Η αλλαγή του κυρίαρχου  επιχειρηματικού μοντέλου  και οι επιπτώσεις  στην αγορά εργασίας

Γράφει ο Ζαχαρίας Παρασκευάς
Μηχ. Η/Υ & Πληροφορικής - Επιχειρηματίας Chief Information Officer (CIO) Afoi Paraskeva & Co E.E.

Ο ταν τον περασμένο Φεβρουάριο ανακοινώθηκε η αποτυχημένη απόπειρα εξαγοράς της Unilever από την Kraft-Heinz κανείς δεν περίμενε το ντόμινο εξελίξεων που θα ακολουθούσε.

Οι πρωταγωνιστές του αποτυχημένου επιχειρηματικού deal ήταν τρείς: ο πρόεδρος της Unilever Πωλ Πόλμαν, ο διαχειριστής και μεγαλομέτοχος του επενδυτικού κεφαλαίου Berkshire Hathaway ο Ουόρεν Μπάφετ και ο Alex Behring συνιδρυτής και μεγαλομέτοχος του Βραζιλιάνικου επενδυτικού fund με την ονομασία 3G. Στα δύο αυτά fund ανήκει εκτός των άλλων και η πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας Kraft-Heinz.

H πρόταση των 143 δις δολαρίων για εξαγορά της Unilever από το κονσόρτσιουμ Berkshire και 3G απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την μεριά του Πόλμαν, μια εμπειρία που ο ίδιος χαρακτήρισε ως “…near death experience”. Ηταν η πρώτη φορά που μιά κοινή τους πρόταση  αποτύγχανε, κάτι που δημιούργησε έκπληξη στον επιχειρηματικό κόσμο, αφού πάντα στο παρελθόν οι προτάσεις τους γίνονται δημόσια γνωστές μόνο όταν γνωρίζαν ότι θα είναι πετυχημένες.

Η  νίκη όμως αυτή φαίνεται να είναι πύρρειος  για την Unilever τουλάχιστον όσο αφορά το επιχειρηματικό μοντέλο που εκπροσωπεί. Ενα μοντέλο που εκτός από την κερδοφορία έδινε μεγάλη έμφαση στην αειφόρο ανάπτυξη, στον εργαζόμενο και στο περιβάλλον. Οι παρενέργειες αυτής της αποτυχημένης εξαγοράς αντί να κλονίσουν αυτούς που απέτυχαν, έφεραν σε μεγάλη δυσκολία αυτούς που απέτρεψαν το deal.

Η πίεση που δέχεται τώρα η  διοίκηση της μεγάλης αυτής πολυεθνικής  από την μεριά των μετόχων της, την αναγκάζει να προσαρμόσει τις πρακτικές της σε αυτές των ανταγωνιστών της που απέτυχαν να την εξαγοράσουν. 

Αν κάποιοι πιστεύουν ότι αυτό  αφορά μόνο μία ελίτ επιχειρηματιών που διαγκωνίζονται για μεγαλύτερα μερίδια και κέρδη, μάλλον πρέπει να αλλάξουν γνώμη.

Πίσω από αυτά τα διαφορετικά μοντέλα διοίκησης βρίσκονται θέσεις εργασίας και η  υιοθέτηση του  ενός  ή του άλλου μοντέλου παίζει καθοριστικό ρόλο για εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Στην διεθνή επιχειρηματική κοινότητα είναι γνωστό ότι μετά από κάθε εξαγορά του επενδυτικού fund 3G, ακολουθούν δραστικές περικοπές κόστους με έμφαση στις απολύσεις. Όταν το 2013 η 3G με τον Buffet αγόρασαν την Heinz, 10.000 άνθρωποι έχασαν μέσα σε ένα χρόνο την δουλειά τους.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση ενός εκ των τριών ιδρυτών του 3G  σχετικά με την έμφαση που δίνουν στις περικοπές κόστους. ¨Τα κόστη είναι σαν τα νύχια των δακτύλων μας: πάντα χρειάζονται κόψιμο!”.  Οταν επίσης ρωτήθηκε ο Warren Buffett από μετόχους του fund που εκπροσωπεί, σχετικά με το πολιτικό ρίσκο να συνεργάζεται με την 3G  που είναι γνωστή για τις περικοπές θέσεων εργασίας, η απάντηση του ήταν αφοπλιστική:

“Οι άνθρωποι της 3G είναι πολύ καλοί στο να κάνουν τις επιχειρήσεις να δουλεύουν πιό παραγωγικά με λιγότερους ανθρώπους. Αυτό εξάλλου δεν συμβαίνει και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους όπως στην αυτοκινοβιομηχανία και στην χαλυβουργία? Αυτός  είναι ο λόγος που τόσο εγώ όσο και εσείς ζούμε τόσο καλά!”

