Ο ανθρακωρύχος κι η χαμένη  εκκλησία της Καρπάθου

Του Μανώλη Δημελλά από το huffingtonpost.gr

Στ' αλήθεια υπάρχει ένα εκκλησάκι στην είσοδο των Μενετών ή πρόκειται για ακόμη έναν αστικό θρύλο; Μόνο ένας ανθρακωρύχος, ένας άνθρωπος που κατέβαινε στα βάθη της γης, για να βγάλει κάρβουνο ή ένας ξορύχτης μαρμάρου, θα παθιαζόταν με μια τόσο ανάποδη ιστορία!

Στο κεφαλοχώρι της Καρπάθου Μενετές, συναντάμε μια υπόθεση καθαρό γρίφο, που ακόμη και σήμερα, περίπου 100 χρόνια μετά από τις πρώτες έρευνες, εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν!
Πρόκειται για μια πολύ παλιά πέτρινη εκκλησία, που σύμφωνα με μαρτυρίες υπήρχε στην είσοδο του χωριού!

Το κτίσμα βρισκόταν στους απόκρημνους λόφους, ανάμεσα στο σημερινό νεκροταφείο του χωριού, δηλαδή από την είσοδο του χωριού και μέχρι τις ρίζες του βράχου, όπου είναι η σημερινή τρίκλιτη βασιλική εκκλησία.


Την ιστορία ξεκινά να την σκαλίζει ένας μιναδόρος, ο Βαγγέλης Χωραταζής είναι από τους Μενετιάτες που λάτρεψαν τον τόπο τους και προσέφεραν ένα κομμάτι της ψυχής τους σ΄αυτόν!

Εκείνος λοιπόν, παρακάτω θα περιγράψουμε την ιστορία της ζωής του, μαθαίνει την δεκαετία του '30 την ύπαρξη μιας εκκλησίας, της άγνωστης «Παναγιάς της Λακκιώτισσας», που όμως ήταν έτσι κατασκευασμένη ώστε να μην την πιάνει το μάτι των πειρατών.
Ο θρύλος λεγόταν από έναν ηλικιωμένο θείο του, εκείνος τον παρότρυνε να ψάξει!

Η χαμένη εκκλησία ήταν φτιαγμένη όπως οι ξερολιθιές και έμοιαζε με τις μάντρες που χωρίζουν τις ιδιοκτησίες, έτσι ώστε από μακριά να ξεγελά και να μην ξεχωρίζει, όμως με τα χρόνια έγιναν διάφορες επιχωματώσεις και το κτίσμα, που όπως λέγεται είχε πανέμορφες τοιχογραφίες, κυριολεκτικά το κατάπιε η γη!

Από τότε που έμαθε για το εκκλησάκι ο Ευάγγελος Χωρατατζής άρχισε να τριγυρνά στην περιοχή και με τα μάτια ανοιχτά έψαχνε ένα μικρό σημάδι, που θα τον οδηγούσε στην ανακάλυψη!

Οι έρευνές του ξεκίνησαν προπολεμικά, από την δεκαετία του 1930, στην προσπάθεια του δεν ήταν μόνος, κατά καιρούς όλο και βρισκόταν κάποιος άλλος θαρραλέος συγχωριανός, που παθιαζόταν με την ιδέα και σκάλιζε πέτρες, τρύπωνε στους πυκνούς θάμνους και έψαχνε στα ξεροτράχαλα τοιχία, γιατί σύμφωνα με μια θεωρία, η είσοδος είχε σκεπαστεί από πέτρες και ήταν η μόνη στην επιφάνεια από το υπόλοιπο κτίσμα.

Όπως θυμάται ένας παλιός αρχαιοφύλακας, ο Γιώργος Σακελλάκης, την δεκαετία του 1980 αρκετές φορές ανέβηκε και περπάτησε τους γύρω λόφους, ήταν μαζί με εργάτες κι όλοι μαζί κρατούσαν κασμάδες και αξίνες!

