Ρούβος ο θαμνώδης   (Rubus fruticosus)

Του Δρ. Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη
Εφόρου Αρχαιοτήτων Ε.Τ.

O Ρούβος ο θαμνώδης ( Rubus fruticosus ), γνωστός με το κοινόν όνομα : βάτος, βατομουριά, βάτα, τα (πληθ.) κλπ., ανήκει στην οικογένεια των Ροδιδών ( Rosaceae ), αγγειοσπέρμων, δικοτυληδόνων φυτών. Γνωστοί αντιπρόσωποι  είναι :  η τριανταφυλλιά ή ροδαριά, ο βάτος, η φράουλα, η κυδωνιά, η αχλαδιά, η μηλιά, η αμυγδαλιά, η βερικοκιά, η ροδακινιά, η δαμασκηνιά, η κερασιά, η βυσσινιά και άλλα.

Οι Ροδίδες περιλαμβάνουν περίπου 120 γένη, με 3.300 είδη, τα οποία φύονται σε ολόκληρον σχεδόν τον κόσμον.
Η μεγάλη αυτή οικογένεια περιλαμβάνει δένδρα, θάμνους, καθώς και πόες, με φύλλα συνήθως κατ΄ εναλλαγήν, απλά ή σύνθετα, τα οποία τις περισσότερες φορές έχουν παράφυλλα. Η οικογένεια των Ροδιδών υποδιαιρείται σε τέσσερεις (4) υποοικογένειες, ήτοι:
1) Σπειραιοειδή ( Spiraeoideae)
2) Ροδοειδή (Rosoideae)
3) Μηλοειδή (Maloideae)
4) Προυνοειδή (Prunoideae).

΄Οσον αφορά στα Ροδοειδή ( Rosoideae) ) , κύρια γνωρίσματα αυτών είναι : η ύπαρξη παράφυλλων, τα τετραμερή, πενταμερή ή εξαμερή άνθη, η ύπαρξη επικάλυκα και οι πολλοί στήμονες.
Το γένος Ρούβος ( Rubus) είναι ένα πολύ μεγάλο και δύσκολο ταξινομικά γένος, στο οποίον ανήκουν και μερικά είδη της Ελλάδος, τα οποία είναι γνωστά ως βάτοι, βάτα, βατομουριές ή βατσινιές  ( Κρήτη ).

Το είδος Ρούβος ο θαμνώδης ( Rubus fruticosus )  φυτρώνει  σε όλη την Ελλάδα, σε δασώδεις περιοχές, σε φράκτες, θαμνότοπους, στις όχθες ποταμών και χειμάρρων, στις άκρες δρόμων και οικοπέδων. Αγαπά τα γόνιμα και υγρά εδάφη. Βγάζει άφθονες παραφυάδες, που σχηματίζουν μακρείς και ευλύγιστους βλαστούς με καμπυλωτά αγκάθια, οι οποίοι έρπουν και ανεβαίνουν όρθια και κατεβαίνουν, σχηματίζοντας τόξα.

Ακόμη και όταν ο βάτος κοπεί ή καεί, εφόσον θα παραμείνουν τμήματα του ριζικού αυτού συστήματος στο έδαφος, το φυτόν αναγεννάται και πάλιν και γι΄ αυτόν τον λόγο πολύ δύσκολα εξολοθρεύεται.

Το φυτόν αυτό έχει φύλλα πράσινα, σχεδόν γυαλιστερά στην επάνω όψη αυτών, με 3-5 φυλλάρια οδοντωτά, από τα οποία το επάκριον είναι αντωοειδές. Το κεντρικόν νεύρον κάθε φύλλου έχει πολύ μικρά αγκάθια. Τα άνθη φέρουν πέταλα λευκά ή ρόδινα και σχηματίζουν μικρούς κορύμβους.

