Αποστρατιωτικοποίηση της Δωδεκανήσου Τουρκικό έωλο εφεύρημα

Του Κώστα Ε. Μηνέττου
Συνταξιούχου εκπαιδευτικού

Με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης του 1923 η Τουρκία δέχθηκε την εκχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ιταλία χωρίς καμιά αποστρατιωτικοποίηση.

Αρχές του Β΄Π.Π., ζώντας τη φρίκη του, Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ, συνέτασσαν, Αύγουστο του 1941, τον ιστορικό Χάρτη του Ατλαντικού. Στο 8ο του σημείο, επειδή προβλεπόταν ότι και στο μέλλον θα μπορούσαν από ορισμένα κράτη να υπάρχουν απειλές για την Ειρήνη του Κόσμου, επιβαλλόταν η αποστρατιωτικοποίηση ορισμένων εδαφών.

Η διάταξη υπονοούσε τη Γερμανία και Ιταλία, που ήδη πολεμούσαν και κατελάμβαναν εδάφη και αργότερα την Ιαπωνία, όπως και απεδείχθη. Το σημείο αυτό του Χάρτη μιλούσε για αποστρατιωτικοποίηση και αφοπλισμό μέχρι το σχηματισμό ενός συστήματος ασφάλειας, όπου θα εντάσσονταν τα κράτη του κόσμου.

Ο Χάρτης αυτός του Ατλαντικού του 1941, έγινε στη συνέχεια επίσημη δήλωση των Ηνωμένων Εθνών της 1-1-1942, που υπέγραψαν διαδοχικά όλες οι ευρωπαϊκές  δυνάμεις και μεταξύ των πρώτων η Ελλάδα, έπειτα η Σοβιετική ΄Ενωση και κατόπιν και η Τουρκία.

Στις συναντήσεις των τριών μεγάλων στη Γιάλτα, στο Πόστδαμ και Τεχεράνη το 1945, μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο Στάλιν επέμεινε στην πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της χώρας αυτής, όπως προέβλεπε ο Χάρτης του Ατλαντικού (1941) και η Δήλωση των Ηνωμένων Εθνών (1942).

Στο Παρίσι, το 1947, όταν κλήθηκαν τα κράτη για συνομολόγηση των όρων της Συνθήκης Ειρήνης, όπως αυτοί αποφασίστηκαν στις συναντήσεις Γιάλτας, Πότσδαμ και Τεχεράνης, σε ότι αφορούσε τη συνθήκη με την Ιταλία, οι περισσότεροι από τους δεκατρείς συμμετέχοντες είχαν στη διάθεσή τους , μεταξύ των άλλων και τρία σημαντικά κείμενα, που η Γαλλική Κυβέρνηση είχε την πρόνοια να δημοσιεύσει το 1946, ενόψει της  συνθήκης του 1947.

Αυτά ήταν:
1.- Ο Χάρτης του Ατλαντικού με το σημείο 8 του 1941
2.- Η διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών του 1942
3.- Οι συμφωνίες του Πόστδαμ για πλήρη αφοπλισμό της Γερμανίας, του 1945

Στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων οι μισές διατάξεις αφορούσαν αποστρατιωτικοποιήσεις στα σύνορα Ιταλίας και Γιουγκοσλαυίας και των νησιών Σικελίας, Σαρδηνίας και Παντελλαρίας. Το άρθρο 14 προέβλεπε, μετά την εκχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, την αποστρατιωτικοποίηση μόνο των νήσων της και όχι των νησίδων. Η Γιουγκοσλαυϊα επίσης έπρεπε να έχει αποστρατιωτικοποιημένη τη νήσο Πελαγκόζα στην Αδριατική.

Στην εφημερίδα «Δωδεκανησιακό Βήμα» της 15ης Οκτωβρίου 1946 διαβάζουμε:
«ΠΑΡΙΣΙ 7.- Χθες ετερματίσθη οριστικώς η υπόθεσης της απόδοσης της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα. Η διευκρίνιση του καθορισμού των θαλασσίων συνόρων Δωδεκανήσου – Τουρκίας ανατέθηκε σε ειδική ναυτική επιτροπή που απετελέστηκε από τον Ρώσον ναύαρχον Καρπούνιν, τον Γάλλον ναύαρχον Ρεμποφφίλ, τον άγγλον πλοίαρχον Μακκαίην , τον Αμερικόν πλοίαρχον Πράις και τον Έλληνα πλοίαρχον Κώνσταν. Η επιτροπή είχε την ειδικήν εντολήν να μελετήσει τους καταρτισθέντας υπό του ναυτικού συμβουλίου της Ελληνικής αντιπροσωπείας χάρτας μετά της διαχωριστικής γραμμής των συνόρων και όπως αποφανθεί τελεσίδικα.