Μια ανάλογη έρευνα πραγματοποίησε και ο Μιχάλης Γεωργίου, ένα από τα πιο δυναμικά στελέχη της καρπαθιακής παροικίας Αθηνών-Πειραιώς εκείνης της περιόδου.
Οι έρευνες δεν οδήγησαν πουθενά και πάλι σύμφωνα με τον αρχαιοφύλακα Γιώργο Σακελλάκη, το πιθανότερο είναι ότι, εάν υπήρχε εκκλησάκι, λόγω του επικλινούς εδάφους πολλές στρώσεις από χώμα θα είχαν κάλυψαν και μόνο κατά τύχη θα μπορούσε να βρεθεί.

Παραμυθάκι για παιδιά ή μήπως ένα ακόμη μυστικό της Καρπάθου, από εκείνα που θα γίνουν μαγικά δώρα στις μελλοντικές γενιές;
Εκείνοι που αγαπούν το νησί έχουν ακούσει πολλές ιστορίες για τους θησαυρούς που κρύβει στο υπέδαφος του!

Αν η υπόθεση του χαμένου λατρευτικού τόπου παρασύρει το μυαλό και ξεσηκώνει τη φαντασία τότε οι ιστορίες των ανθρώπων, που δυστυχώς χάνονται μαζί με την ανάσα τους, έχει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, αυτές κρύβουν τα πιο μεγάλα, τα αυθεντικά θαύματα!


Ο Ευάγγελος Χωρατατζής, ο άνθρωπος που έψαχνε με πάθος το μικρό εκκλησάκι, έχει μια διαδρομή ζωής που όταν την κοιτάς από απόσταση και τη μελετάς στο σύνολο της μοιάζει με ένα από τα ζηλευτά μυθιστορήματα.

Γεννήθηκε στο 1896 στις Μενετές Καρπάθου, ίσα που πρόλαβε να τελειώσει την πρώτη δημοτικού και επτά χρονών αναγκάστηκε να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, αφού έχασε τον πατέρα και έπρεπε, ως πρωτογιός, να βοηθήσει τη μάνα και τα τέσσερα μικρότερα αδέρφια του.

Μετανάστευσε στην Κρήτη και δούλεψε βοηθός μαστόρων, ήταν το παιδί που κουβαλούσε νερό, πέτρες και έδινε τα εργαλεία στους ξακουστούς Καρπάθιους χτιστάδες, εκείνους που με τα χέρια τους έφτιαξαν πόλεις και χωριά.

Σύντομα βρέθηκε στην Αθήνα κι από εκεί τράβηξε για τα λατομεία εξόρυξης μαρμάρου. Η Πεντέλη, το βουνό του λευκού μαρμάρου, δεν κατάφερε να τον κρατήσει, μέσα στην εφηβεία, στις 20 Μαΐου 1912, ο 16χρονος Βαγγέλης θα ταξιδέψει με το υπερωκεάνιο MARTHA WASHINGTON, από την Πάτρα για την Αμερική.

Στις καινούριες χώρες τον περιμένει το πιο δύσκολο επάγγελμα, θα ακολουθήσει τα βήματα των εργατών της εποχής και θα γίνει μιναδόρος. Θα δουλέψει μέσα στις βαθιές στοές των ορυχείων της Βιρτζίνια και με τα χέρια του θα βγάζει κάρβουνο.

Μόλις έναν χρόνο αργότερα και ο Ευάγγελος Χωρατατζής θα ζήσει μια από τις χειρότερες τραγωδίες στην ιστορία της εξόρυξης άνθρακα στην πόλη Dawson, μια περιοχή γύρω από Colfax County στο New Mexico.
Ήταν 22 Οκτώβρη 1913, 286 ανθρακωρύχοι πέρασαν την είσοδο της 2η στοά και κατέβηκαν στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του ορυχείου.

