Το Νικολάκη, που σέρβιρε στου Μπαμπούλα τον Ωνάση!

Στο θρυλικό μαγαζί του Μπαμπούλα, που ήρθαν και τραγούδησαν τα μεγαλύτερα ονόματα των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60, που πέρασαν από κει οι πιο γνωστοί ηθοποιοί που βρέθηκαν στη Ρόδο, σερβιτόρος και άνθρωπος για όλες τις δουλειές ήταν το Νικολάκη ο Διακομιχάλης.

Μια ξύλινη κατασκευή, στηριγμένη σε πασσάλους που ξεκινούσε από την προκυμαία και προχωρούσε μέσα στη θάλασσα του Κόβα, άφησε τέτοιο όνομα που βρίσκεται στις συζητήσεις μέχρι σήμερα.

Εκεί έφαγε ο Ωνάσης και το Νικολάκη τον σέρβιρε, εκεί όταν ερχόταν ο Αμερικάνικος στόλος έρχονταν και γυναίκες από την Αθήνα και το μαγαζί μετατρεπόταν σε καμπαρέ, για να διασκεδάσει τους ναύτες.

Ο θρυλικός Μπαμπούλας, τα πιάτα που έσπαγαν, οι χορεύτριες που ξεσήκωναν τους πελάτες και το Νικολάκη που συνάντησα στο σπίτι του, στην Ανάληψη, μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο Φανή, να έχει μια ζωντάνια νεανική, κι αυτή τη διάθεση για πείραγμα που το συνόδευε πάντα στη ζωή του. 

Πού βρισκόταν το μαγαζί αυτό, πόσα χρόνια δουλέψατε εκεί;
Στου Μπαμπούλα δούλεψα 17 χρόνια σερβιτόρος, από το 1952. Ήταν στου Κόβα, μες τη θάλασσα, 70 τραπέζια είχε. Ξέρεις πότε το ρίξανε το μαγαζί; Μέσα στη Χούντα. Για να βγάλουν τους πασσάλους είδανε και πάθανε. Γερανοί, δύτες… Δεν έμεινε τίποτα στο τέλος. Όλοι όμως μέχρι σήμερα το θυμούνται. Ήτανε μοναδικό.

Ποιος το είχε;
Ο Μπαμπούλας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Οικονομάκης, αλλά το λέγανε Μπαμπούλα. Καλός άνθρωπος. Ήταν μέσα η γυναίκα του, οι γαμπροί του… Τη γυναίκα του τη λέγανε Άννα. Κι είχε μαζί του και τον Παναγιώτη, το μαυράκι. Το πήρε και το μεγάλωνε και το είχε πιο καλά από τα δικά του παιδιά. Κι αυτό ήταν καλό. Έγινε ποδοσφαιριστής μεγάλος. Με αγαπούσε. Μόνος του το φτιαξε το μαγαζί ο Μπαμπούλας. Ξύλινο ήτανε. Μια μέρα γύρισα στο σπίτι με τον ήλιο. Και μετά από λίγο πάλι να πάμε να καθαρίσουμε, να στρώσουμε… Ο Μπαμπούλας, έμενε μέσα στο μαγαζί, σ΄ ένα δωμάτιο

Εσείς τι δουλειά κάνατε;
Σερβιτόρος. Το Νικολάκη, έτσι με λέγανε. Εγώ κρατούσα το ταμείο. Εγώ έλεγα και στ΄ αφεντικά πως έπρεπε να γίνει η δουλειά. Μετά του Μπαμπούλα, πήγα 22 χρόνια στο «Λούκουλο».  Εστιατόριο, ονομαστό, στην οδό Αμερικής. Στο Λούκουλο, έξω μπροστά στην πόρτα, είχαμε επτά τραπέζια και τα είχα μόνος μου και μέσα στον κήπο 27.Τελείωνα και πήγαινα και στους έξω να βοηθήσω. Τ΄ αφεντικά μου, με αγαπούσανε.
 

