Έφυγε ο τελευταίος των βουτηχτάδων της Σύμης

Έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών ο Μανόλης Ταμπακάκης, ο τελευταίος από τους δύτες της Σύμης.

Ο καπετάν-Μανόλης είχε απομείνει ως «τελευταίος των Μοϊκανών» να συμβολίζει μια άλλη εποχή για το νησί. Την εποχή των βουτηχτάδων και της έντονης δραστηριότητας των κατοίκων της Σύμης στα θαλάσσια «μονοπάτια», αναζητόντας με τα καΐκια τους σφουγγάρια, ως άλλους… πολίτιμους λίθους.

Διαβάστε παρακάτω το ρεπορτάζ  για τον Μανόλη Ταμπακάκη, που επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Γιώργος Ζαχαριάδης και το οποίο δημοσιεύθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2008 στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»:

«Τώρα πια δεν υπάρχουν ούτε βουτηχτάδες, ούτε σφουγγάρια εδώ. Μόνο από τη Φλόριδα της Αμερικής και την Κούβα βγάζουν, ενώ τα πλαστικά κυρίευσαν τον κόσμο».
O 85χρονος Μανόλης Ταμπακάκης είναι ο τελευταίος επιζών βουτηχτής της Σύμης, που για πολλές δεκαετίες αλώνιζε τις θάλασσες της Βόρειας Αφρικής και μαζί με άλλους Συμιακούς, Καλύμνιους και Λεριούς έβγαζαν σφουγγάρια από τους βυθούς «και κερδίζαμε πολλά χρήματα, που όμως τα ξοδεύαμε πάντα», λέει τώρα ο απόμαχος δύτης.
«Σήμερα δεν υπάρχουν πια βουτηχτάδες, όπως τους ξέραμε από τα παλιά», λέει. «Υπάρχουν μόνο αρκετοί Καλύμνιοι δύτες που έχουν άδεια για όστρακα και όταν κατεβαίνουν στον βυθό με τις φόρμες και τις μπουκάλες οξυγόνου, αν βρουν και κανένα σφουγγάρι το βγάζουν».

Ο κ. Ταμπακάκης ζει στη Σύμη μαζί με τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του, αναπολώντας τα ωραία, αλλά δύσκολα χρόνια, όταν κάθε χρόνο την Κυριακή του Θωμά ξεκινούσαν τα σφουγγαράδικα για το πολύμηνο ταξίδι στη Βεγγάζη και την Αλεξάνδρεια. «Όταν έχω αϋπνίες τα βράδια, κάθομαι και μετρώ τα καΐκια που φεύγαμε τότε από τη Σύμη και τα βγάζω 28 με 29, ενώ σήμερα δεν φεύγει ούτε ένα» υπογραμμίζει με παράπονο ο καπετάν Μανόλης.

Η καταγωγή του είναι από την Κρήτη. Ο πατέρας του από τα Χανιά τον έφερε μωρό στη Σύμη το 1923. «Εδώ βαφτίστηκα και εδώ έζησα το υπόλοιπο της ζωής μου», λέει ο κ. Ταμπακάκης, που θυμάται τα δύσκολα παιδικά του χρόνια τότε που για αδιάβροχο φορούσε ένα τσουβάλι της ζάχαρης και οι Ιταλοί δεν έδιναν συσσίτιο στην οικογένειά του γιατί καταγόταν από την Κρήτη και είχαν ελληνικά χαρτιά.

Με καμπανελόπετρα
Από πολύ μικρός ο κ. Ταμπακάκης έπεσε στα βαθιά νερά. «Ήμουν περίπου 15 χρόνων όταν άρχισα να βουτώ σε μια περίοδο που η Σύμη και η Κάλυμνος κυριαρχούσαν στη σπογγαλιεία», θυμάται σήμερα και με καμάρι αναφέρει τα πρώτα κατορθώματά του.

