Ζήτηματα από την κατάργηση  του τοπικού Κτηματολογίου και  την ένταξη στο Εθνικο Κτηματολόγιο

Γράφει ο δικηγόρος, Προϊστάμενος  Νομικής Υπηρεσίας Δήμου Ρόδου
Θεόδωρος Μ. Παπαγεωργίου

Η πρόσφατη είδηση για τη κατάργηση των Kτηματολογίων Ρόδου, Κω και Λακκί Λέρου, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά το τέλος ενός προδιαγεγραμμένου  χρονικού καθώς  από το 1995 υπάρχει η πρόβλεψη ένταξης στο Εθνικό Κτηματολόγιο, με λεπτομέρειες μάλιστα που θα καθοριστούν ούτε καν με νόμο αλλά με ΚΥΑ και Π.Δ. (αρ. 14.7.Α.Ν. 2308/1995).

Είναι άλλωστε γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια, αντί να γίνουν ενέργειες για τον εκσυγχρονισμό και την κατοχύρωση της αυτοτέλειας τους, διατηρώντας η πολιτεία αυτά  σαν πρότυπο τοπικό θεσμό, όσον αφορά πιο συγκεκριμένα το Κτηματολόγιο Ρόδου αφέθηκε στη μοίρα του,  φτάνοντας στο έσχατο σημείο όχι απλά να έχει εγκαταλειφθεί από τη πολιτεία, αλλά και ταυτόχρονα να έχει  δημιουργηθεί πεδίο λειτουργικής και ηθικής καταβαράθρωσης ως  θεσμού και από πρότυπο να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή.

Τα γεγονότα τρέχουν και δεν είναι δυνατόν να περιμένουν την κινητικότητα κανενός για να προληφθούν ακόμη χειρότερες καταστάσεις. Πόσο βέβαια ακόμη χειρότερες από τη σημερινή, με χιλιάδες εκκρεμείς πράξεις λόγω του χειρόγραφου ακόμη στον 21ο αιώνα συστήματος καταχωρήσεων, με την κατασπατάληση ανώφελα τεράστιων κονδυλίων μηχανοργάνωσης που δεν έγινε ποτέ, με το να αγνοείται η τύχη και το μέλλον εμπραγμάτων σχέσεων και των έννομων συνεπειών τους, λόγω των εκκρεμών αναρίθμητων πράξεων, με  την αδυναμία έκδοσης πιστοποιητικών λόγω των ίδιων  εκκρεμοτήτων,  με  ένα έωλο πλαίσιο λείτουργίας της διοίκησης  και σοβαρά άλλα πρακτικά ζητήματα.

Με αυτά και αυτά λοιπόν, ο καθένας θα περίμενε από καιρό  ότι είναι θέμα χρόνου   για να γραφεί η λέξη «τέλος» στο τοπικό θεσμό του  Κτηματολογίου Ρόδου.

Ενός «τέλος» όμως,  που απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση, προκειμένου η ένταξη  στο Εθνικό Κτηματολόγιο, να μην εξυπηρετήσει την ίδια σκοπιμότητα που και το 1929 αποσκοπούσε η ίδρυση των Κτηματολογίων Ρόδου και Κω  από τους Ιταλούς . Και αυτή η υποψία είναι εύλογη καθώς το σχέδιο νόμου που διέρρευσε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας τελεί σε στενή συνάρτηση με την με συνοπτικές διαδικασίες ταυτόχρονη ανάρτηση και ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και για τη Ρόδο, Κω κ.λ.π. τους αμέσους προσεχείς μήνες.

Συγκεκριμένα για τους δασικούς χάρτες   ανακοινώθηκε  επίσημα σε σχετική ημερίδα (Τ.Ε.Ε. Τμ. Δωδεκανήσου 24-05-2017),  ότι για τη Ρόδο αυτοί θα  αναρτηθούν αφηρημένα πάνω στο σχέδιο  νησιού και όχι επί του υφιστάμενου χάρτη των μερίδων όπως από το 1929 είναι αποτυπωμένο όλο το νησί στο Κτηματολόγιο.

Επιπλέον όπως απαράδεκτα  στη Σύμη και στη  Πάτμο δεν έγινε,  έτσι και στη Ρόδο δεν θα γίνουν  επιτόπιες προηγούμενες αυτοψίες, αλλά η ανάρτηση των δασικών χαρτών θα γίνει προφανώς και εδώ από τον ανάδοχο ή την υπηρεσία με προπαρασκευαστικές εργασίες μόνο κατά βάση  αεροφωτογραφίες  του  1960.