Η ξύλινη κατασκευή που προχωρούσε μέσα στη θάλασσαΗ ξύλινη κατασκευή που προχωρούσε μέσα στη θάλασσα


Ήταν ψαροταβέρνα, ήταν καμπαρέ, τι ήταν του Μπαμπούλα;
Ήταν ανοιχτό από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί και σέρβιρε ό,τι ήθελες, αλλά πιο πολύ ψάρι. Το βράδυ είχε μουσική. Εκεί τραγούδησε η Καίτη Γκρέη, ο Γαβαλάς, ο Ζαμπέτας, ο Ζαγοραίος, ο Τσαουσάκης, ο Περπινιάδης, η Μαίρη Λίντα…Ήταν μικρή κοπέλα τότε, Χοντρούλα, κουνίστρα.  Δεν τους θυμάμαι τώρα ποιοί περάσαν από κει. Η Πίτσα Παπαδοπούλου. Γέμιζε το μαγαζί. Το κάναμε και καμπαρέ όταν ερχόταν ο αμερικάνικος στόλος. Έρχονταν γυναίκες από την Αθήνα, να διασκεδάζουν τους ναύτες. Όλες τρέχανε να τις κεράσουν οι ναύτες ένα ποτό και εκείνες παίρνανε τη μάρκα και την αλλάζανε. Ήρθε μία, κι αυτή δεν πήγαινε κοντά σε κανέναν. Της λέω: «γιατί δεν πας να κάνεις καμιά μάρκα;». Μου λέει «εμένα μου είπαν αν θέλω δουλειά και τους είπα ότι θέλω. Να το ξερε ο πατέρας μου, να με σφάξει»…

Πώς φέρονταν οι ναύτες του αμερικάνικου στόλου, έκαναν φασαρίες;
Πίνανε πολύ. Βγαίνανε, κι έρχονταν να πιούνε, γίνονταν τάπα, κάνανε καυγάδες, ερχόταν η δική τους η αστυνομία του καραβιού… τους κυνηγούσαν στα στενά της Παλιάς Πόλης, τους περιλαβαίνανε.. Η δική τους αστυνομία κρατούσε ρόπαλα. Τους βάζανε μέσα στα δικά τους αυτοκίνητα και τους παίρνανε στο καράβι. Μια φορά, βρήκα ένα ρολόι κάτω, από τα καλά, 24ωρο. Πήγα το πρωί να σκουπίσω, το βρήκα. Ακόμα το ‘χω το ρολόι, δουλεύει. Και ούτε μπαταρία. Κι ένα δαχτυλίδι αντρικό, με κόκκινο ρουμπίνι, σαν πέτρα.

 Οι ντόπιοι έρχονταν στου Μπαμπούλα;
Όλη η Ρόδος ερχόταν στου Μπαμπούλα. Ξοδεύανε λεφτά…

Ξοδεύανε λεφτά σε λουλούδια;
Δεν είχε λουλούδια εκείνη την εποχή. Πιάτα εσπούσανε. Κανονικά πιάτα, όχι κάτι γύψινα που βγήκαν μετά. Ήρθε μέρα που δεν είχαμε πιάτα να σερβίρουμε, κι επήγε ο Μπαμπούλας κι αγόρασε, να δουλέψουμε το βράδυ. Άλλοι δυό σερβιτόροι που ήμασταν μαζί ήταν ο Νικόλας Καζάκος και ο Μιχάλης Βονάκης.

Χόρευαν κιόλας, είχε πίστα;
Είχαμε μια πίστα ξύλινη, στρογγυλή. Χορεύανε. Και πάω να περάσω μια φορά, κι επειδή ήμουνα κοντός, κάποιος με κορόιδεψε. Του ρίχνω μια γροθιά, έπεσε κάτω. Μετά από καιρό, με βρήκε έξω, μου λέει: «είχες δίκιο τότε».

Ωραία περνάγατε! Λεφτά έβγαιναν;
Μια χαρά επερνούσαμε εμείς τότε. Μετά αγάπησα τη γυναίκα μου τη Φανή και την πήρα, κι έφυγα σιγά-σιγά από το μαγαζί. Είχε λεφτά τότε. Εκείνο τον καιρό ήμουνα πλούσιος. Δεν πληρωνόμουν με μεροκάματο, με ποσοστά. Εγώ τους πλήρωνα τους υπόλοιπους. Και το πρωί εγώ εψώνιζα. Κι εκεί και στο Λούκουλο. Αλλά δεν έκλεψα ποτέ. Τώρα που μου ρχονται στο μυαλό… Έκλεψα τη γυναίκα μου, να κλέψω κι άλλον; (γέλια).