Οι εργασίες ακολουθούσαν συνηθισμένη ρουτίνα όμως λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι το ορυχείο σείστηκε από μια τρομακτική έκρηξη, σχεδόν αμέσως ακολούθησε δεύτερη, αυτή τη φορά πιο δυνατή, που έστειλε πύρινες γλώσσες φωτιάς 30 μέτρα έξω από το στόμιο της σήραγγας και έφτασε να κουνήσει τα σπίτια στην πόλη Dawson, που βρίσκεται δύο μίλια μακριά.

Μόνο 23 από τους 286 άνδρες, που εργάζονταν στο ορυχείο, κατάφεραν να μείνουν ζωντανοί, ακόμη και δυο ευαίσθητοι διασώστες δεν άντεξαν να ξεθάβουν πτώματα και αυτοκτόνησαν!


Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν μετανάστες, 146 Ιταλοί, 36 Έλληνες και 29 Μεξικάνοι, ανάμεσα τους και 6 Καρπάθιοι! Οι βωλαδιώτες Βάσος Μαγκλής, Βασίλης Λαδής, Κωστής Μηναϊδης, Μανώλης Χαλκιάς, και οι αδελφοί Γιώργος και Κωστής Μακρής.

Η τραγωδία καγράφεται ως η δεύτερη χειρότερη συμφορά σε ανθρακωρυχεία της Αμερικής, η πρώτη συνέβη το 1907, στο Fairmont Coal Co.'s Monongah, W.Va., εκεί από τις εκρήξεις σκοτώθηκαν 363 άντρες και παιδιά, κυρίως Ιταλοί και Πολωνοί μετανάστες.

Όπως καταγράφει ο σπουδαίος συγγραφέας και Καρπάθιος μετανάστης Μανώλης Κασσώτης, στο βιβλίο του «Καρπαθιακή παρουσία στην Αμερική», ο ανθρακωρύχος Ευάγγελος Χωρατατζής την προηγούμενη νύχτα είχε δει ένα πολύ κακό όνειρο και το θεώρησε μαύρο μαντάτο!

Ονειρεύτηκε ένα κατάμαυρο πλοίο με τέσσερα φουγάρα γεμάτο ξένους επιβάτες, το βαπόρι έφτασε κοντά στον κόλπο του νησιού του και την ίδια στιγμή μια βάρκα με έξι Βωλαδιώτες κωπηλάτες ξεκίνησε από το λιμάνι για να προσεγγίσει το απόκοσμο μαύρο πλοίο!

Μόλις οι έξι Καρπάθιοι ανέβηκαν πάνω το μαύρο πλοίο άρχισε να ξεμακραίνει, ξαφνικά ήρθε ένα πελώριο κύμα και το ρούφηξε! Εκείνη τη στιγμή ο Ευάγγελος Χωρατατζής πετάχτηκε από το κρεβάτι και έκανε το σταυρό του!
Μέχρι το ξημέρωμα μελετούσε και ξαναζούσε τον εφιάλτη του. Εκείνο το πρωινό διάλεξε να αφήσει το μεροκάματο και να μην μπει στη στοά!

Όταν είδε τους αμέτρητους τάφους των εργατών, ανάμεσα τους και των 6 Καρπαθίων, το συναίσθημα του έγινε η πιο πικρή μαντινάδα:
«Μα είδαν τα ματάκια μου τους ξένους πως τους θάφτουν,
Δίχως θυμίαμα κερί, δίχως παπά και ψάλτη,
Δίχως μανούλας κλάματα, δάκρυα μοιρολόγια,
Δίχως γυναίκα στο πλευρό και αδελφή στο πλάι». Ε.Χ.

Οι ερευνητές τους δυστυχήματος κατέληξαν στο συμπέρασμα: η έκρηξη είχε προκληθεί σε ένα τμήμα του ορυχείου που είχε χρησιμοποιηθεί δυναμίτης, ένα μη επιτρεπόμενο εκρηκτικό που όμως το χρησιμοποιούσαν.