Ως εκ τούτου έχοντας υπόψη ότι οι Ιταλοί εφαρμόζοντας ακριβώς μια επίπλαστη δασική νομοθεσία κατά τη κτηματογράφηση του σημερινού τοπικού κτηματολογίου,  έχουν ήδη  προβεί σε μια ήδη  αντίστοιχα επίπλαστη τεράστια καταγραφή και διασφάλιση  των δασικών εκτάσεων υπέρ του κράτους, θεωρούμε και μακάρι να διαψευσθούμε, ότι η όλη παραπάνω συντονισμένη διαδικασία κατάργησης του Κτηματολογίου και ανάρτησης δασικών χαρτών , επιχειρεί ακόμη περισσότερο να μεγιστοποιήσει την ήδη τεράστια αυτή δημόσια ακίνητη περιουσία, λαμβάνοντας υπόψη το ισχύον τεκμήριο κυριότητας που έχει το Δημόσιο για τα δάση .

Και προφανώς  ο λόγος δεν μπορεί στη παρούσα δημοσιονομική συγκυρία  να είναι άλλος παρά η ανάπτυξη μιας τεράστιας δημόσιας χρηματιστηριακού χαρακτήρα ακίνητης περιουσίας, που προφανώς μέσω ΤΑΙΠΕΔ θα αποτελέσει κιβωτό άντλησης πόρων, καθώς και τα ακίνητα  δασικού χαρακτήρα υπό «προϋποθέσεις» αξιοποιούνται,  προς εξυπηρέτηση  των χρεών του κράτους ,  γι’ αυτό άλλωστε  συνιστούν  μνημονιακή υποχρέωση με ημερομηνία παράδοσης τόσο το ολοκληρωμένο και ενιαίο Εθνικό Κτηματολόγιο  όσο και οι δασικοί  χάρτες για όλη τη χώρα.

Άλλωστε και ο λόγος  που  από τους Ιταλούς κατακτητές ιδρύθηκαν τα Κτηματολόγια Ρόδου,   Κω και Λακκί Λέρου, δεν ήταν βέβαια η  διάθεση ανάδειξης, καταγραφής και  προστασίας της περιουσίας των σκλαβωμένων ελλήνων. ΄Οπως είναι καταγεγραμμένο στα αρχεία του Ελληνικού Υπουργείο των Εξωτερικών ή  ακόμη και στα Πρακτικά της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947, ο λόγος ίδρυσης τους ήταν  προκειμένου το τότε φασιστικό κράτος της Ιταλίας  να υφαρπάξει και να δημιουργήσει επίπλαστα μια τεράστια σε έκταση και αξία δημόσια περιουσία, που όμοια της δεν υπάρχει σε αναλογία κλίμακας σε κανένα άλλο μέρος της χώρας,  ούτε βέβαια  στη Δυτική Ευρώπη (Τα 2/3 του συνόλου της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας του ελληνικού δημοσίου  σε όλη την επικράτεια υπάρχουν στη Ρόδο) .

Αυτό συντελέστηκε με αυθαίρετες, σύντομες και κοστοβόρες διαδικασίες καταχωρήσεων από τους σκλαβωμένους κατοίκους, με  διοικητικές ψευδοαπαλλοτριώσεις και με εφαρμογή στο όνομα της προστασίας των δασών , διαταγμάτων περί εγκατάλειψης και δήθεν αναδάσωσης  των γαιών και ειδικότερα του  ιταλικού δασικού διατάγματος 19/1924 γνωστού ως  decreto fore-stole με άξονα τους όχι φυσικά την προστασία του περιβάλλοντος αλλά την υφαρπαγή της ιδιοκτησίας των κατεκτημένων Ελλήνων.

