Τα τρία κακά της μοίρας μας

Γράφει ο
Θάνος Ζέλκας

Στη σκιά των ακόμα δυσμενέστερων μέτρων που έπονται, η ελληνική κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει πολλαπλά προβλήματα τα οποία όσο μένουν άλυτα τόσο διογκώνονται και απειλούν πολύ σοβαρά το μέλλον της ίδιας της χώρας. Με βασικό αίτιο την οικονομική κρίση, η Ελλάδα γερνάει, στερεύει από μυαλά και βυθίζεται στην αμφισβήτηση των θεσμών και των αξιών της.

Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι η υπογεννητικότητα. Με δεδομένα τα πενιχρά τους οικονομικά οι Έλληνες όλο και αποφεύγουν να κάνουν παιδιά. Είμαστε η χώρα με τις λιγότερες παροχές για την οικογένεια στην Ευρώπη και με τα λιγότερα προνόμια στις πολύτεκνες οικογένειες.

Πώς λοιπόν να παροτρύνουμε τους πολίτες μας να τεκνοποιήσουν, όταν αδυνατούμε να τους παρέχουμε έστω και τα ελάχιστα για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους; Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο αν αναλογιστεί κάποιος ότι οι ξένοι που μετοίκησαν στη χώρα κάνουν κατά μέσο όρο τρία παιδιά. Αυτό σημαίνει ότι πολύ σύντομα οι Έλληνες θα είναι μειοψηφία μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Αυτή είναι μια πραγματικότητα πέρα από εθνικιστικές κορώνες και θεωρίες συνωμοσίας.

Το δεύτερο σοβαρότατο πρόβλημα είναι η φυγή των “μυαλών” της. Τα χρόνια προβλήματα της κρατικοδίαιτης οικονομίας και του κράτους του Δημοσίου συρρίκνωσαν το πεδίο δράσης των ανθρώπων με πανεπιστημιακή κατάρτιση και ιδιαίτερες δεξιότητες.

Θα έχετε προσέξει σίγουρα ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα τα περισσότερα παιδιά στις διανομές φαγητού κατέχουν έναν ή περισσότερους πανεπιστημιακούς τίτλους. Το ίδιο συμβαίνει και στο προσωπικό των καφετεριών και εστιατορίων. Η ανεργία είναι το φάντασμα που στοιχειώνει τη νέα γενιά και την εξωθεί να φύγει από τη χώρα όχι για να γνωρίσει τον κόσμο αλλά για να επιβιώσει.

Το τρίτο ίσως και σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι ως πολίτες έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς και στις αξίες που μας ένωναν ως Έθνος. Τα συνεχόμενα σκάνδαλα, το μέτριο επίπεδο στην εκπροσώπηση, η έλλειψη διορατικότητας και οι συνεχόμενες υποχωρήσεις στα εθνικά ζητήματα όλων των πεδίων, μας έκαναν όλο και πιο καχύποπτους απέναντι στους θεσμούς. Ελάχιστες είναι πλέον οι εξαιρέσεις που τιμούν τα αξιώματα και τους ρόλους τους και χαίρουν την αναγνώριση από τους πολίτες, οι οποίοι φυσικά φέρουν βαρύτατες ευθύνες για τις επιλογές τους.

Η άλλοτε περήφανη Ελλάδα θυμίζει ανήμπορη μάνα που βγάζει τα υπάρχοντα της στο “σφυρί” για να θρέψει τα παιδιά της, με κρυφή ελπίδα να τα φυγαδεύσει κάπου καλύτερα για να μην έχουν την ίδια μοίρα μαζί της. Γνωρίζει πως όλα κρέμονται σε μια κλωστή και τρέμει στην ιδέα ότι θα ξημερώσει μια μέρα που τίποτα δεν θα της ανήκει. Μια ιδέα που κάθε μέρα που περνά φαίνεται να αγγίζει όλο και περισσότερο την πραγματικότητα.

Ακούμε τους κυβερνώντες να μιλούν για μια εικοσαετία αργότερα, θαρρείς πως θα ζήσουμε για πάντα και πως θα έχουμε το ίδιο κουράγιο να βλέπουμε τη χώρα των μεγάλων ιδεών να σκυλεύεται από εκείνους που τους έδωσε τα φώτα, και δεν ντρέπονται καθόλου γι’ αυτό το κατάντημα. Μιλούν για ανάκαμψη και για ευκαιρίες, την ίδια ώρα που κατόρθωσαν να μετατρέψουν την πιο ευλογημένη γη του πλανήτη στην απόλυτη κόλαση για τους κατοίκους της.

 Η χώρα μας πάντοτε έπασχε από αρχομανία. Όλοι ήθελαν να γίνουν αρχηγοί, πρόεδροι, στρατηγοί κι ας μην είχαν πάντοτε τα φόντα. Απ’ αυτή την αρχομανία πήγαζε πάντα ο εθνικός διχασμός κι αυτός ο διχασμός ήταν που μας έριχνε πάντα στα δύσκολα. Ακόμα και σήμερα με όλα αυτά που περνάμε, οι Έλληνες δεν έχουμε κατορθώσει να μονοιάσουμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε πριν τα χάσουμε όλα. Γιατί θα έρθει κι αυτό με μαθηματική ακρίβεια και τότε θα είναι πολύ αργά για να το ανατρέψουμε.