Ο τραγουδιστής από τη Σύμη με τη μεγάλη φωνή!

Τον ξέρουν όλοι τον Τσαβαρή, φωνάρα, από παιδί, τότε που ήταν στη Σύμη και απ΄ όταν μίλησε, μεγάλος πια, στα 7 του χρόνια, άρχισε να τραγουδά!

Ο Νίκος Τσαβαρής, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι μόνο το ταλέντο δε φτάνει για να φτάσεις ψηλά. Είναι πολλά! Ο ίδιος, από την Αυστραλία όπου βρέθηκε μικρό παιδί ως μετανάστης,  πήγαινε και τραγούδαγε όπου υπήρχαν Έλληνες στη γη, κι όταν προσπάθησε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το σύστημα δεν τον έβαλε μέσα γιατί απλά δεν ήταν του συστήματος!

Ο τραγουδιστής που τραγούδησε Μητροπάνο, τόσο καλά όσο κανένας άλλος,  σήμερα ζει στη Ρόδο και λίγο… το παλεύει ακόμα, λίγο νοσταλγεί και πολύ  βοηθάει τα ταλέντα, όπως λέει ο ίδιος «απ΄ το δικό του τον καημό»!

Πώς ξεκινήσατε να τραγουδάτε, είχατε κάποια σχέση με τη μουσική;
Είμαι από τη Σύμη, κανένας στην οικογένειά μου  δεν είχε σχέση με τη μουσική. Κι εγώ άργησα να μιλήσω, μέχρι τα επτά μου δεν μιλούσα καν. Όταν μίλησα, έπιασα  ένα ακορντεόν στα χέρια μου και δεν το άφησα ποτέ, ούτε αυτό ούτε το τραγούδι.

Τόσο πολύ αργήσατε να μιλήσετε ως παιδί;
Ήμουνα μουγγός. Η μάνα μου με πήγαινε παντού για να μιλήσω, κι έκανε κι όλα τα πρακτικά που κάνανε οι γυναίκες παλιά για να μου βγει η φωνή. Μέχρι που με πήγανε στον Πανορμίτη, με το  γαϊδουράκι.  Σ΄ εκείνο το ταξίδι  μίλησα, το 1959. Είπα «μπαμπά». Και τώρα ο Πανορμίτης είναι ο προστάτης μου.  Ό,τι έχω κάνει είναι με τη χάρη του. Είναι δύσκολο επάγγελμα, κι εγώ να βγαίνω στην  πίστα πίνοντας μόνο νερό! Ούτε τσιγάρο ούτε ποτό. Δεν τον πρόδωσα.

Περάσατε  πολλές δυσκολίες, αλλά το τραγούδι δεν το αφήσατε!
Αγαπώ πάρα πολύ το τραγούδι. Λίγο αφότου βρήκα τη φωνή μου,  πέθανε ο μπαμπάς μου και ήταν κάποιος στη Σύμη που δεν είχε παιδιά. Με παρακολουθούσε αυτός και μ’ άκουγε  που τραγουδούσα. Μια μέρα μ’ ακολουθούσε από πίσω,  την ώρα που έλεγα το «μ’ έχεις ποτίσει φαρμάκι πικρό, πικρό πολύ πικρό…»… Λέει στη μάνα μου «δώσε μου τον να πάω στην Αθήνα, θα λύσετε το πρόβλημα της οικογένειας»! Ήμασταν εννιά παιδιά, ορφανά και λέει η μάνα μου «τι οκτώ, τι εννιά...» και δε μ’ έδωσε.  Φτώχεια μεγάλη. Εγώ σοκολάτα έφαγα στην Αυστραλία.