Οι καρποί του φυτού είναι τα γνωστά βατόμουρα ή βάτσινα ( Κρήτη), όμοια με μικρές φράουλες, μαύρα, χυμώδη, αρωματικά και πολύ εύγεστα. Καταναλίσκονται νωπά και είναι πλούσια σε βιταμίνες. Από αυτά παρασκευάζεται μαρμελάδα εκλεκτής ποιότητας και αρίστης γεύσεως.

Οι καρποί αρχικά είναι χρώματος πρασίνου ή υποπρασίνου, έπειτα γίνονται κοκκινόξανθοι και τελικά μαύροι και γυαλιστεροί. Πρόκειται για κοινοκάρπια, τα οποία αποτελούνται από πολύ μικρές δρύπες.

Συγγενή προς τον Ρούβον τον θαμνώδη (Rubus fruticosus) είναι και τα επόμενα είδη:
1) Ρούβος ο γλαυκός (Rubus caesius)
2) Ρούβος ο ιδαίος (Rubus idaeus)
3) Ρούβος ο πετραίος (Rubus saxatilis)
4) Ρούβος ο άφυλλος (Rubus ulmifolius).
Ο Ρούβος ο θαμνώδης (Rubus fruticosus), κοινός βάτος ή βατομουριά είναι γνωστός στον άνθρωπον από τα πανάρχαια χρόνια. Οι καρποί του ήσαν και είναι βρώσιμοι και το φυτό εχρησίμευε και εξακολουθεί να χρησιμεύει στην φαρμακευτική και την θεραπευτική.

Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται αναφορά στο φυτόν αυτό, τον βάτον.  Ειδικότερα στο βιβλίον της Εξόδου αναφέρεται, ότι ο Θεός απεκαλύφθη στον Μωυσή και ομίλησε προς αυτόν, ως φλόγα πυρός μέσα από έναν βάτον:
« Και Μωϋσής ην ποιμαίνων τα πρόβατα Ιοθόρ του γαμβρού αυτού ιερέως Μαδιάμ και ήγαγε τα πρόβατα υπό την έρημον και ήλθεν εις το όρος Χωρήβ. ΄Ωφθη δε αυτώ ΄Αγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου και ορά (Μωϋσής), ότι ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο.
Είπε δε Μωϋσής: Παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο, ότι ου κατακαίεται ο βάτος. Ως δε είδε Κύριος ότι προσάγει ιδείν, εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου, λέγων… Εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου, Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ…».
(΄Εξοδος Γ΄, 1-6).

Στο σημείον αυτό, της εμφανίσεως του Θεού προς τον Μωϋσήν, ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αι. μ. Χ., από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανόν ( 527-565 μ. Χ.) η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα. Εντός του περιβόλου της Μονής και στο ΒΑ. τμήμα αυτής, υπάρχει η ιερή Βάτος. Πρόκειται για το φυτόν Ρούβος ο θαμνώδης ( Rubus fruticosus ), τον γνωστόν μας βάτον ή βάτον. Δίπλα ακριβώς από την βάτον αυτήν έχει ιδρυθεί το παρεκκλήσιον της Αγίας Βάτου.
Επίσης αλλαχού της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται σχετικώς:
« Αντί πυρού άρα εξέλθοι μοι κνίδη, αντί δε κριθής βάτος και επαύσατο Ιώβ ρήμασιν».
( Ιώβ ΛΑ΄, 40 ).

Στην αρχαία Ελληνική Γραμματεία γίνεται συχνά αναφορά στον βάτον. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα παραδείγματα:
1) Ο Θεόφραστος γράφει τα εξής:
« Των δε ξύλων αυτών και όλως των καυλών οι μέν εισι σαρκώδεις… οι δε άσαρκοι… και οι μεν ινώδεις…Περί δε τα φρυγανικά και θαμνώδη και όλως τα υλήματα και άλλας τις αν λάβοι διαφοράς. Ο μεν γαρ κάλαμος γονατώδες, ο δε βάτος και ο παλίουρος ακανθώδη».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 5, 3 ).

