 χρονών επί Ιταλίας, που ως παιδί δούλευε οδηγός στα καταναγκαστικά έργα των Γερμανών, κι έγινε μετά ένας από τους πρώτους οδηγούς της ΕΜΨΑ η οποία  έγινε ΡΟΔΑ μετά! Από τότε που τα φορτηγά μετατρέπονταν σε λεωφορεία με πάγκους και τα δρομολόγια γίνονταν με τις Ιταλικές κοριέρες και ήταν ένα την ημέρα για τα χωριά.
Είχε ενθουσιασμό την ώρα που μου μιλούσε για τα χρόνια τα βγαλμένα από ταινίες ασπρόμαυρες, και θυμόταν ονόματα, ημερομηνίες, και τους παλιούς οδηγούς που στο σημείο που συναντηθήκαμε συγκεντρώνονται κι εκείνοι,  για τον καφέ και τις παλιές θύμισες.
Φωνή δυνατή, ηθικό ακμαίο και όρεξη για δουλειά έχει ο Νικόλαος Μπακίρης που τώρα πια φροντίζει τα δέντρα του, τις βερικοκιές και τις συκιές, τα σύκα και τα καϊσια που θα μου φέρει κι εμένα το Μάιο,  όπως μου το υποσχέθηκε.

 


Πώς έγινε εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, εσείς  να είστε από τους πρώτους επαγγελματίες οδηγούς στη Ρόδο;
Εγώ είμαι γεννημένος το 1928. Ο πατέρας μου, από το 1928 ήταν αυτοκινητιστής, μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο γεννήθηκα, γι αυτό οδηγώ αμάξι από τα 12 μου χρόνια. Ήμασταν 6 παλικάρια και πέντε κόρες. Όλα τα αγόρια πιάσαμε το τιμόνι, εκτός από έναν που έγινε δάσκαλος.

Πότε κάτσατε στο τιμόνι για πρώτη φορά;
Από τα 12 μου χρόνια, επί Γερμανικής κατοχής, εμάς τα παιδιά μας είχαν επιστρατεύσει σε καταναγκαστικά έργα. Τον πατέρα μου τον είχαν επιστρατεύσει να βγάζει ξυλεία με το φορτηγό, από τα δάση στα Πλατάνια, από το Καμποκιάρο, όπως λέγανε τότε την Eλεούσα. Εκεί, παιδάκι, είχα γνωρίσει έναν αξιωματικό Αυστριακό, που ήξερε τα Ιταλικά και μου δωσε ένα χαρτί, να οδηγώ κι εγώ για τα καταναγκαστικά έργα. Δίπλωμα έβγαλα το 1945, που ήρθαν οι Εγγλέζοι. Στο σημείο που είναι σήμερα η Πυροσβεστική παίρναν τα αυτοκίνητα για έλεγχο και δίναν τα διπλώματα. Στην άδεια, μου βάλαν ένα χρόνο παραπάνω στην ηλικία για να μπορέσω να πάρω το δίπλωμα. Τις Ιταλικές κοριέρες είχαμε. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, πολλές τις πήρανε και τις αφήσανε στη Ψίνθο. Όταν ήρθαν οι Άγγλοι τις βρήκαν και τις πουλούσανε. Οι Άγγλοι, από την πρώτη μέρα που ήρθαν στη  Ρόδο να τη διοικήσουν, μόνο πουλούσανε.

Κι έτσι γρήγορα γίνατε οδηγός σε κοριέρα! Ποια ήταν η αντίστοιχη ΡΟΔΑ τότε, την οποία είχαν δημιουργήσει οι Ιταλοί και πώς λειτουργούσατε;
Το 1946 η εταιρεία που άφησαν οι Ιταλοί λεγόταν ΕΜΨΑ και είχε τα δημοτικά λεωφορεία. Ο σταθμός, επί Ιταλίας ήταν στην Καποδιστρίου. Οι κοριέρες είχανε 30 θέσεις και ήταν για 10 όρθιους. Ξεκινούσαμε από το Μαντράκι και από κει πηγαίναμε στα χωριά. Μια μέρα, μας είπε ο προϊστάμενος Κίνησης, ο Γιάννης Βλαστός: «θα περάσετε από εξετάσεις, από τον Ιταλό μηχανολόγο...»! Παιδάκι ήμουνα που πήγαμε  ανά 5-6 άτομα, στο μηχανουργείο.  Οι συνάδελφοι φοβόντουσαν. Όταν ήρθε ο Ιταλός λέει: «ποιος θα κάτσει στο τιμόνι πρώτος;». Πήγα εγώ! Όταν φτάσαμε στο Σαν Φραγκίσκο, λέει: “stop, να κάτσει άλλος στο τιμόνι». Μπροστά από το ξενοδοχείο «Park» δεν είχε άσφαλτο, είχε χοχλάκια. Του λέει, «σταμάτα»! Το λεωφορείο πήγαινε προς τα πίσω. Φωνάζει εμένα να ξανακάτσω. Το λεωφορείο δεν πήγε πόντο πίσω. Λέει ο Ιταλός «ο μικρός Μπακίρης, είναι πολύ καλός»!