 

Ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος συνομιλεί με το Μπαμπούλα.Ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος συνομιλεί με το Μπαμπούλα


Κι έρχονταν και πολλοί ηθοποιοί: ο Μπάρκουλης, ο Φωτόπουλος, είναι αλήθεια ότι σερβίρατε και τον Ωνάση;
Μια βραδιά η θαλαμηγός του η «Χριστίνα» ήταν έξω αραγμένη και ήρθαν και μας τους φέρανε. Δεκαεπτά άτομα! Ο Μπαμπούλας είχε πάει στ΄ Αφάντου, κι αγόρασε γουρουνόπουλο. Όμως έβγαλε φέτες, τζατζίκια, κι ένα σωρό μεζέδες, τα φάγανε και το γουρουνάκι έμεινε. Μια βδομάδα έτρωγε γουρουνόπουλο ο Μπαμπούλας μετά.

Πουρμπουάρ άφησε ο Ωνάσης;
Έφυγε και πουρμπουάρ δεν άφησε.  Όταν πήγα να τους βγάλω στα σκαλάκια, να ανέβουν στο πεζοδρόμιο… είχε κάτι λελέκια σωματοφύλακες μαζί του, δυό μέτρα. Γυρίζει ο ένας, μου δίνει 50 δραχμές.

Σε τι αντιστοιχούσαν τότε οι 50 δραχμές;
Ήταν τρία μεροκάματα τότε. Θα ‘ταν το 1954 με ΄55.  Ήταν τακτικά στη Ρόδο ο Ωνάσης. Η «Χριστίνα» άραζε απέναντι από του Μπαμπούλα.

Εσείς πως βρεθήκατε να δουλεύετε εκεί;
Από τη Νίσυρο, το Νημποριό που γεννήθηκα; Ήρθα στη Ρόδο για δουλειά και είχα έναν αδελφό δίδυμο, που δούλευε στου Μπαμπούλα. Όταν έφυγε για την Αυστραλία, πήγα εγώ στη θέση του. Και να σκεφτείς όταν γεννηθήκαμε τα δίδυμα, εμένα με πετάξανε πάνω στον πάγκο. Λένε «αυτό είναι πεθαμένο»… Με βλέπουν ξαφνικά, γλείφω τα χειλάκια μου, λέει «ζωντανό είναι»…

Πότε κατεδάφισαν το μαγαζί;
Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, είχα φύγει πια εγώ. Η Χούντα είπε ότι αυτή η κατασκευή απαγορευότανε.  Από το πεζοδρόμια ήταν 80 μέτρα μέσα στη θάλασσα. Ο κόσμος παραπονιόταν που το χαλάσανε. Ωραία ήταν, εγώ καλά επέρασα. Αλλά γιατί ήρθες τώρα εσύ εδώ; Μιας κι ήρθες, θα σε πω ένα τραγουδάκι: «Τα μάτια σου όποιος τα δει, αν δεν αναστενάξει, αστροπελέκι και φωτιά, να πέσει να τον κάψει»…

 

Όταν στου Μπαμπούλα τραγουδούσε ο Ζαμπέτας. Το Νικολάκη πρώτος αριστερά, πίσω του ο  θρυλικός Μπαμπούλας και δίπλα μικρός ο μετέπειτα ποδοσφαιριστής Παναγιώτης ΣωτηρόπουλοςΌταν στου Μπαμπούλα τραγουδούσε ο Ζαμπέτας. Το Νικολάκη πρώτος αριστερά, πίσω του ο θρυλικός Μπαμπούλας και δίπλα μικρός ο μετέπειτα ποδοσφαιριστής Παναγιώτης Σωτηρόπουλος

 

Το μαγαζί μετατρεπόταν και σε καμπαρέ  Το μαγαζί μετατρεπόταν και σε καμπαρέ

 

Το Νικολάκη στη μέση και δύο ακόμη σερβιτόροι του Μπαμπούλα.  Ο Νικόλας Καζάκος αριστερά και ο Μιχάλης Βονάκης δεξιάΤο Νικολάκη στη μέση και δύο ακόμη σερβιτόροι του Μπαμπούλα. Ο Νικόλας Καζάκος αριστερά και ο Μιχάλης Βονάκης δεξιά

 

Ο Νικολάκης Διακομιχάλης σήμεραΟ Νικολάκης Διακομιχάλης σήμερα