2) Ο  αυτός συγγραφέας αλλού αναφέρει τα ακόλουθα:
 «Των ακανθικών δη τα μεν απλώς εισιν άκανθαι… Επεί πτορθάκανθά γε πολλά και των δένδρων και των θαμνωδών εστιν, οίον αχράς, ρόα, παλίουρος, βάτος, ροδωνία, κάππαρις».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 1, 3).

3) Ο Διοσκουρίδης ( 7-78 μ. Χ.), αναφέρεται εκτενώς στην βάτον και σημειώνει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Βάτος. Οι δε κυνόσβατον, οι δε σεληνοτρόπιον, οι δε ασύντροφον, προφήται αίμα Τιτάνου, οι δε αίμα ίβεως, Ρωμαίοι σέντιξ, οι δε ρούβουμ, οι δε μύρα σιλβάτικα, Δάκοι μαντία, Αιγύπτιοι αιμοίως, οι δε άμετρος.

Βάτος, ην γινώσκομεν. Στύφει, ξηραίνει, τρίχας βάπτει το αφέψημα των ακρεμόνων αυτής,  κοιλίαν τε ίστησι πινόμενον και ρουν επέχει γυναικείον και πρηστήρος δήγματι ευθετεί.
Κρατύνει δε ούλα και άφθας υγιάζει διαμασωμένων των φύλλων και έρπητας επέχει  και αχώρας τους  εν κεφαλή θεραπεύει και οφθαλμών προπτώσεις και κονδυλώματα και αιμορροίδας καταπλασσόμενα τα φύλλα και επί στομαχικών δε και καρδιακών λεία επιτιθέμενα αρμόζει. Ο δε χυλός αυτής εκθλιβέντων των καυλών και των φύλλων συστραφείς εν ηλίω βέλτιον ποιήσει πάντα.

Του δε καρπού αυτής πεπείρου μεν τελείως ο χυλός εις τας στοματικάς αρμόζει. Ίστησι δε και κοιλίαν εσθιόμενος ο μέσος πέπειρος. Και το άνθος δε αυτής ποθέν συν οίνω κοιλίαν εφίστησιν.

Βάτος ιδαία. Εκλήθη μεν διά το πολλήν εν τη ΄Ιδη γεννάσθαι. ΄Εστι δε απαλωτέρα πολλώ της προ αυτής, ακάνθας μικράς έχουσα. Ευρίσκεται δε και χωρίς ακάνθης.
Δύναται δε τα αυτά τη προ αυτής, εκ περισσού δε ταύτης το άνθος συν μέλιτι λεανθέν ορθαλμών φλεγμοναίς περιχριόμενον βοηθεί και ερυσιπέλατα σβλεννυσι, στομαχικοίς δε μεθ’  ύδατος εν ποτώ δίδοται».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4, 37-38).

4) Ο αυτός συγγραφέας αλλού σημειώνει τα ακόλουθα:
« Επειδή δε και τα αντίσποδα ικανώς ευχρηστεί υστερούσης πολλάκις σποδού, τα ισοδυναμούντα αναγκαίον έστιν υποδείξαι, τίνα τε υπάρχει και ον τρόπον παραλημφθείη. Λαβών τοίνυν… οινάνθην ή βάτου τα απαλά φύλλα…».
(Διοσκουρίδης , Περί ύλης ιατρικής 5, 75, 14-15). 