Πώς φτάσατε  μέχρι την Αυστραλία;
Πήγαμε όλοι μαζί. Ο Φανούρης, ο τρίτος αδελφός μου μας πήγε, αλλιώς θα ήμασταν χαμένοι εδώ. Εκεί πήγα σχολείο και μάθαινα εργοδηγός. Η καλή μου η τύχη ήταν ο Γιώργος Αντωνίου που είχε το κέντρο «Πανόραμα». Ήμουν 16,5 χρονών και έκανα την πρώτη μου εμφάνιση στο κέντρο και το πρώτο τραγούδι που είπα ήταν το «Νυχτερίδες κι αράχνες  γλυκιά  μου...». Μου κολλάγανε από πάνω μέχρι κάτω δολάρια. Οι ομογενείς μας διψάνε για τα τραγούδια αυτά. Τότε πήρα και  α΄ βραβείο, ανάμεσα σε 200 παιδιά της ομογένειας που διαγωνίστηκαν. Μετά κι απ΄ αυτό με ζητούσαν παντού. «Νικολάκι», με φωνάζανε. Είχα τον κ. Αντωνίου που μιλούσε για εμένα και μ΄ έστελνε και στις άλλες πόλεις της Αυστραλίας και τραγουδούσα.

Το Μητροπάνο πώς το γνωρίσατε και λέγατε τα τραγούδια του;
Όταν τραγούδησα το «Δώσε μου φωτιά» του Μητροπάνου ήταν 1976, στην Αυστραλία. Εγώ δεν τον ήξερα τότε το Μητροπάνο και ήρθε στο μαγαζί που εμφανιζόμουνα ο Γιώργος Παγιάτης, ο επί 12 χρόνια μαέστρος του Μητροπάνου. Λέω λοιπόν εγώ το  «κάνε κάτι να χάσω το τρένο...»... «Σταματάτε, δικός μου είναι αυτός...» τους λέει ο Παγιάτης.  Πάει και λέει στο Μητροπάνο που είχαν έρθει μαζί για εμφανίσεις «βρήκα ένα παιδί που τραγουδάει Μητροπάνο, κι είναι ο ίδιος μ’ εσένα...»…  Λέει εκείνος «δεν υπάρχει στην Ελλάδα και υπάρχει στην Αυστραλία;»...

Εκείνα τα πρώτα χρόνια πώς σας αντιμετώπισε ο Μητροπάνος;
Μου λέει κι ο ίδιος και ο Παγιάτης  «πρέπει να έρθεις στην Ελλάδα, για να ξεκινήσεις, από εδώ, δε γίνεται...»!  Πάω, λέω στη μάνα μου: «Θα  φύγω»! Εκείνη δεν ήθελε, λέει «μήπως ο Μητροπάνος σου φούσκωσε τα μυαλά;»... Δούλευα ταυτόχρονα και σαν εργοδηγός. Ήρθα στην Ελλάδα. Ο Δημήτρης μ΄ αγκάλιασε. Έκανα 10 ταξίδια μέχρι να συνηθίσω την Ελλάδα μας. Ήταν 1979, συνέβαιναν πράγματα εδώ που με παραξένευαν, προερχόμουν από μία χώρα που υπήρχε τάξη και στο κράτος και στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Το 1979 πήγα και στη Νέα Υόρκη για εμφανίσεις. Θυμάμαι, στη μοιρασιά των χρημάτων που μας ρίχνανε οι οκτώ που ήμασταν στην  ορχήστρα, μοιραστήκαμε από 7.500 δολάρια ο καθένας. Χαρτούρα, το λέγαμε τότε. Τώρα δεν υπάρχουν αυτά. Πήγαινα πολύ καλά τότε, πήγαινα Καναδά, Αμερική, Αυστραλία, Κύπρο, όπου έρχονταν οι πλούσιοι Άραβες… Ερχόμουν στην Ελλάδα… Μέχρι Αγγλία έφτανα. Και μια φορά,  πήρα τη μεγάλη απόφαση να πάω και Τελ Αβίβ και μετά να τραγουδήσω και στην Ιερουσαλήμ.

