Ποιά η θέση της ινσουλίνης  στο Διαβήτη τύπου 2 (ενηλίκων);

Στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 υπάρχει πλήρης καταστροφή των κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη με αποτέλεσμα να υπάρχει απόλυτη ανάγκη λήψης της ινσουλίνης εξωγενώς. Η σχέση μεταξύ της χορήγησης ινσουλίνης και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είναι περισσότερο πολύπλοκη.

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 παράγουν ένα ποσό ινσουλίνης, το οποίο όμως δεν είναι ικανό να διατηρήσει εντός των φυσιολογικών ορίων τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Οι θεραπευτικές επιλογές στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είναι η υποβοήθηση των β-κυττάρων του παγκρέατος να παράγουν περισσότερη ινσουλίνη, η χορήγηση φαρμάκων που βοηθούν τον οργανισμό να χειρίζεται καλύτερα την ινσουλίνη που παράγεται ή η χορήγηση ινσουλίνης με ένεση ή αντλία. Η τελευταία επιλογή (χορήγηση ινσουλίνης) είναι η καλύτερη επιλογή για ένα συγκεκριμένο ποσοστό ασθενών. Υπάρχουν όμως πολλοί μύθοι και φοβίες σχετικά με τη χορήγηση ινσουλίνης και για το λόγο αυτό στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε την αλήθεια από τα ψεύδη.

1. Αν αρχίσεις την ινσουλίνη, δεν τη σταματάς (μύθος)
Αν και η ινσουλίνη θεωρείται ο «τελευταίος σταθμός» στη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 η αλήθεια είναι πως αν τα επίπεδα γλυκόζης ελεγχθούν και ο ασθενής ακολουθεί τις γνωστές υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες τότε είναι δυνατόν να χορηγηθούν αντιδιαβητικά δισκία από του στόματος ή να ελαττωθούν οι δόσεις της χορηγούμενης ινσουλίνης

2. Η χορήγηση ινσουλίνης σημαίνει προσωπική αποτυχία στην αντιμετώπιση του διαβήτη (μύθος)
Παρόλο που πολλές φορές η χορήγηση ινσουλίνης αντιμετωπίζεται από τους ασθενείς ως προσωπική αποτυχία στην αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 είναι μια εξελικτική νόσος που σημαίνει πως ο οργανισμός προοδευτικά παράγει όλο και λιγότερο ινσουλίνη. Ακόμα και οι ασθενείς χωρίς διαβήτη παράγουν λιγότερα ποσά ινσουλίνης με την πρόοδο της ηλικίας.

3. Η χορήγηση ινσουλίνης προκαλεί τις επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη (μύθος)
Αυτό που ισχύει είναι πως οι ασθενείς που ρυθμίζονται με τη χορήγηση ινσουλίνης έχουν σακχαρώδη διαβήτη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτούς που αντιμετωπίζονται με δισκία. Η μακροχρόνια ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών, ενώ και οι γιατροί συνταγογραφούν ευκολότερα ινσουλίνη για τους ασθενείς που έχουν ήδη αναπτύξει επιπλοκές καθώς επιθυμούν καλύτερη ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη.

Η αλήθεια είναι λοιπόν πως η χορήγηση ινσουλίνης βοηθά στην καλύτερη ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη και στην πρόληψη των επιπλοκών, δεν τις προκαλεί.

4. Η ινσουλίνη ειναι μόνο για τους            ασθενείς με ιστορικό  σακχαρώδη διαβήτη για πολλά χρόνια (μύθος)
Μερικές φορές η χορήγηση ινσουλίνης είναι η καλύτερη θεραπευτική επιλογή για έναν ασθενή με πρόσφατη διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ειδικά αν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι υψηλά κατά τη διάγνωση. Μετά την εντατική αντιμετώπιση με ινσουλίνη για ένα εξάμηνο ή ένα έτος και αφού τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα έχουν ελεγχθεί είναι δυνατή η μείωση ή η διακοπή της χορηγούμενης αγωγής με ινσουλίνη και η χρησιμοποίηση άλλης μορφής αντιδιαβητικής αγωγής.