Η επιτροπή, ύστερα από μακρά συζήτηση, ενέκρινε την ελληνική άποψη και επεκύρωσε τους προσαρτημένους χάρτας, που θα αποτελέσουν παράρτημα του κειμένου συνθήκης με την Ιταλία. Τόσο το Καστελλόριζο, όσο κα όλαι αι νησίδες περιλαβαίνονται στην προσαρτημένη στην Ελλάδα περιοχή.

Η απόφαση αυτή ενεκρίθη ύστερα από από τη στρατιωτική επιτροπή της Διάσκεψης, κι έτσι συμπληρώθηκε η μελέτη του 12ου άρθρου της ιταλικής συνθήκης που παραχωρούνται τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.»

Το 1951 η πολιτική κατάσταση έχει αλλάξει. Οι σχέσεις με τη Ρωσία είναι τώρα διαφορετικές. Επικρατεί το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, ενώ έχει προκύψει το θέμα του Τείχους του Βερολίνου και το πρόβλημα της Κορέας.

Οι επισκέψεις των Ιταλών Ντε- Γκάσπαρι και Σφόρτσα σε Αμερική, Αγγλία και Γαλλία είναι απανωτές και το Σεπτέμβριο του 1951 οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις δημοσιεύουν διακήρυξη- πρόσκληση προς την Ιταλία για αναθεώρηση της Συνθήκης των Παρισίων του 1947 στο θέμα απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις αποστρατιωτικοποίησης.

Έχει ήδη όμως τεθεί θέμα εισόδου της Ιταλίας στα Ηνωμένα Έθνη και έχει δημιουργηθεί (1948) η Ατλαντική Συμμαχία, της οποίας επίσης γίνεται πλήρες μέλος, οπότε η χώρα αυτή υποστηρίζει πλέον και πολύ σωστά, ότι οι αποστρατιωτικοποιήσεις για κράτη μέλη της Συμμαχίας έπρεπε να θεωρούνται ασυμβίβαστες.

Η Συνθήκη Ειρήνης του 1947 όμως προέβλεπε ότι οι στρατιωτικές δεσμεύσεις και περιορισμοί της Ιταλίας δεν μπορούσαν να τροποποιηθούν, παρά ύστερα από σύμφωνη γνώμη των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων ή μετά την είσοδό της στα Ηνωμένα ΄Εθνη, κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας. Με δεδομένο όμως ότι η Σοβιετική ΄Ενωση θα έκανε χρήση του δικαιώματος της αρνησικυρίας (βέτο), ευνοϊκή απόφαση για άρση της αποστρατιωτικοποίησής της μάλλον αποκλειόταν.

Παρ΄όλ΄αυτά η Ιταλία με ρηματική διακοίνωσή της στις 8-12-1951 πρότεινε σ΄όλα τα μέλη της Συνθήκης Ειρήνης του 1947 να αποφασίσουν  την απαλλαγή της ίδιας από την υποχρέωση αποστρατιωτικοποίησής της και στο αίτημά της αυτό απάντησαν ευνοϊκά στις 21-12-1951 και τα 13 μέλη, μαζί τους και η Ελλάδα. Η Σοβιετική ΄Ενωση παραπονέθηκε χωρίς όμως να πει κατηγορηματικά όχι. 

Ζήτησε όμως το ίδιο και για τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Φιλανδία, που κι εκείνες με τη συνθήκη των Παρισίων είχαν υποστεί ανάλογες αποστρατιωτικοποιήσεις. Το αίτημα της Σοβιετικής ΄Ενωσης δεν έγινε δεκτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη δημιουργία του Συμφώνου της Βαρσοβίας με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες, όπως ήταν κοινώς γνωστό, οι αποστρατιωτικοποιήσεις δεν είχαν ουσιαστικά εφαρμοστεί.

