Σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια!

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr

Τα παπούτσια υπάρχουν  από τότε που ο άνθρωπος αποφάσισε να σταθεί στα πόδια του και να καλύψει μια βασική του ανάγκη ,το περπάτημα.

Η λέξη παπούτσι έχει τουρκική προέλευση και εισήλθε στην Ελληνική τα μεσαιωνικά χρόνια λόγω της τουρκικής κατάκτησης. Η ίδια η τουρκική λέξη papuc  ανάγεται στην  περσική λέξη papus =κάλυμμα τού ποδιού, υπόδημα. Η έκφραση «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια»  δηλαδή  δεν σε υπολογίζω, σε αγνοώ, ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο που πρωτοεφαρμόστηκε στη Βαβυλωνία.

Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια έχοντας γράψει από κάτω το όνομα αυτού που το λάμβανε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας.

Από την αρχαιότητα η ελληνική λέξη για το παπούτσι  ήταν  το υπόδημα (ήδη στον Όμηρο). Η λέξη υπόδημα είναι σύνθετη από το υπό- =κάτω και το -δημα που προέρχεται από το ρήμα  δέω =δένω.

Συνεπώς, υπόδημα ήταν αυτό που τοποθετούσαν κάτω από το πόδι (στο πέλμα) και το έδεναν ντύνοντας και περικαλύπτοντας το γυμνό πόδι ως το γόνατο. Αντίθετα  με το ρήμα υπολύω δήλωναν το λύσιμο, το βγάλσιμο του υποδήματος. Η κάθε ελληνική περιοχή είχε τα δικά της είδη υποδημάτων ανάλογα με το κλίμα της, τα γεωμορφολογικά της χαρακτηριστικά, τον πλούτο της κτλ.

Συνηθισμένα είδη υποδημάτων ήταν α) οι κόθορνοι, υποδήματα που φορούσαν οι ηθοποιοί της   αρχαίας τραγωδίας. Επρόκειτο για μια κοντή μπότα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και είχε παχύ πέλμα, ώστε να προσδίδει μεγαλύτερο ανάστημα στον υποκριτή  β) οι ενδρομίδες, δυνατά υποδήματα  για τους κυνηγούς ,τους ιππείς  και για το δρόμο  για να διανύει κανείς μεγάλες αποστάσεις ( κάτι σαν τα σημερινά  αθλητικά παπούτσια)  γ) η καρβατίνη  είδος υποδημάτων από ακατέργαστο δέρμα που το φορούσαν συνήθως οι αγρότες  δ) οι εμβάδες (από το ρήμα βαίνω= περπατώ), που χρησιμοποιούνταν για περιπάτους  ε) το αρχαίο σάνδαλον (ή σανδάλιον, υποκοριστικό του σάνδαλον), που ήταν ένα είδος υποδήματος με ξύλινο συνήθως πέλμα και λουριά, που δένονταν στο πόδι ή την κνήμη .

Αργότερα, κατά τα ελληνορωμαϊκά χρόνια , εμφανίστηκαν και πρόχειρα γυναικεία σάνδαλα, που κάλυπταν μπροστά το πόδι με  πλούσια διακόσμηση, αφήνοντας πιθανώς ακάλυπτη τη φτέρνα. Η λέξη σανδάλιον πέρασε στη Λατινική ως sandalium και μέσω της Λατινικής έδωσε το γαλλικό  sandale και τα αγγλικό  sandal.

Περνώντας στο Βυζάντιο  οι Βυζαντινοί άρχισαν να χρησιμοποιούν φελλό για να κατασκευάζουν τις σόλες για τις εμβάδες τους . Οι φελλοί αυτοί ονομάζονταν πατόφελλοι ή πατόφελλα . Σιγά σιγά το "πατόφελλα" εξελίχθηκε και μας χάρισε το σημερινό παντόφλα (ή ακόμα "βαρύτερα" παντούφλα).

Στο Βυζάντιο επίσης υπήρχαν τα τζαγγία/τζαγκία (από την περσική λέξη zanca) ένα είδος μαλακού και ψηλού υποδήματος που κάλυπτε τις κνήμες φτάνοντας ως το γόνατο. Εικάζεται ότι  τα  υποδήματα αυτά είχαν γυριστή προς τα πάνω μύτη, που έμοιαζε με δρεπάνι ή τσιγκέλι. Περίφημα ήταν τα αυτοκρατορικά τζαγγία με το βαθύ κόκκινο χρώμα, που ήταν στολισμένα με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Ιδιαίτερα ήταν τα αυτοκρατορικά τζαγγία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που ήταν στολισμένα με αετούς. Ο κατασκευαστής τζαγγίων  ονομάζονταν  τζαγγάριος, λέξη που εξελίχθηκε σε τσαγκάριος και στον σημερινό  τύπο τσαγκάρης.