Η έμφαση στις περικοπές  κόστους έχει γίνει αισθητή ακόμη και στο τρόπο διοίκησης μέσα στις εταιρείες. Μέχρι πριν μερικά χρόνια όλοι οι manager στα διάφορα τμήματα λειτουργούσαν με βάση ένα καθορισμένο προϋπολογισμό (budget) βάση του οποίου κατένειμαν τους πόρους σε ενέργειες και λειτουργίες που θεωρούσαν πιό αποδοτικές.

Πριν μερικά χρόνια η 3G ήταν η πρώτη που υιοθέτησε την προσέγγιση “προϋπολογισμού επί μηδενικής βάσης” (zero base budgeting -ZBB)”.  Οι μανατζερ πλέον καλούνται να λειτουργήσουν επί μηδενικής βάσης και φυσικά αξιολογούνται από την ικανότητα τους να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες περικοπές. Τα τελευταία χρόνια 90 μεγάλες εταιρείες  υιοθέτησαν αυτή την πρακτική, όταν πριν πέντε χρόνια ήταν μόλις 14.

Το νέο μοντέλο διοίκησης έχει κυριαρχήσει όχι τόσο στην προσπάθεια των εταιρειών  να αυξήσουν τα ήδη υψηλά κέρδη τους. Επιβλήθηκε από την αναγκαιότητα να βελτιώσουν επιχειρηματικούς δείκτες που θα τις καθιστούν πιό αποδοτικές γιά τους μετόχους τους. Ενδεικτικά η Unilever που έχει διπλάσιο τζίρο και κέρδη από την Kraft-Heinz, θεωρείται λιγότερο ελκυστική για τους μετόχους και επενδυτές γιατί ο δείκτης απόδοσης κεφαλαίου της είναι σχεδόν ο μισός από αυτόν της Kraft.

Με τον κίνδυνο να χάνονται όλο και περισσότερες θέσεις εργασίας από  εξαγορές και συγχωνεύσεις, το νέο μοντέλο διοίκησης υπονομεύει ακόμη περισσότερο την αγορά εργασίας αυξάνοντας το κύμα απολύσεων. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την αναπόφευκτη αυτοματοποίηση με την εισαγωγή των ρομπότ στους χώρους της παραγωγής και των υπηρεσιών, τότε το μέλλον της αγοράς εργασίας διαγράφετε ζοφερό.

Τι είναι όμως αυτό που ωθεί ανθρώπους σαν τον 86χρονο Warren Buffet, τον πέμπτο πιο πλούσιο άνθρωπο στον κόσμο, να υιοθετεί με  κυνισμό τέτοιες επιχειρηματικές πρακτικές?

Ο κύριος λόγος είναι ότι τόσο οι manager διαχείρισης κεφαλαίων όσο και οι εκτελεστικοί διευθυντές των εταιρειών, δίνουν λόγο μόνο στους μετόχους τους και όχι στην κοινωνία. Από το πλαίσιο της εταιρικής ευθύνης που έχουν υιοθετήσει όλες οι πολυεθνικές  σχετικά με περιβαλλοντολογικά και διάφορα κοινωνικά ζητήματα,  απουσιάζει ο παράγοντας προστασίας της  εργασίας.

Θα ήταν ουτοπικό να περιμένει η κοινωνία ότι σε γενικές συνελεύσεις μετόχων ή στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών θα τεθεί κάποτε το θέμα της προστασίας των θέσεων εργασίας σε προτεραιότητα σε σχέση με την βελτίωση κάποιων άλλων κρίσιμων επιχειρηματικών δεικτών απόδοσης.

Εξίσου ουτοπικό είναι μεμονωμένα κράτη να λάβουν αποφάσεις προστασίας από τέτοιες επιχειρηματικές πρακτικές. Την επόμενη μέρα οι αγορές θα τα τιμωρήσουν με φυγή κεφαλαίων και αύξηση του spread των ομολόγων τους. Μόνο μιά συντονισμένη προσπάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να βάλει τέλος στην απληστία και στις επιχειρηματικές πρακτικές που υπονομεύουν την εργασία.

Η άνοδος του λαϊκισμού και η αντισυστημική στάση του εκλογικού σώματος στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, τόσο στην Αμερική όσο και στην Μεγάλη Βρετανία, είναι απόρροια  της ταξική ψήφου μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης που σταδιακά περιθωριοποιείται. Οσο τα ωφέλη της παγκοσμιοποίησης δεν διαχέονται στην κοινωνία, τόσο το καπιταλιστικό σύστημα θα βρίσκεται σε συνεχή ανισορροπία με μόνιμες κρίσεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.