Έτσι το Δεκέμβριο του 1951 χωρίς τη συγκατάθεση της Ρωσίας οι συμβεβλημένες δυνάμεις της Συνθήκης των Παρισίων του 1947 απάλλαξαν την Ιταλία από τις στρατιωτικές δεσμεύσεις που της είχαν επιβληθεί ως χώρας του Άξονα.
Ποια όμως είναι νομικά η ισχύς και η δύναμη του εδαφίου 2 του άρθρου 14 της Συνθήκης των Παρισίων;

Το μέτρο της αποστρατιωτικοποίησης δεν ήταν μέτρο κατά της Ελλάδας ή Γιουγκοσλαυϊας ούτε ένα δώρο προς την Τουρκία, γιατί η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέλος στη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947, αλλά και γιατί δεν πήρε μέρος στο Β΄Π.Π. και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 89 δε μπορούσε η χώρα αυτή να αποκτήσει δικαίωμα ή ωφέλεια. Επιπλέον την περίοδο εκείνη του 1951 και λίγο μετά οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας ήταν θερμότατες, χάρη στις συμφωνίες Βενιζέλου-Ατατούρκ, και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος για μονομερή αποστρατιωτικοποίηση της Δωδεκανήσου. Είναι εξάλλου γνωστό ότι με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης του 1923 η Τουρκία δέχθηκε την εκχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ιταλία χωρίς καμιά αποστρατιωτικοποίηση.

Η αποστρατιωτικοποίηση, επομένως, της Δωδεκανήσου δεν ήταν ειδικό μέτρο περιορισμού της νικήτριας Ελλάδας και δε στρεφόταν κατά της Ελλάδας. ΄Ηταν ένα αναγκαίο γενικό μέτρο που είχε προαποφασιστεί, αρχές του Β΄.Π.Π., τον Αύγουστο του 1941, όταν Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ συνέτασσαν το Χάρτη του Ατλαντικού και αφορούσε όλα τα εδάφη που κατείχαν οι δυνάμεις του ΄Αξονα.

Το άρθρο 87 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων προέβλεπε ότι «δια πάσαν ερμηνείαν και εκτέλεσιν της Συνθήκης αρμόδιοι θα είναι οι πρέσβεις των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων στη Ρώμη» και «σε περίπτωση διαφωνίας τους θα οριζόταν επιτροπή και η γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της οριστική».

Αυτό θα μπορούσε να γίνει και για την Ελλάδα με τα Δωδεκάνησα, αφού χρειαζόταν η συμφωνία των τριών Μεγάλων Δυνάμεων και όχι και της Σοβιετικής ΄Ενωσης. Αυτή η συγκατάθεση όμως προκύπτει λογικά από τα εξής: Το Σεπτέμβριο του 1951, όταν Τρούμαν, Τσώρτσιλ και Σουμάν πρότειναν με κοινή διακήρυξη τον επανοπλισμό της Ιταλίας, δε θα μπορούσαν να αφήσουν την ελληνική Δωδεκάνησο αφοπλισμένη, «ούτως ώστε η Ιταλία να μπει στον πειρασμό να την ξαναπάρει χωρίς δυσκολία».

Εξάλλου, οι τρεις Μεγάλοι στη Συνθήκη του Δεκεμβρίου του 1951 δέχθηκαν το αίτημα για άρση της αποστρατιωτικοποίησης της Ιταλίας, γιατί αυτή δε συμβιβαζόταν με την ιδιότητά της ως μέλους της Ατλαντικής Συμμαχίας. Το ίδιο ασυμβίβαστο αναγνωρίστηκε συγχρόνως και για την Ελλάδα,, γιατί ακριβώς την εποχή εκείνη υπεγράφη το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, όπου τα 12 μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, καλούσαν την Ελλάδα και την Τουρκία να προσχωρήσουν σ’ αυτήν, πράγμα που έγινε λίγους μήνες αργότερα πανηγυρικά και για τις δύο χώρες.

΄Ετσι, νομικά, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του Χάρτη του Ατλαντικού με το 8ο σημείο, που ενσωματώθηκε στη διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών το 1942.