Ήταν πολλοί οι οδηγοί επί Ιταλίας στην ΕΜΨΑ;
ΤΟ 1946 που ξεκίνησα εγώ είχα αύξοντα αριθμό 119. Στ΄ Αφάντου είχε καμιά δεκαριά επαγγελματίες οδηγούς. Όταν πήγα εγώ στην ΕΜΨΑ, τη σημερινή ΡΟΔΑ, διευθυντής ήταν ο Αντώνης Νεσγός, με καταγωγή από τα Μάσσαρι, που στον πόλεμο ήταν στην αντικατασκοπεία, με το Διαμαντίδη, στο σπήλαιο της Μονολίθου.  Με βάλανε στην αρχή οδηγό του διευθυντή, να το μεταφέρω σε γιορτές και δεξιώσεις που τότε γίνονταν πολλές. Ήμουν όμως από χωριό, δεν τα ήθελα αυτά, να είμαι με τη γραβάτα, να γνωρίζω όλο τον καλό τον κόσμο... Ήθελα να με βάλουνε να οδηγώ λεωφορείο.  Μου λέει η γυναίκα του Νεσγού: «θα το μετανιώσεις...», όπως και το μετάνιωσα. Πήγα στα λεωφορεία και πήρα τη θέση του Γιώργου Δεσποτάκη, που έφυγε για το Καμερούν. Τότε συνάντησα και το θείο μου, το Φώτη Μπακίρη που έκανε τη γραμμή Αφάντου. Εγώ Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή έκανα το δρομολόγιο της Κατταβιάς, του πιο μακρινού χωριού. Έφευγα 9 το πρωί, γύριζα απόγευμα, και διανυκτέρευα στ΄ Αφάντου. Τότε ο κόσμος ήταν αραιός, οι δρόμοι στενοί και χωμάτινοι. Ο πατέρας μου, μετά την απελευθέρωση, το φορτηγό που είχε, το μετέτρεψε σε λεωφορείο και μετέφερε τα παιδιά του Αφάντου, στα γυμνάσια της πόλης κάθε μέρα. Και το κανε και προσφορά σε πολλά παιδιά.

Θυμάστε κάτι χαρακτηριστικό από εκείνα τα πρώτα δρομολόγιά σας; Πώς τα βγάζατε πέρα σε χωματόδρομους, μέσα απ΄ τα ποτάμια…
Στο σταθμό, προσωπάρχης ήταν ο Γιάννης Βλαστός. Αρρώστησε ο θείος μου μια μέρα και μου λέει : «σήμερα θα κάνεις το δρομολόγιο της Αρνίθας». Λέω «θα το κάνω»… Εγώ την Αρνίθα δεν την ήξερα.  Ήξερα μέχρι τη Μονόλιθο, που πηγαίναμε παιδιά στα πανηγύρια. Φορτώνω το λεωφορείο, όταν έφτασα στη Μονόλιθο οι χωριανοί νόμιζαν ότι θα ήταν ο θείος μου, και βλέπουν εμένα… Όταν σταμάτησα για λίγο μπροστά στην Αστυνομία να ξεφορτώσω και να φορτώσω, μου λέει ο εισπράκτορας, ο Γιάννης Χατζηνικόλας, λέει «πάμε»… Είχε ένα δρόμο δεξιά, έναν αριστερά. Εγώ λέω, ας πάω αριστερά, κι αν μιλήσει κανένας θα γυρίσω πίσω. Δεν μιλά κανένας, λέω καλά πάω. Βρέθηκα στην Απολακκιά. Εκεί είχε έναν δρόμο δεξιά, κι έναν αριστερά. Σταματώ στην πλατεία, που περίμενε ο κόσμος. Ξεφορτώνω το λεωφορείο, μου λέει ο εισπράκτορας  «πάμε», σκέφτομαι πάλι «που πάμε τώρα;». Μπαίνω μέσα, ξεκινά ευθεία, λέω αν μιλήσει κανένας θα γυρίσω πίσω. Δε μίλησε. Κάπου αριστερά υπήρχε ένας δρόμος που πήγαινε στον Καταραμένο, στο Βάτι, κι ο δεξιά στην Αρνίθα. Πάλι από ένστικτο, έστριψα σωστά. Άκουγα πάντα πως όταν πας στην Αρνίθα θα φτάσεις σε μια πλατεία με βρύση. Βρίσκω μια βρύση, κι έναν ευκάλυπτο, λέω «εδώ είναι». Κάτσαμε στο καφενείο για καφέ και τότε λέω στον εισπράκτορα «ήρθαμε, χωρίς να ξέρω πού είναι η Αρνίθα»…

