Οι πολιτικοί παλαιάς κοπής  και ο ιστορικός του μέλλοντος

Γράφει ο Φίλιππος Ζάχαρης

Η απώλεια πολιτικών παλαιάς κοπής όπως ο Κων/τίνος Μητσοτάκης δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας εποχής αλλά υπενθυμίζει πως εκείνες ακριβώς τις εποχές η αντιπαράθεση γινόταν με κάποιους σχετικά όρους, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι υπήρχε τότε πραγματική  δημοκρατία. Αυτό που διασώζει όλους αυτούς τους πολιτικούς που χάθηκαν, είναι το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις τους ήταν αντιπροσωπευτικές του ιδεολογικού τους φάσματος, ασχέτως αν κανείς συμφωνούσε ή διαφωνούσε.

Ο Ανδρέας για παράδειγμα, δεν έκρυψε ποτέ την ερωτοτροπία του με τον στενό κομματισμό σε όλα τα επίπεδα, το ίδιο όπως και ο Μητσοτάκης. Για δε τον Χαρίλαο Φλωράκη, η ροπή προς τον σταλινισμό ήταν πεντακάθαρη, χωρίς περιστροφές. Άρα, αυτός που ήθελε να αντιπαρατεθεί με όλους αυτούς τους εκπροσώπους της αστικής τάξης, δεν είχε παρά να υψώσει οξύ καταγγελτικό λόγο, κάτι που έκαναν πολλοί την εποχή εκείνη. Με λίγα λόγια, με τον θάνατο του Μητσοτάκη τελειώνει αυτός ο πόλος σκληρής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα κόμματα, αντιπαράθεση που γινόταν με γνωστούς και ξεκάθαρους όρους. Δεν θα συνεργαζόταν, για παράδειγμα, ποτέ ανοιχτά ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αφού είχαν κάθε λόγο να έχουν μοιρασμένη την πίτα. Για δε ΚΚΕ και ΚΚΕ εσ τα πράγματα θα άλλαζαν στην συγκυβέρνηση του ΄89. Από εκεί και μετά η ιστορία μεταβλήθηκε σταδιακά.

Αν λοιπόν θέλει κανείς να καταλάβει τι χάνεται με τον θάνατο του Κων/τίνου Μητσοτάκη δεν έχει παρά να θυμηθεί τις χιλιάδες των μεταφερόμενων οπαδών στις πολιτικές συγκεντρώσεις και τα τηλεοπτικά τρυκ. Και όχι μόνο αυτό: γιατί κατά βάθος αυτή η πόλωση είχε και τα θετικά της, καθώς ήθελε πολύ δουλειά για να υψώσει κανείς αντίθετο λόγο. Είχε λοιπόν και την γοητεία του να απομυθοποιείς τις εποχές εκείνες τους «πρασινοφρουρούς», την «γαλάζια γενιά» και τους ρεφορμιστές της αριστεράς. Ήθελε κουράγιο και δύναμη να αντιπαρέλθεις τον στείρο κομματισμό.

 Οφείλουμε όμως να ομολογήσουμε όλοι πως οι όροι του παιχνιδιού ήταν ακόμη εμφανείς, σε αντίθεση με σήμερα όπου κανείς δεν γνωρίζει με ποιους όρους διεξάγεται το κομματικό παιχνίδι, το οποίο έχει μπολιαστεί και από επιχειρήματα περί ήπιου δήθεν κομματισμού. Σήμερα δεν μπορείς να καταλάβεις, με λίγα λόγια, ποιος είναι αριστερός, ποιος σοσιαλιστής, κεντρώος ή φιλελεύθερος. Έχουν τόσο πολύ αφομοιωθεί οι ιδεολογίες, έχουν τόσο κακοποιηθεί οι φράσεις και τα τσιτάτα που μάλλον μιλάμε για μια κενότητα χωρίς προηγούμενο. Εδώ πατά και η ακροδεξιά που τις εποχές εκείνες είχε αφομοιωθεί στο δίπολο εξουσίας.

Κάθε πολιτικός έχει και την ιστορία του, όπως και ο πολίτης που θα πρέπει να παραμείνει στον πολιτικό στίβο, παρά το γεγονός ότι οι συντεταγμένες τον θέλουν «άπολιν», ατιμωτικός όρος για τους αρχαίους Έλληνες, που είχε να κάνει όμως  με Πολιτείες και όχι κράτη.  Με τον μεταπολιτευτικό κύκλο που έκλεισε, δόθηκε τέρμα στην ύπαρξη της κρατικής λοβοτομής, το δε κράτος άλλαξε χαρακτήρα και εικόνα, μπερδεύοντας τους πολίτες για το αν η σημερινή λοβοτομή έχει να κάνει με ένα ή πολλά επίπεδα στην πολιτική ζωή του τόπου.

Με τον θάνατο του Κων/τίνου Μητσοτάκη, λοιπόν, χάνεται οριστικά το νόημα μιας εποχής όπου είδηση δεν γινόταν το κάθε τι από τα Media της εποχής  παρά μονάχα όταν υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον . Και αυτό βέβαια χωρίς να σημαίνει ότι και ο Τύπος της εποχής εκείνης δεν ήταν κατευθυνόμενος. Αλλάζει πάντως κάτι με τον χαμό όλων αυτών των πολιτικών παλαιάς κοπής. Ο λόγος είναι απλός: ο κόσμος την εποχή εκείνη δεν άφηνε αναπάντητες τις προκλήσεις της εξουσίας, διαδηλώσεις συγκλόνιζαν την Αθήνα και τις άλλες ελληνικές πόλεις.

 Συνοψίζοντας: κάθε πολιτικός που φεύγει, αφήνει πίσω του την ανάλογη ιστορία και παρακαταθήκη. Την ιστορία αυτή θα την κρίνουν οι επόμενες γενιές που φορτώνονται όλες αυτές τις πολυετείς αποτυχημένες πολιτικές στην Ελλάδα. Ο ιστορικός του μέλλοντος καλείται να καταγράψει το γιατί, το ποιος, τι και πότε το έπραξε. Καλείται να κάνει τον απολογισμό της κάθε εποχής. Και σε αυτό είναι συμμέτοχοι και οι πολίτες της κάθε εποχής.