Και μόνο το γεγονός ότι σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά των εργασιών  της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων της 10-02-1947  , η Ιταλία  δεν δικαιώθηκε στις αξιώσεις της να της αναγνωρισθεί  αποζημίωση για τη  τεράστια  περιουσία  που στα πλαίσια της «πολιτικής του λίθου» δημιούργησε  στα Δωδεκάνησα (Ρόδο, Κω, Λακκί - Ξηρόκαμπος Λέρου) και «κληροδότησε»  στο Ελληνικό Δημόσιο , είναι βαρυσήμαντο στοιχείο για είναι απόλυτα  κατανοητό ακόμη και για τους μη επαΐοντες, με τι είδους νομιμότητα περιβάλλεται η αποκαλούμενη σήμερα δημόσια ακίνητη περιουσία στη Ρόδο και στη Κω και Λακκί Λέρου . Εξαιρετικά σοβαρό βέβαια εκκρεμές νομικό και θεσμικό ζήτημα,  με το οποίο μέχρι το περσινό ψήφισμα του Περιφερειακού Συμβουλίου , κανένας μέχρι σήμερα δεν ασχολήθηκε  .

Αξίζει μάλιστα χάρη της ιστορίας και όχι μόνο,  να επισημανθεί και να γίνει γνωστό ποιο ήταν  το επίσημο  πνεύμα σύμφωνα με το οποίο συντάχτηκαν τα ιταλικά  κτηματολόγια στα Δωδεκάνησα  (Ρόδο, Κω, Λακκί - Ξηρόκαμπος Λέρου).

Κλείνοντας η   Εισηγητική ΄Εκθεση του σχεδίου του Κτηματ. Κανονισμού Δωδεκανήσου  , όπως στις 31-08-1929  υποβλήθηκε από τον ο ιταλό δικαστή Savarese  στον τότε ο  ιταλό κυβερνήτη της Δωδεκανήσου Mario Lango,  αναφέρονται θριαμβικά τα εξής κατά πιστή μετάφραση της εποχής :

«Αύται εισίν εν κύριοις κεφαλαίοις , αι κύριαι διατάξεις των νέων Κτηματολογικών Κανόνων, αίτινες αναμένουν την Υμετέραν Υψηλήν έγκρισιν και την Υμετέραν υπογραφή. Εις αυτάς πτερουγίζει η γενναιόδωρος εκείνη δικαιοσύνη την οποία το πνεύμα της Ρώμης αφήκεν εν κληρονομία εις την τρίτην Ιταλίαν, ως ωσαύτως και η αυστηρά εκείνη σκληρότης εν τω προστετεύειν τα δικαιώματα του Κράτους , ήτις είναι εν τω πλέον εξεχόντων χαρακτηριστικών του Φασισμού, αναμορφωτού της ημετέρας πατρίδος. Εις αυτάς αναπηδά ζωηρά η αρχή ότι η εργασία , η πλέον ευγενής μεταξύ των ανθρωπίνων απασχολήσεων, είναι ο πλέον υψηλός τίτλος, όστις δικαιολογεί και ισχυροποιεί τη κυριότητα των γαιών, αίτινες – όταν προέρχονται….. αι εκ της περιουσίας του Κράτους- εκφεύγουν αδυσωπήτως εκ των οκνηρών και νωθρών…»

 Από την άλλη πλευρά είναι βέβαια αλήθεια  ότι η από το 1947  διατήρηση των ιταλικών κτηματολογίων στα Δωδεκάνησα από την ελληνική πολιτεία, βοήθησε σημαντικά στην ασφάλεια των εμπράγματων συναλλαγών και στην οικονομική ανάπτυξη στα δύο νησιά της Ρόδου και της Κω , πράγμα άλλωστε που οδήγησε τα κτηματολόγια αυτά ως πρότυπα  να επηρεάσουν σημαντικά τις επιλογές του νομοθέτη κατά τη θέσπιση των διατάξεων του Εθνικού Κτηματολογίου.

Όπως όμως ήδη προαναφέρθηκε  ιδιαίτερα από τα χρόνια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, τα Κτηματολογικά Γραφεία Ρόδου και Κω προφανώς στη προοπτική της ενσωμάτωσης τους στο Ε.Κ., απαξιώθηκαν από τη Πολιτεία πλήρως , κυρίως με τη  διατήρηση του απαρχαιωμένου  χειρόγραφου συστήματος εγγραφών και την εντεύθεν σώρευση χιλιάδων εκκρεμών πράξεων κα την χαοτική αταξία που επήλθε.