Ποιοι ήταν τότε οι παλιοί στην ΕΜΨΑ, θυμάστε ονόματα οδηγών;
Πήγα και βρήκα παλιούς οδηγούς: το Λιαμή από τα Τριάντα, το Βασίλια από τα Τριάντα, το Γιάννη το Φλάγκο από τη  Λάρδο, από την Αρχίπολη τον Τιμολέων Χριστοδούλου, και τον Καραή Αντώνη από τον Αρχάγγελο. Τους βρήκα εκεί, έναν Σάββα, κι έναν Κυριάκο Χριστοφή από το Παραδείσι, κι από τη Σάλακο τον Πεζουβάνη, από τα Σιάννα το Νικόλα Γιμούκη, τον Κατσαρά πατέρα και γιό, που έκαναν τα δρομολόγια της πόλης, το Βίκτωρα και το Νίκο Κασάπη… Ξεχνώ πολλούς, περάσαν και τόσα χρόνια.

Ποια άλλα δρομολόγια κάνατε στα χωριά;
Μετά την Κατταβιά έφυγε ο Πεζουβάνης από το δρομολόγιο της Σαλάκου, και στη γραμμή αυτή βάλανε εμένα. Σάλακο-Έμπωνα-Απόλλωνα. Διανυκτέρευα στη Σάλακο και πληρωνόμουνα εκτός έδρας.

Οι συνθήκες θα ήταν δύσκολες, τι συναντούσατε μπροστά σας;
Μόνο τα ποτάμια που πλημμύριζαν, του Παραδεισίου, της Θολού, της Σαλάκου… Δεν είχε γέφυρα και έπρεπε να σταματάμε ώρα για να περάσει το νερό. Μια φορά είπα να περάσω από του Παραδεισίου και κόντεψε να μας «πάρει…»… Χιόνια είχε σπάνια, αλλά μια μέρα καθώς ερχόμουνα από τον Άγιο Ισίδωρο, εκεί στον Αρταμίτη, φτιάξαμε χιονάνθρωπο, το βάλαμε μπροστά στη μηχανή και κράτησε μέχρι που ήρθαμε, κι είδε ο κόσμος το χιονάνθρωπο στο καζάνι πάνω και γελούσε. Όταν έκανα το δρομολόγιο Σαλάκου-Έμπωνα, έφερνα αυτούς που δούλευαν στο Καπί, στ΄ αμπέλια, με τις τσάπες. Με τις τσάπες μαζί. Όταν πήγαινα στο δρομολόγιο στ΄ Απόλλωνα, βράδυ μια φορά, βλέπω ένα κοπάδι, νόμιζα ότι ήταν κατσίκια. Φωνάζει ένας μέσα από το λεωφορείο ότι είναι ελάφια! Χτύπησα ένα. Τότε η  Ρόδος είχε πάρα πολλά ελάφια, τα βρίσκαμε τακτικά τα βράδια έξω, που έβγαιναν για να φάνε. Τότε έπρεπε να είσαι καλός οδηγός. Όταν συναντιούνταν δύο λεωφορεία δυσκολεύονταν να περάσουν. Κι όταν έβρεχε ήταν επικίνδυνα πολύ. Μέχρι τη Λίνδο ήταν άσφαλτος που είχαν ρίξει οι Ιταλοί και από κει και μετά χωματόδρομος. Και μέχρι τον Προφήτη Ηλία ήταν άσφαλτος. Οι οδηγοί είχαν μετατρέψει τα φορτηγά σε λεωφορεία, βάζοντας μέσα πάγκους. Όλοι κρεμιόντουσαν τότε στις καρότσες πάνω, αλλιώς πήγαιναν με τα γαϊδουράκια και τα μουλάρια τους.

Και μετά συνεχίσατε να είστε οδηγός στη ΡΟΔΑ, που τη δημιούργησε ο δήμαρχος Μιχαήλ Πετρίδης και ύστερα γίνατε και ταξιτζής!
Από το 1943-44 που πήρα Γερμανική άδεια οδήγησης,  βγήκα στη σύνταξη το 1986 και παρέδωσα το επαγγελματικό μου δίπλωμα.

Πώς σας φαίνονται τώρα οι δρόμοι, πώς σας φαίνονται οι σύγχρονοι οδηγοί;
Τώρα οι δρόμοι είναι πολύ μεγάλοι πια. Τότε, για να ‘σαι οδηγός έπρεπε να ‘σαι πολύ καλός. Αυτοί οι καινούργιοι οδηγοί τώρα δεν θα κυκλοφορούσαν στους παλιούς τους δρόμους.

Τώρα τι κάνετε, με τι ασχολείστε, ξεκουράζεστε;
Τώρα εργάζομαι στα χωράφια μου, αγαπώ πολύ τα δέντρα. Είμαι ο πρώτος που στις 10 Μαΐου αρχίζω και βγάζω τα ντόπια τα καΪσια του Παυλή, τ΄ Αφαντενά. Και βγάζω και πολλά σύκα και τα συσκευάζω.  Χάρηκα πολύ που σε είδα, άνοιξε η καρδιά μου!