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Μέγας Βασίλειος ( περίπου 330-378 μ. Χ.), αναφερόμενος στο όραμα του Μωϋσέως επί του όρους Σινά, με «την βάτον την καιομένην και μη καταφλεγομένην»  σημειώνει τα ακόλουθα : « Επεί και σοι την καυστικήν δύναμιν του πυρός από της λαμπρότητος χωρίσαι αμήχανον. Ο δε Θεός παραδόξω θεάματι τον εαυτού θεράποντα ( Μωϋσήν) επιστρέψαι βουλόμενος, πυρ επέθηκε τη βάτω από μόνης της λαμπρότητος ενεργούν, την δε του καίειν δύναμιν σχολάζουσαν έχον».
(Μέγας Βασίλειος, Ομιλίαι εις την Εξαήμερον, Ομιλία ΣΤ΄, 336. Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, ΄Εκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,τ. 51, Αθήναι 1991, σ. 234).

Στο γνωστόν εκκλησιαστικόν Δοξαστικόν, το οποίον αναφέρεται στην Παναγία, γίνεται σύγκριση της βάτου του Σινά, με την Θεοτόκον:
« Ως γαρ η βάτος ουκ εκαίετο καταφλεγομένη, ούτως παρθένος τέτοκας και Παρθένος έμεινας...».

Επειδή ο βάτος χαρακτηρίζεται από μεγάλη ζωτικότητα και διάρκεια και πολύ δύσκολα εξολοθρεύεται, γι’  αυτό και το φυτό αυτό σχετίζεται με διάφορα έθιμα, ιδιαίτερα με εκείνα της τελετής του Γάμου, ώστε ο Γάμος να διαρκέσει, όπως και ο βάτος. Σχετική είναι η ευχή προς τους νεονύμφους: « Να ριζώσετε, όπως ο βάτος».

Επίσης ο βάτος ( ρίζες, φύλλα, βλαστοί, καρποί) εχρησιμοποιείτο μέχρι πρόσφατα ευρέως και εν μέρει εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και μέχρι σήμερα από την Λαϊκή Ιατρική. Ενδεικτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα:
1) «Εις πόνον καρδίας
Εί τινος πονή η καρδία του να πίνει το αλεύρι της φάβας με το κρασί, είναι ωφέλιμον να βάνει βατόμουρα απάνω, ιάται».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 88-89).

2) « Εις μεσοκέφαλον
Κοπάνησον ψήχα ψομίου, ένθα ενή η πληγή, πλην πρώτον ξούρισον τα μαλλιά της πληγής. Μυρσίνην και βάτου φύλλα βράσον με κρασί και πιρίαζε τον τόπον».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 56).

3) «Εις βρώμον οδόντων και στόματος
… Κορυφές του βάτου, καθάριον δενδρολίβανον, σκύνον και λάδι, στίψη και ξύδι βράσε καλλά, έως να μήνη το τρίτον και πλήνε τα οδοντία και σφίγγουσιν».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 77).

 4) «Περί δυσεντερίας, ήτοι φλούσος
… Σμύρναν κοπάνησον, αμάραντον, λιγέας φύλλα, βάτου φύλλα, χαμεπίτα, τίλης σπόρον φριγμένον και φακήν, κικίδια, κίμινον. Τα πάντα κοπάνησον και βράσον με κρασί, πότισον αυτόν (τον ασθενή)».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α.,σ.  110).

5) «Εις φάουσαν
Αύτη είναι ο καρκίνος, η μουρνέα και η γάγρενα.
Φακή και της βάτου κορυφάς βράσον ομού μετά μέλιτος και θέσον εις την πληγήν και οφελεί».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 121-122).
6) «Εις ριζηπήλαν ( =ερισύπηλας)
….. Βάτου κορυφές, λάμπαθα, τζόγον, στυγνόν, πεντάνευρον, καλοβενετίδι, πίσα, λιβάνη, κερί. Βράσον, σούρωσε και γίνεται».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 123-124).
7)«Εις πληγήν παλαιάν
… Βάτου κορυφές, λάμπαθον, τζόγον, στίγνον, πεντάνευρον, καλοβενετίδι, πήσα, ληβάνη, λάδι, κερί. Βράσον, σούρουσον και γίνεται η αλιφί».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α, σ. 149).