5. Τα αντιδιαβητικά δισκία είναι ασφαλέστερα (οχι υποχρεωτικά)
Ενώ είναι αλήθεια πως η χορήγηση υπερβολικής δόσης ινσουλίνης μπορεί να προκαλέσει χαμηλά επίπεδα σακχάρου (υπογλυκαιμία), είναι επίσης αλήθεια πως είναι ασφαλής και χωρίς ανεπιθύμητες δράσεις στην καρδιά, στο πάγκρεας, στους νεφρούς και στο ήπαρ που προκαλούν μερικές φορές τα αντιδιαβητικά δισκία.

Η ινσουλίνη αποτελεί ένα «καθαρό» φάρμακο και αυτό είναι ένα πολύ ευχάριστο νέο για τους ασθενείς με νεφρικά ή ηπατικά προβλήματα που πιθανώς δεν μπορούν να λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που μεταβολίζεται μέσω αυτών των οργάνων.

6. Οι ενέσεις είναι επώδυνες (οχι υποχρεωτικά)
Για τη χορήγηση ινσουλίνης υποδόρια είναι απαραίτητη η χρήση βελόνας και αυτό είναι δυσάρεστο για πολλούς ασθενείς. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε πως οι σημερινές βελόνες είναι πολύ λεπτές (με πάχος όσο περίπου τρεις τρίχες μαζί) με αποτέλεσμα οι ενέσεις να είναι σημαντικά λιγότερο επώδυνες από το παρελθόν.

7. Η χορήγηση ινσουλίνης οδηγεί σε πρόσληψη βάρους (οχι υποχρεωτικά)
Η ινσουλίνη βοηθά τον οργανισμό μας να απορροφά σωστά τα θρεπτικά συστατικά από τις τροφές άρα η πρόσληψη βάρους είναι ένας κίνδυνος. Είναι στο χέρι όμως κάθε ασθενούς ταυτόχρονα με την έναρξη χορήγησης ινσουλίνης να λάβει μέτρα για να μην αυξήσει το βάρος του όπως να τρώει λιγότερο και να ασκείται περισσότερο ή όπως προτείνουν πολλοί ιατροί να λαμβάνει ινσουλίνη μαζί με μετφορμίνη.

8. Η χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία (αλήθεια)
Η χαμηλή τιμή σακχάρου του αίματος (υπογλυκαιμία) είναι δυνατόν να συμβεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη αν και με τις νεότερες ινσουλίνες είναι σπανιότερη. Ο κάθε ασθενής σε συνεργασία με τον ιατρό του θα πρέπει να καθορίζει τη δόση της χορηγούμενης ινσουλίνης σε κάθε αλλαγή των διατροφικών του συνηθειών, του προγράμματος άσκησης του ή όταν συνυπάρχει άλλη νόσος.

9. Η λήψη ινσουλίνης εχει πολλές δυσκολίες (οχι υποχρεωτικά)
Μπορεί η λήψη ινσουλίνης να έχει συσχετιστεί με την τακτική μέτρηση σακχάρου, τον υπολογισμό των γευμάτων και τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων του ασθενούς αλλά τα παραπάνω δεν είναι απαραίτητα σε κάθε ασθενή. Για παράδειγμα πολλοί ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν καθορισμένη δόση ινσουλίνης μακράς διαρκείας δεν χρειάζεται να υπολογίζουν το ποσό των υδατανθράκων που περιλαμβάνει το γεύμα τους (πρακτική χρήσιμη στον υπολογισμό της δόσης των προγευματικών δόσεων ινσουλίνης).

Συμπερασματικά η ινσουλίνη αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο στην αντιμετώπιση επιλεγμένων ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και δεν θα πρέπει να αφήνουμε φοβίες και μύθους να το εξουδετερώσουν.

Πηγή: iator.gr