Προσπαθώντας να  φύγεις από μια σχέση...

Γράφει η ψυχολόγος, Msc
Μαρία Καρίκη

Όλο λες ότι θα φύγεις κι όλο μένεις. Αποφεύγεις, αναβάλλεις να πάρεις εκείνη την απόφαση που θα σε βγάλει από την «ταλαιπωρία» που βιώνεις. Ενώ ξέρεις ότι δεν σου κάνει αυτή η σχέση, ότι σου αξίζει κάτι καλύτερο, ψάχνεις δικαιολογίες για να μείνεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι αυτό που περιμένεις. Άλλοτε είσαι θυμωμένος και θέλεις να τρέξεις όσο μπορείς πιο μακριά αδιαφορώντας για τις συνέπειες κι άλλοτε σκέφτεσαι όλα εκείνα τα καλά που περάσατε και αναρωτιέσαι αν μπορούν να ξαναρθούν παρόμοιες στιγμές. Ακροβατείς ανάμεσα στην ελπίδα και στη ματαίωση.

Προσπαθείς να εντοπίσεις από ποιο σημείο και έπειτα άρχισε η σχέση να φθείρεται, να ξεθωριάζει… Στην αρχή σχεδόν πάντα ψάχνεις να βρεις που φταίει ο άλλος, οι συνθήκες, οτιδήποτε άλλο εκτός από εσένα. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Σε μια σχέση υπάρχει εκείνος που είναι η δράση και εκείνος που είναι η αντίδραση, εκείνος που κάνει λάθη κι εκείνος που ανέχεται, υπομένει, συγχωρεί, βολεύεται, συμβιβάζεται. Για να ατροφήσει μια σχέση χρειάζονται δύο κι όχι ένας. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε κάθε φορά που είμαστε έτοιμοι να κατηγορήσουμε κάποιον και να του χρεώσουμε εξ’ολοκλήρου τη διάλυση μιας σχέσης.

Όταν κάτι μας κάνει να σκεφτούμε ότι ήρθε η ώρα να φύγουμε από μια σχέση, σίγουρα δεν είναι αμελητέο. Κάτι υπονομεύει το δεσμό μας, κάτι τον σαμποτάρει. Υπάρχουν φορές που το παίρνουμε έγκαιρα είδηση κι άλλες που όταν το αντιλαμβανόμαστε μπορεί να είναι ήδη αργά…

Η φυγή δεν είναι εύκολη, ειδικά όταν η σχέση μετράει πολλά χρόνια, όταν οι συνήθειες σε έχουν κάνει δυσκίνητο κι όταν το άγνωστο σε τρομάζει όλο και πιο πολύ. Φοβάσαι να φύγεις, φοβάσαι να διεκδικήσεις κάτι καλύτερο, φοβάσαι ότι θα πληγώσεις, ότι θα μετανιώσεις, ότι και το επόμενο μπορεί να είναι χειρότερο. Κάτι σε κρατάει πίσω, λοιπόν, χωρίς να είναι απαραίτητα υγιές.

Δειλιάζεις να πάρεις την καταλυτική απόφαση. Κι ας ξέρεις μέσα σου ότι τα πράγματα το πιθανότερο είναι να μη φτιάξουν. Ότι θα συνεχίσεις να κάνεις υπομονή, να προσπερνάς, να αγνοείς, να αντέχεις.

Σαν να μη σε τρομάζουν πια οι τσακωμοί, οι καβγάδες. Σαν να έχεις πάθει «ανοσία». Εκτός από τις στιγμές εκείνες που σκέφτεσαι ότι η ζωή κυλάει, τα χρόνια περνούν και εσύ παραμένεις στη δυστυχία. Αναρωτιέσαι τι θα πεις στον εαυτό σου όταν έρθει η ώρα του απολογισμού. Όταν θα πρέπει να πεις μέσα σου «τι θα γινόταν άραγε αν…».

Υπάρχουν και εκείνοι που το τόλμησαν, που απομακρύνθηκαν από ό,τι δεν τους κάνει πια καλό, αλλά ξαναγύρισαν.. Δεν ξέρουν, ωστόσο, αν γύρισαν γιατί πραγματικά ανακάλυψαν ότι δεν μπορούν μακριά από το σύντροφό τους ή αν κέρδισε ο φόβος για το αύριο και η αβάσταχτη για αυτούς αίσθηση της μοναξιάς ή απλά οι τύψεις.

Ο άνθρωπος που τρέμει τις αλλαγές, που πανικοβάλλεται με το καινούριο, που δεν πιστεύει στον εαυτό του, που δεν του αρέσει να ρισκάρει, δύσκολα θα αφήσει το οικείο και το γνώριμο, όσο και αν τον πληγώνει.

Τίποτα σε μια σχέση δεν πρέπει να είναι αυτονόητο ή δεδομένο. Πολλοί ξεχνιούνται, απορροφούνται από άλλα και αφήνουν τη σχέση τους να «λειτουργεί» από μόνη της. Αυτό συνήθως έχει καταστροφικά αποτελεσματα.

Ξεχνάμε να κάνουμε και να πούμε όλα όσα θα μπορούσαν να τονώσουν μια σχέση. Πολλές φορές αντί να παρέμβουμε δραστικά, περιμένουμε να δούμε που θα μας πάνε τα γεγονότα από μόνα τους, σαν να μη συμμετέχουμε εμείς. Κι απλά περιμένουμε, είμαστε σε μια διαρκή αναμονή. Στόχος δεν είναι να φύγουμε από κάπου χωρίς να προσπαθήσουμε και να αγωνιστούμε.

Στόχος, ωστόσο, είναι, όταν παρά τις ευκαιρίες, τις προσπάθειες, τις αλλαγές νιώθεις ακόμα δυστυχισμένος, και τότε «πρέπει» να αναλάβεις την ευθύνη της ζωής σου και να κάνεις κάτι για αυτό. Η φυγή είναι η τελευταία λύση, αλλά όταν γίνεται θα πρέπει να μπορείς να στηρίξεις τον εαυτό σου και να επαναπροσδιορίσεις τη ζωή σου πάνω σε νέες βάσεις κι όχι να επαναλάβεις τη «δυστυχία» σου σε ένα άλλο πρόσωπο…