Τέλος οι Βυζαντινοί είχαν και ένα άλλο είδος παπουτσιών τα καλίγια ή καλίκια (από το λατινικό caliga <  calceus= το σανδάλι και calx= η φτέρνα). Ήταν χαμηλά παπούτσια με σόλα, κατάλληλα για σκληρές χρήσεις. Από κει και το ρήμα καλιγώνω= τοποθετώ πέταλα στις οπλές του αλόγου. Στην ίδια λέξη οφείλει το όνομα του και ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Καλιγούλας που, όντας στρατιωτικός, φορούσε καλίγια από μικρό παιδί με αποτέλεσμα να του «μείνει» η λέξη και ως όνομα. Επίσης  η ετυμολογία της λέξης καλικάντζαρος  πιθανότατα προέρχεται  από συνδυασμό των λέξεων καλίκιον (υπόδημα),  άντζα (κνήμη) και της μεγεθυντικής κατάληξης -αρος, λόγω του είδους των υποδημάτων που, κατά την παράδοση, φορούσαν οι καλικάντζαροι.

Στην νεότερη εποχή υπάρχει το πασουμάκι η γυναικεία παντόφλα με τακούνι. Η λέξη παράγεται από την τουρκική  pasmak/basmak, με  αρχική σημασία  «μοσχάρι ενός έτους», από το δέρμα του οποίου κατασκεύαζαν παντόφλες ή μαλακά παπούτσια.

Η σαγιονάρα, το ανοικτό  καλοκαιρινό παπούτσι με επίπεδη σόλα και λουράκι, έχει την καταγωγή της στην Ιαπωνία και την λέξη sayonara που σημαίνει αντίο. Η λέξη, με την αυθεντική της σημασία, έγινε γνωστή στο δυτικό κόσμο τη δεκαετία του 1950, αρχικά με το μυθιστόρημα Sayonara του Αμερικανού συγγραφέα James  Michener και αργότερα με τη μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο. Στην ταινία, λοιπόν, οι Γιαπωνέζες ηθοποιοί φορούσαν τα παραδοσιακά τους υποδήματα, με το όνομα  zori.

Το υπόδημα αυτό γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη Δύση και απέκτησε το όνομα της ταινίας.

Η γαλότσα προέρχεται από την βενετική λέξη galozza με αναγωγή στον τύπο gallica (υπόδημα των Γαλατών). Το παπούτσι  δημιουργήθηκε από τους Γαλάτες, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που είχαν την ιδέα να σκεπάζουν τα παπούτσια τους με κομμάτια από δέρμαγια προφύλαξη από τα νερά της βροχής, τη λάσπη ή το χιόνι.

Το τσόκαρο αποτελεί λεξιλογικό  δάνειο από το βενετικό zocaro, που είναι το πέδιλο με την ξύλινη σόλα. Θεωρείται ότι προέρχεται από το λατινικό socculus, υποκοριστικό του soccus, που ήταν ένα ελαφρύ χαμηλό υπόδημα που φορούσαν οι ηθοποιοί της κωμωδίας. Ίσως οι λέξεις αυτές να ανάγονται  στην αρχαία ελληνική λέξη σύκχος = είδος υποδήματος

Όταν τα παπούτσια  φθείρονταν, επειδή ήταν είδος πολυτελείας, οι άνθρωποι τα επιδιόρθωναν ξανά και ξανά, προκειμένου να καθυστερήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την αγορά καινούριου ζευγαριού. Τις επιδιορθώσεις αναλάμβαναν, πλανόδιοι τσαγκάρηδες που γύριζαν για το σκοπό αυτό στις γειτονιές.

Προπολεμικά όμως οι τσαγκάρηδες στην Αθήνα την επόμενη μέρα της Κυριακής, δηλαδή τη Δευτέρα, επειδή δεν είχαν δουλειά την είχαν καθιερώσει από μόνοι τους ως δεύτερη αργία κάθε εβδομάδα, έχοντας τα καταστήματά τους κλειστά. Η «τσαγκαροδευτέρα» λοιπόν καθιερώθηκε στο λεξιλόγιο μας να σημαίνει ειρωνικά την αργία για τους φυγόπονους, την εργάσιμη δηλαδή ημέρα την οποία μεταβάλλει κανείς σε αργία από τεμπελιά.