Ας μιλήσουμε για τρίχες!

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος katsaras2002@yahoo.gr


Η  ονομασία  μπαρμπέρης προέρχεται από την λατινική  λέξη «barba» που σημαίνει μούσι ενώ η λέξη  κουρέας από το αρχαίο ρήμα «κείρω» που σημαίνει κόβω τα (ανδρικά) μαλλιά κοντά ή τα ξυρίζω.

Στα αρχαία χρόνια τα κουρεία ήταν χώροι ποικίλλων συζητήσεων με κύριο χαρακτηριστικό την φλυαρία του κουρέα (κάτι που εν μέρει συμβαίνει και σήμερα). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του βασιλιά Αρχελάου ο οποίος όταν τον ρώτησε ο κουρέας του  «πως σε κείρω;» του  απαντά «σιωπών», μη αντέχοντας άλλο τη φλυαρία του!

Από την ίδια ρίζα παράγεται και η λέξη κουρά= το κούρεμα, όχι μόνο του ανθρώπου αλλά και των ζώων π.χ του προβάτου, καθώς και η λέξη κορόιδο. Πιο συγκεκριμένα στο Βυζάντιο τους κλέφτες, τους δειλούς και τους κάθε είδους παραβάτες, τους διαπόμπευαν.

Η διαπόμπευση ήταν η περιφορά του τιμωρούμενου στους δρόμους, καθισμένου ανάποδα σε  ένα γάιδαρο και η παράδοσή του στη χλεύη και  στον εξευτελισμό. Στο πρώτο στάδιο της διαπόμπευσης κούρευαν  γρήγορα, άτσαλα και άτεχνα τον δράστη (μαλλιά, γένια, μουστάκι, φρύδια) όπως ο βοσκός κουρεύει τα πρόβατα του, προκαλώντας βέβαια τα γέλια των παρευρισκομένων λόγω του αντιαισθητικού αποτελέσματος του κουρέματος.

Ο τιμωρημένος παρομοιάζονταν με "κουρεμένο γίδι"' ή "κουρόγιδο", που αργότερα μετατράπηκε σε κορό(γ)ιδο και μετά σε  κορόιδο. Με την λέξη λοιπόν κορόιδο δηλώνουμε αυτόν που προκαλεί το γέλιο λόγω των παραλείψεων του και της εύκολης εξαπάτησης του (εξ ου και η έκφραση πιάστηκα κορόιδο = εξαπατήθηκα).

Το κύριο αντικείμενο ενασχόλησης του κουρέα  είναι φυσικά τα μαλλιά ή αλλιώς κόμη. Η πρώτη λέξη προέρχεται από την αρχαίο τύπο   «μαλλός»= μαλλί προβάτου (από τη λέξη αυτή παράγεται και η λέξη μαλλωτός= μαλλιαρός, η λέξη μάλλινος κτλ ).

Μάλιστα, επειδή στην αρχαιότητα τα μαλλιά ήταν ένδειξη αφθονίας και πλούτου ,έχουμε σήμερα τις φράσεις «πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος» δηλαδή έκανε μια απόπειρα  να πλουτίσει και τελικά κατέληξε κουρεμένος, απέτυχε, βγήκε ζημιωμένος και «πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου» - «χρωστάω τα μαλλιά της κεφαλής μου»  όταν πληρώνω ή χρωστάω ένα υπέρογκο ποσό.

Τα γένια, οι τρίχες  δηλαδή  στο πρόσωπο και τα μάγουλα των ανδρών, οι οποίες έχουν μακρύνει, προέρχονται από το αρχαίο γένυς  που δήλωνε το πηγούνι, το σαγόνι, την γνάθο, ενώ το μούσι είναι μεταφορά του γαλλικού mouche με δύο σημασίες α) η μύγα β) το μικρό μαύρο γενάκι (στο σχήμα και στο χρώμα της μύγας) κάτω από τα χείλη. Αντίθετα το μουστάκι έχει την ρίζα του στο αρχαίο μύσταξ= το τριχωτό μέρος του άνω χείλους στους άνδρες.

Ο άντρας που από την φύση του δεν έχει γένια χαρακτηρίζεται σπανός, λέξη που αποτελεί το πρώτο συνθετικό της αρχαιότερης λέξης σπάνιος +πώγων (το πηγούνι) δηλαδή αυτός που έχει αραιά γένια στο πηγούνι. Στα αρχαία ελληνική γλώσσα   υπάρχει συχνή αναφορά της λέξης φαλακρός που δήλωνε τον άνθρωπο που δεν είχε καθόλου τρίχες στο κεφάλι, σε αντίθεση με την λέξη αναφαλαντίας που δήλωνε αυτόν που μόλις ξεκινούσε να χάνει τα μαλλιά του.