Μάλιστα η Πολιτεία όχι μόνο  κατασπαταλώντας κατά καιρούς άσκοπα χρήματα, αδιαφόρησε εγκληματικά εκ του αποτελέσματος για την άκρως αναγκαία  ψηφιοποίηση  και μηχανοργάνωση του , αλλά έφτασε ακόμη και στο σημείο να ψηφίζει  νόμους που να βεβαιώνουν ανακρίβειες   , προφανώς   κάτι εξυπηρετώντας ή κάποια τεράστια ποσά που απωλέσθηκαν έτσι δικαιολογώντας , ότι δηλαδή  τάχα ήδη τα δύο Κτηματολόγια της Ρόδου και της Κω λειτουργούν με «ολοκληρωμένο πληροφορικό σύστημα» (αρ. 11.6 του Ν. 3472/2006)!!!!

Συνεπώς, γνώμη μου είναι ότι συντονισμένα , αποφασιστικά και κυρίως έγκαιρα όλοι οι τοπικοί φορείς και εκπρόσωποι της Δωδεκανήσου , πρέπει να εργασθούν και να συνεργασθούν  ώστε να γίνει ομαλά και χωρίς προβλήματα  η ενσωμάτωση στο Εθνικό Κτηματολόγιο του συστήματος των τοπικών Κτηματολογίων Ρόδου και Κω. Η ενσωμάτωση αυτή πρέπει με νομοθετική κατοχύρωση, να προβλέπει  κατευθείαν  ψηφιοποίηση όλων των ανά μερίδα  εγγραφών. Τόσο δηλαδή της αρχικής θεμελιώδους που παράγει αμάχητο τεκμήριο, όσο και των μεταγενέστερων, 

Επίσης, να μεταφερθούν ανά μερίδα και οι εκκρεμείς πράξεις  διότι  και αυτές αφορούν σοβαρά ζητήματα στις εμπράγματες συναλλαγές και σχέσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο τεχνικό μέρος , καθώς οι αποτυπώσεις των Ιταλών σύμφωνα με τα μέσα και τις μεθόδους της εποχής δεν έγιναν με ασφαλή συστήματα . Θα πρέπει δηλαδή  η μεταφορά τους  να γίνει μεν  σύγχρονο τρόπο καταγραφής και αποτύπωσης με συντεταγμένες σε σύστημα ΕΓΣΑ (Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς), όπως έγινε στη Σύμη, όμως αυτό  να γίνει με τον μεγαλύτερο δυνατό σεβασμό και προσαρμογή στα υφιστάμενα στη πράξη όρια .

Επίσης, με νομοθετική κατοχύρωση, να προβλεφθεί ότι  οι προπαρασκευαστικές εργασίες , η ανάρτηση  και η κύρωση  των δασικών χαρτών να έχουν ως βάση  τους μείζονες  χάρτες αλλά και τα επιμέρους και ανά μερίδα διαγράμματα και τις εγγραφές των τοπικών Κτηματολογίων Ρόδου και Κω . Η εκτέλεση της εφαρμογής αυτής είναι «εκ των ων ουκ άνευ» , προκειμένου να ληφθεί υπόψη το ήδη τεράστιο εύρος δημόσιων δασικών εκτάσεων που υπάρχει στα δύο νησιά, σε αναλογία μάλιστα που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο μέρος της Ευρώπης (εκτός ίσως από χώρες της παλιάς Ανατολικής  Ευρώπης…).

Διαφορετικά λαμβάνοντας υπόψη τη πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας, σύμφωνα με την οποία προέχουν από τα κτηματολόγια οι δασικοί χάρτες και αυτό για να  «διασφαλισθεί»  η ακίνητη περιουσία του Δημοσίου με το τεκμήριο κτήσης που έχει  στις δασικές εκτάσεις, είναι ολοφάνερο ότι  πέραν αυτών που  οι Ιταλοί κατέγραψαν,  κινδυνεύουν σοβαρά  και άλλες ακόμη ιδιωτικές περιουσίες να κριθούν δασικές και δημόσιες λόγω π.χ. διάσπαρτων ασπάλαθων, σχίνων , και φρύγανων (όπως ο θάμνισκος της αλεσφακιάς που συναντάμε όχι μόνο στα χωριά μας αλλά ακόμα και σε κήπους κατοικιών…).

Με  ότι αυτό σημαίνει για την  ασφάλεια και την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και βέβαια και για τη διατήρηση του κοινωνικοοικονομικού ιστού των παραμεθόριων νησιών μας.