«Έπεφτα γυμνός στη θάλασσα κρατώντας μια πέτρα, την καμπανελόπετρα, και μπορούσα να μείνω στον βυθό μέχρι και 4 λεπτά κρατώντας την αναπνοή μου και σε βάθος 35 μέτρων για να βγάλω σφουγγάρια», υποστηρίζει και προσθέτει ότι «η μεγάλη τέχνη είναι το πώς θ΄ ανέβεις πάνω χωρίς να σε χτυπήσει η νόσος των δυτών».

Για πάνω από δύο χρόνια ο κ. Ταμπακάκης βουτούσε με την καμπανελόπετρα. Ύστερα φόρεσε και αυτός το σκάφανδρο, όπως και όλοι οι άλλοι δύτες. «Την πρώτη μου κατάδυση με σκάφανδρο την έκανα στα Ίμια, γιατί τότε και στο Αιγαίο υπήρχαν πολλά σφουγγάρια. Αργότερα το 1985- έπεσε μια αρρώστια και χάθηκαν, αλλά σήμερα δεν υπάρχουν πια βουτηχτάδες και το εμπόριο του σφουγγαριού είναι ασύμφορο».

Η νόσος των δυτών
Με το σκάφανδρο ο κ. Ταμπακάκης δούλεψε πολλά χρόνια μαζί με άλλους σφουγγαράδες. «Με χτύπησε και μένα η νόσος των δυτών πολλές φορές, αλλά ήταν ελαφρά και κατόρθωσα να το ξεπεράσω. Πολλοί άλλοι δεν γλίτωσαν. Ή πέθαναν ή έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή. Μόλις βγαίναμε από το νερό και βγάζαμε την περικεφαλαία, μας έδιναν ένα τσιγάρο να τραβήξουμε δυο ρουφηξιές. Εάν δεν τις τραβούσε ο οργανισμός, ήταν το πρώτο σημάδι ότι μας είχε χτυπήσει η νόσος. Τώρα υπάρχουν οι θάλαμοι αποσυμπίεσης, ενώ στα παλιά τα χρόνια όποιος τον χτυπούσε η νόσος τον πήγαιναν στη στεριά και σκέπαζαν το σώμα του στην άμμο. Πολλοί άφησαν τα κόκαλά τους εκεί».
Με τα σφουγγάρια η Σύμη, αλλά και η Κάλυμνος άνθησαν οικονομικά. Τα εκπληκτικά αρχοντικά του νησιού χτίστηκαν με το εμπόριο των σφουγγαριών.

Βαρύ το τίμημα της σπογγαλιείας
Η ΣΥΜΗ, η Κάλυμνος, η Χάλκη, το Καστελλόριζο και πολλά άλλα νησιά του Αιγαίου στήριξαν την οικονομία τους στην σπογγαλιεία. Ταυτόχρονα όμως, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, την περίοδο από το 1866 μέχρι το 1915 είχαν καταγραφεί 10.000 θάνατοι και 20.000 παραλύσεις δυτών σε όλα τα νησιά. Στο Τάρπον Σπρινγκ

Στις αρχές του 19ου αιώνα τουλάχιστον 500 δύτες από την Κάλυμνο, τη Σύμη και τη Χάλκη αναζήτησαν την τύχη τους στην Αμερική, εγκαταστάθηκαν στην πόλη Τάρπον Σπρινγκ της Φλώριδας και δραστηριοποιήθηκαν στην σπογγαλιεία την οποία οι απόγονοί τους συνεχίζουν μέχρι και σήμερα.

Σήμερα στη Σύμη δεν υπάρχει πλέον ούτε ένα σπογγαλιευτικό σκάφος, όπως επίσης και στη Χάλκη, ενώ στην Κάλυμνο κάποιοι δύτες που έχουν άδεια για όστρακα βγάζουν και κανένα σφουγγάρι αν βρουν στον βυθό.