Μήπως γι’ αυτό δε γίνατε το μεγάλο όνομα, γιατί φεύγατε συνέχεια;
Έχω τραγουδήσει με όλους. Με το Βοσκόπουλο, τον Πάριο, το Γαβαλά, το Μανόλη Αγγελόπουλο. Τον Καζαντζίδη, τον γνώρισα μέσω του Στάθη του αδελφού του που ήρθε στην Αυστραλία. Δάσκαλος.  Ο λόγος που δεν έφτασα εκεί που έπρεπε να φτάσω είναι γιατί έβγαινα στο εξωτερικό και γενικά μοίραζα και τον εαυτό μου και τη φωνή μου. Κατάφερα όμως  όχι με γλειψίματα, όχι γιατί έχω κουμπάρο στην τηλεόραση ή με το να τους δίνω δωράκια για να εμφανιστώ, να κάνω το όνομά μου. Τα τηλεοπτικά κανάλια εκμεταλλεύονται το πάθος σου, το ψώνιο σου για να σου τα πάρουν και θέλουν να σου πάρουν  «τώρα». Εγώ δεν πλήρωνα για να εμφανιστώ. Με την αξία μου, με το λαρύγγι μου και με τον προστάτη μου τον Πανορμίτη. Κάποιοι μου λέγανε, δε φτάνει μόνο η φωνή. Το ξέρω. Έχω δει εγώ άφωνους…

Γνωρίσατε όμως και μεγάλη επιτυχία!
Και  λουλούδια- γαρίφαλα ήταν τότε- και  πιάτα που σπάγανε… Δέκα μέρες κρατούσε το λουστρίνι το παπούτσι, πάνω στα σπασμένα πιάτα. Άχρηστο μετά.
 


Τη Δούκισσα πώς τη γνωρίσατε και συνεργαστήκατε μαζί της;
Ήταν Συμιακιά. Πήγα στο καμαρίνι της και της λέω: «γεια σου, Δικκισί Φωτάρα»! Μου λέει, «εσύ από ποιόν άνεμο ήρθες;» Της λέω, «της Σύμης». Μου λέει, «θα είσαι κοντά μου, εγώ έκανα το Βοσκόπουλο και θ’ αδιαφορήσω για έναν Συμιακό, συμπατριώτη μου;»  Ιστορίες…, πρέπει να γράψω βιβλίο!  Και με την Ελένη Ροδά δούλεψα και με την Ελένη Φιλίνη και είναι μέχρι σήμερα φίλες μου. Μ΄ έβγαλε η Δούκισσα στη χοροεσπερίδα των καρδιολόγων, που έγινε στο Ledra Marriot και τραγουδούσαν μεγάλα ονόματα. Ο κονφερασιέ, ο Σταύρος Ντάφλος του Αντέννα όταν με παρουσίασε είπε «μια φωνή από την Αυστραλία». Λέω «Δούκισσα, τι είναι αυτά που λέει γιατί με ρίχνει έτσι;»… Μου λέει, «κάνε μου τη χάρη και βγες. Είπα τα «Λαδάδικα». Μου παίρνει το μικρόφωνο ο Ντάφλος και λέει «συγνώμη, αλλά δεν περίμενα ν’ ακούσω τέτοια φωνή από Αυστραλία»…

Το τραγούδι για το Μητροπάνο πότε το γράψατε;
Μέχρι σήμερα είμαστε μαζί με το μαέστρο του, τον  Παγιάτη. Θα έλεγε ένα δικό μου τραγούδι ο Μητροπάνος, στίχους μουσική, αλλά αρρώστησε. Όταν πέθανε, με πήρε ο Παγιάτης τηλέφωνο, «έχασες το ήμισή σου και το χάσαμε όλοι»… Ανέβηκα για την κηδεία και μετά πήγαμε στο στούντιο και γράψαμε το τραγούδι με μπουζούκι το Μανόλη Καραντίνη «Αφιέρωμα» που έχω γράψει για εκείνον και το CD περιλαμβάνει το «Πες μου πού πουλάν καρδιές», και πολλά ακόμα δικά του τραγούδια».

Τι κάνετε τώρα;  Συνεχίζετε να γράφετε τραγούδια, να τραγουδάτε;
Τραγουδάω, κι εδώ κι αλλού. Θα πάω στην Κύπρο για εμφανίσεις, κι όποτε θέλω πάω και στην Αυστραλία. Την ξέρω σαν τη Σύμη. Έχω κάνει 5 CD και συνεχίζω. Και βοηθώ και οποιοδήποτε μικρό ταλέντο, από τον καημό το δικό μου.  Έχω βοηθήσει και μέχρι τώρα βοηθώ.