Ο παππούς και η γιαγιά της Ρόδου:  οι άνθρωποι που στήριξαν την ιστορία και τη γλώσσα μας

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr


Οι πρόγονοι μας σε βάθος πολλών γενεών μεγάλωσαν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Βιώσαν πόνο, φτώχεια, στερήσεις, καταπίεση. Η μπότα του Τούρκου και Ιταλού κατακτητή για δεκαετίες έκανε την καθημερινότητα τους δύσκολη ,ειδικά στον τομέα της γλώσσας ,της εκπαίδευσης και της πνευματικής καλλιέργειας .

Από την μία η επιθυμία των κατακτητών να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο με κάθε τι ελληνικό και η ανέχεια από την άλλη προκαλούσαν πολλά προβλήματα στην απόκτηση έστω και της στοιχειώδους μόρφωσης. Παρόλα αυτά οι γενιές αυτές άντεξαν και μπόρεσαν να γίνουν κοινωνοί και συνεχιστές της ελληνικής γλώσσας.

Το γεγονός της καθιέρωσης στην τοπική μας διάλεκτο πολλών τουρκικών και ιταλικών λέξεων-πράγμα αναπόφευκτο- δεν μειώνει στο ελάχιστο το κατόρθωμα απλών ανθρώπων να μιλούν κάτω από αυτές τις συνθήκες ελληνικά (και μάλιστα στην δυσκολότερη μορφή τους ,τα Αρχαία Ελληνικά) και να τα μεταδίδουν στις επόμενες γενιές πολλές φορές με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυθεντικών αρχαίων ελληνικών λέξεων είναι τα εξής:

θώρκιε ή χώρκιε = πρόσεχε, βλέπε μπροστά σου, έλεγαν οι παλιοί. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα θεωρώ: κοιτάζω και είναι σύνθετο από τις λέξεις  θεόν + ορώ= βλέπω τον θεό. Στην αρχαιότητα θεωρός λεγόταν ο επίσημος απεσταλμένος και παρατηρητής μιας πόλης σε θρησκευτική γιορτή.

Έξηψα!= κάηκα <από το αόριστο του αρχαίου ρήματος εξάπτω= βάζω φωτιά, ανάβω, καίω.

μπλάζω το νερό= αδειάζω, ρίχνω κάτω < από το αρχαίο ρήμα (εμ)πίμπλημι= παραγεμίζω.

πυτικώ= φτύνω, πετώ νερό < από το αρχαίο πυτώ- πυτίζω= πετώ υγρό που έχω στο στόμα μου.

γκολλώ= ακολουθώ κάποιον< από το αρχαίο εν+ κολλώ = κολλώ πάνω, κυνηγώ.

γκυλώνω= κεντώ < από το αρχαίο  αγκυλόω= τσιμπώ,κεντώ.

τανώ= αγγίζω, πιάνω, απλώνω <από το αρχαίο ρήμα τανύω= πλησιάζω κάποιον

λιμασμένος = ο πολύ πεινασμένος < από το αρχαίο λιμώσσω = υποφέρω από μεγάλη πείνα.

όφκιος= το φίδι. Από το αρχαίο όφις που σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε οφίδιον-φίδι.

χόχλακας= η μεγάλη πέτρα < πό το αρχαίο κόχλαξ = το χαλίκι.

νινί= το παιδί. Υποκοριστικό του αρχαίου νήνις  που παράγεται από το νεάνις

ψακή-ψακώνω= δηλητήριο και δηλητηριάζω. Ετυμολογείται από το αρχαίο ψίαξ (μέσω του υποκοριστικού ψιάκιον) που σημαίνει σταγόνα.
βοτρύδι= το σταφύλι <από το αρχαίο βότρυς, το σύνολο των ρωγών του σταφυλιού μαζί με τον μίσχο που τις συγκρατεί, το τσαμπί.

φφέντης= ο πατέρας < από το αρχαίο αυθέντης <αυτός (ο ίδιος)+έντης <ανύω (πραγματοποιώ)  =αυτός που  μόνος του μπορεί να πετύχει κάτι

παστελαριές= ξερά σύκα γεμιστά με σησάμι <από το αρχαίο πάστη =η  ζύμη.

μπρουά= το νερό. Από το αρχαίο βρυν= η φωνή των παιδιών που ζητούσαν νερό που με την σειρά του παράγεται από το αρχαίο ρήμα βρύλλω = ζητάω να πιώ νερό.

λαφάσσω= λαχανιάζω  <από το αρχαίο ρήμα λαφύσσω = τρώγω ή πίνω με απληστία.

κατελώ= τελειώνω, ξοδεύω <από το αρχαίο καταλύω= τελειώνω, καταστρέφω.

κουλούκι= το κουτάβι ,μτφ το μικρό παιδί. Από τις αρχαίες λέξεις σκύλαξ και κυλάκιον.

δαμάλι= το μικρό μοσχάρι <από το αρχαίο δάμαλις= η αγελάδα, συνήθως νεαρή, που δεν έχει ακόμη γεννήσει .

ζέχνω= οργώνω <από το αρχαίο ρήμα ζεύγνυμι = ενώνω τα ζώα κάτω από τον ζυγό για να οργώσουν.

καμμώ= κλείνουν τα  μάτια μου < κατά + αρχαίο  ρήμα μύω = κλείνω ελαφρά τα μάτια.

κούτσαβλος= αυτός που κουτσαίνει έντονα <κόπτω+ αυλός (η κνήμη).

λόπι= το  φασόλι . Aπό την ομηρική λέξη λόπος = ο φλοιός που με την σειρά του παράγεται από το ρήμα λέπω = ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω.

μακκέλα= η αυλόπορτα <από το αρχαίο μάκελον = ο περιφραγμένος τόπος.

μαννός= ο μαλθακός <από το αρχαίο μανός =ο αραιός, ο μικρός.

μιαρό= είδος οικιακής σαύρας <από το επίθετο μιαρός = άσχημος, ο βρώμικος, ο απεχθής

ξεροχαμιέμαι= χασμουριέμαι <από το ξηρός + αρχαίο ρήμα χασμώμαι = εισπνέω βαθιά και παρατεταμένα.

τα πευκοζίανα= οι πευκοβελόνες. Από το πεύκος και το αρχαίο  σιγύνη = η λόγχη.

φροκαλιά= η σκούπα. Δημιουργήθηκε από το ρήμα φροκαλώ < φιλοκαλώ. Αρχικά φιλοκαλώ σήμαινε «αγαπώ το ωραίο» αργότερα «εξωραΐζω, διακοσμώ» και μετά «τακτοποιώ». Άρα φροκαλιά είναι η αγάπη για το ωραίο, το καθαρό, η τακτοποίηση του σπιτιού.

ποτόρι= προηγουμένως <από το αρχαίο επίρρημα πρότερον

λέρα= η βρωμιά, η ακαθαρσία <από το αρχαίο ολερός =ο ακάθαρτος, θολός.

το φλετρό= το πηγάδι <από το αρχαίο φρέαρ.

το φρούτο έκνασε= έγινε ώριμο <από το αρχαίο ρήμα ακμάζω= φτάνω στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής μου.

αέλαμος= η βρώμη <από την αρχαία ονομασία του  φυτού  έλυμος.

νεσέρνω= βγάζω νερό (κυρίως από πηγάδι) <από το αρχαίο ανασύρω