Η λέξη  παράγεται από το επίθετο φαλός ή  φάλιος= ο έντονα λευκός,αυτός που λάμπει (από το ρήμα φάω= λάμπω).Το δεύτερο συνθετικό είναι φυσικά η λέξη άκρη. Οπότε φαλακρός είναι  ο λαμπερός, ο όμορφος στην κορυφή, στις άκρες του κεφαλιού. Ο τύπος  καραφλός που χρησιμοποιούμε σήμερα προέρχεται από το φαλακρός με αναγραμματισμό.

Αντί για τη λέξη ψέμα, συχνά χρησιμοποιούμε και τις λέξεις «τρίχες» και «μούσι». Οι δύο αυτές λέξεις προήλθαν από τη συνήθεια που υπήρχε τα παλιότερα χρόνια όλοι οι άντρες να έχουν μουστάκι ή και μούσι. Την εποχή εκείνη, οι μόνοι που είχαν ξυρισμένα μουστάκια και γένια ήταν οι ηθοποιοί, οι οποίοι ανάλογα με τους ρόλους τους, έβαζαν ξανθό, μαύρο, ψαρό ή λευκό μουστάκι και γένι. Χρησιμοποιούσαν δηλαδή, εκτός από τις  περούκες και ψεύτικα γένια. Επειδή λοιπόν οι περούκες είναι ψεύτικα μαλλιά, δηλαδή ψεύτικες τρίχες, κι επειδή εκείνα τα μούσια ήταν όχι μόνο ψεύτικα, αλλά έπεφταν και συχνά (πράγμα που αντιλαμβάνονταν οι θεατές) τρίχες και μούσι, κατέληξαν να σημαίνουν το ψεύτικο, το ψέμα.

Η αρχαία λέξη κόμη σημαίνει τα μαλλιά, τις τρίχες του κεφαλιού και μάλιστα τα περιποιημένα μαλλιά. Προέρχεται  ετυμολογικά από το αρχαίο ρήμα κομώ που σημαίνει περιποιούμαι (νοσοκομείο, νοσοκόμος) και παράγωγό του είναι το ρήμα κομμώ που σημαίνει καλλωπίζω, περιποιούμαι μαλλιά και παράγωγα την κόμμωση, το κομμωτήριο, την κομμώτρια. Τέλος στην ίδια ομάδα λέξεων ανήκει και η λέξη κομήτης προφανώς λόγω της  ομοιότητας  της ουράς  του  ουρανίου σώματος με μαλλιά. Τη λέξη δανείστηκε η Λατινική  γλώσσα με τη μορφή cometa, cometes και στη συνέχεια η  διεθνής ορολογία της αστρονομίας (αγγλικά comet).

Ένας  ιδιαίτερος τρόπος κουρέματος είναι το γουλί. Από την αρχαία ελληνική λέξη αγλίς= η σκελίδα του σκόρδου, η λέξη απέκτησε διάφορες σημασίες. Δηλώνει  τον  τρυφερό  βλαστό των λαχανικών ή χορταρικών, το βότσαλο (εξ ου και πολλές παραλίες στην Ελλάδα έχουν αυτό το όνομα), την δεύτερη ονομασία του γογγυλιού, του γνωστού λαχανικού  και τέλος τον κοντοκουρεμένο από την ομοιότητα του κουρεμένου σύρριζα κεφαλιού με το ομώνυμο λαχανικό, που είναι λείο και γυμνό.

Η λέξη κασίδα (από το λατινικό cassis= το κράνος, η περικεφαλαία που φορούσαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι) αναφέρεται σε μια δερματοπάθεια της κεφαλής, που προκαλεί  γενική, ή σε κάποια μόνο σημεία του κεφαλιού τριχόπτωση, δηλαδή φαλάκρα. Τα μαλλιά δηλαδή  παίρνουν μια φολιδωτή εμφάνιση σαν του  κράνους και μετά πέφτουν. Κασίδης συνεπώς είναι ο φαλακρός. Η έκφραση «μαθαίνω στου κασίδη το κεφάλι» χρησιμοποιούνταν αρχικά για αρχάριους επαγγελματίες-κουρείς που ξεκινούσαν να μαθαίνουν το επάγγελμα.

Στην  συνεχεία αναφέρονταν για αρχάριους ή γενικότερα άπειρους, οι οποίοι μαθαίνουν εις βάρος άλλων, κάνοντας πράξεις με αβέβαιο αποτέλεσμα και χωρίς να αναλογίζονται τις συνέπειες.

Τέλος βασικό εργαλείο του κουρέα είναι το ξυράφι. Προέρχεται από το αρχαίο ξυρός (από το ρήμα ξύω= ξύνω) που σήμαινε επίσης το ξυράφι και το μαχαίρι με το οποίο αποκεφαλίζονταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο. Από κει προέρχεται και η έκφραση «επί ξυρού ακμής» που σημαίνει στην κόψη του ξυραφιού.