Αυτό μάλιστα επιβεβαιώθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής την ίδια μέρα που τα 12 συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947 απαντούσαν θετικά στη δήλωση-διακήρυξη της Ιταλίας για επανοπλισμό της. Τη μέρα αυτή (21-12-1951) ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Πιουριφόϊ έστελλε ρηματική διακοίνωση στο Υπουργείο Εξωτερικών με αριθμό 231 που έλεγε ότι έγιναν διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα και είχαν συμφωνηθεί διάφορα σημεία και ιδιαίτερα, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, η χώρα μας να επεκτείνει την αμυντική της ικανότητα χωρίς κανένα περιορισμό και χωρίς καμιά επιφύλαξη για τη Δωδεκάνησο.

Η Ελλάδα απάντησε με την ίδια διατύπωση με ρηματικές διακοινώσεις δημοσιευμένες στο ΦΕΚ 206/6-8-1953 (σελ. 1332-1340).
Βέβαια η πάγια τακτική της Τουρκίας, αρκετά χρόνια πριν από την κρίση των Ιμίων, ήδη από το 1991, ήταν να μεθοδεύει τρόπους για προώθηση των παλαιών στόχων της για σχέδια βραχονησίδων και γκρίζων ζωνών. Ειδικότερα μάλιστα μετά τη διεθνή διάσκεψη για το νέο Δίκαιο της Θάλασσας που τέθηκε σε εφαρμογή το 1994 και επικυρώθηκε από την Ελληνική Βουλή.

Οι επιδιώξεις των Τούρκων χρονολογούνται από το 1946, όταν ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Σαράτσογλου σ’ ένα χάρτη είχε σημειώσει τα νησιά που δίνονταν στην Ελλάδα με την υπό συνομολόγηση Συνθήκη των Παρισίων και θεωρούσε τα υπόλοιπα ότι παραμένουν στην Τουρκία. Ο πρόεδρος Ινονού είχε συστήσει στον Σαράτσογλου να έρθει σε συννενόηση με τον Τούρκο Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στρατηγό Φ.Τσακμάν, ο οποίος και εναντιώθηκε σ’ αυτή τη διεκδίκηση, λέγοντας ότι  «αυτά τα νησιά θα φέρουν μια μέρα τις δύο χώρες αντιμέτωπες».

Ο Σαράτσογλου επέμενε και έφερε το θέμα στο υπουργικό του συμβούλιο και δήλωνε πως θα έλυνε το θέμα με τη βοήθεια του πολεμικού του ναυτικού. Ετοίμασαν μάλιστα τότε πινακίδες που έγραφαν: «Εδώ είναι τουρκικά νησιά», ενώ μια τέτοια μπήκε και στην Κάλυμνο. Θεωρήθηκε όμως πρόκληση στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ιταλίας, ενόχλησε την Ιταλική κυβέρνηση και υπήρξε διαμαρτυρία του Ιταλού πρέσβη στην ΄Αγκυρα με επίσκεψή του στον Τ/ΓΕΕΘΑ Φ.Τσάκμαν.

Αυτός επέρριψε την ευθύνη στον πρωθυπουργό Σαράτσογλου και η Τουρκία δήλωσε τότε ότι το νησί αυτό ήταν Ιταλικό. Αποσύρθηκαν μάλιστα οι πινακίδες και από την Κάλυμνο και από τα νησάκια που ήταν απέναντι από την πόλη Bodrum.

Προ ολίγων ημερών ο Τούρκος υπουργός ΄Αμυνας αμφισβήτησε την ελληνικότητα του Αγαθονησίου, ενός νησιού με Ελληνες κατοίκους από αρχαιοτάτων χρόνων, με στεριά, θάλασσα και αέρα να μαρτυρούν Ελλάδα και μόνο.

Όταν σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία τα πάντα μιλούν για Ελλάδα και ελληνικό πολιτισμό, όταν, μόλις πρόσφατα, σε ανασκαφές στη νότια ενδοχώρα της βρέθηκε ψηφιδωτό ηλικίας 2500 χρόνων με επιγραφή Ελληνική, είναι τουλάχιστον αστείο να εγείρουν οι Τούρκοι θέματα γκρίζων ζωνών, οπουδήποτε στο Ελληνικό Αιγαίο. Πολύ περισσότερο είναι αδιανόητο να διεκδικούν ελληνικά νησιά. Αντίθετα η πατρίδα μας η Ελλάδα έχει ιερή υποχρέωση να μη ξεχνά την Ιωνία της, την Πόλη και τη Σμύρνη!