Σύμφωνα με τα Αμερικανικά αρχεία, από το 1900 μέχρι το 1978, αναφέρονται συνολικά 104.000 θάνατοι από εργατικά δυστυχήματα μέσα στα ορυχεία!
Με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Χωρατατζής κατατάχθηκε και υπήρέτησε στον Αμερικανικό στρατό, ενώ το 1921 επέστρεψε στο νησί και παντρεύτηκε την Σοφία Γεωργίου του Μιχαήλ, μετά το γάμο και τη γέννηση του πρωτογίου του Ηλία επέστρεψε στις ΗΠΑ και στα ορυχεία.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, 25 Απριλίου 1924, πρώτη μέρα στη δουλειά και τραυματίστηκε σοβάρα, έγραψε λοιπόν μια έμμετρη επιστολή, που έστειλε στη γυναίκα του και ενημέρωνε για το ατύχημα που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή του:
Στις εικοσιπέντε τ' Απριλιού, Μεγάλη Πέμπτη Βράδυ
μου έσπασε η μηχανή χέρι και το ποδάρι.

Η μηχανή εκλώτσησε και με πισταγκωνίζει
με πίεση με έσπρωξε και πίσω μ' ακουμπίζει.

Το αίμα τρέχει σα νερό και βρέχει το μηρό μου
καλά το συλλογίστηκα πως είναι ο τελειωμός μου.

Από τη πολλή τη πίεση απούχε το κορμί μου
Λίγο ακόμα θαβγαινε Σοφία η ψυχή μου....

Πέρασαν τρια τέταρτα για να με λεφτερώσουν
Κι από βέβαιο θάνατο που ήμουν να με σώσουν

Ωσάν με λεφτερώσασι στη μηχανή καθίζω
Τα μάτια μου ήτανε κλειστά με δάκρυα τα γεμίζω

Από τους πόνους τους πολλούς μου ήρθε λιγωμάρα
Και από την εξάντληση με έπιασε τρομάρα

Τέσσερις με σηκώσανε με βάλανε στο κάρο
Και όλοι είπαν πως επόθανα και πως με πήρε ο Χάρος...

(Η επιστολή-οικογενειακό κειμήλιο βρίσκεται στο σπίτι της Σοφίας Ανδρέου στις Μενετές)


Εργατικό, τίμιο, μεγαλόκαρδο και χουβαρντά, έτσι περιγράφουν οι συντοποίτες του τον Ευάγγελο Χωρατατζή, που δούλεψε 41 χρόνια στις μίνες των ορυχείων της Βιρτζίνια και κατάφερε να γλυτώσει και από δυο βουλιαμέντα (κατακρημνήσεις οροφής της στοάς), με το μυαλό να βρίσκεται πάντα στην φαμίλια του και να αγκαλιάζει το χωριό!

Άνθρωπος του εθελοντισμού έχει αφήσει το χνάρι του στις μικρές και μεγάλες προσπάθειες για την ανάδειξη και τη βελτίωση του τόπου, όπως η συμμετοχή του στο χτίσιμο του σχολείου. Μια ιδιαίτερη μνεία για την κατασκευή του τριώροφου σχολείου αξίζει σε έναν άλλο μενετιάτη μετανάστη, τον Γεώργιο Ρήγα, αφού ήταν εκείνος που έδωσε αναγκαία χρήματα για το έργο, αν και ο ίδιος επέλεξε να μην επιστρέψει.

Ο Ευάγγελος Χωρατατζής έφυγε τον Μάρτιο του 1986, μέχρι τότε και παρά τις προσπάθειες δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει την «Παναγία τη Λακιώτισσα».
Μα ακόμη κι αν δεν υπάρχει ένα παλιό εκκλησάκι στην είσοδο του χωριού, αξίζει να παθιάζεσαι για έναν τέτοιο μύθο, αφού κάθε βουτιά στο παρελθόν, όσο άστοχη και αποτυχημένη και να 'ναι, φέρνει στην επιφάνεια γνώση και ανεπανάληπτες εμπειρίες.