Η σχέση ιατρού-ασθενή έχει αλλάξει σήμερα;

Γράφει ο Δρ. Πλατής Αναστάσιος
Ψυχίατρος

Από την εποχή του Ιπποκράτη και για πολλούς αιώνες, η ηθική πρακτική στην άσκηση της Ιατρικής προσδιοριζόταν από την αντίληψη ότι ο γιατρός πρέπει να κάνει ότι καλύτερο μπορεί για τον ασθενή του, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν στον Ιπποκρατικό όρκο.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η ηθική αντίληψη στην ιατρική έγινε σύνθετη, αντιφατική, συγκεχυμένη, για τον απλούστατο λόγο ότι η ιατρική δέχεται επιδράσεις κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και νομικές, οι οποίες υπεισέρχονται στο χειρισμό των ασθενών και στην φαρμακευτική τους αγωγή. Ιατρική ηθική και δεοντολογία περιλαμβάνει το σύνολο των ηθικών αρχών και επαγγελματικών κανόνων, που προσαρμόζονται διαρκώς στις μεταβολές της ευρύτερης κοινωνίας.

Οι ηθικές αρχές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε καταστάσεις όπου μπορεί να προκύψει σύγκρουση αξιών και τέτοιες αναδύονται συχνά, π.χ. με το ιατρικό απόρρητο, στη συγκατάθεση του ασθενούς στη θεραπεία μετά από ενημέρωση, το δικαίωμα άρνησης της θεραπείας και τα καθήκοντα προς τρίτους (ποια θα είναι άραγε τα καθήκοντα των ασθενών προς τους γιατρούς?)

Ηθικά προβλήματα δημιουργούνται λόγω της πολύ οικείας σχέσης του γιατρού με τον ασθενή, όταν η συναισθηματική εξάρτησή του από το γιατρό μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση όπως στη περίπτωση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Μετά από τις ποικίλες συγκρούσεις, αντιθέσεις και αλληλοεπιδράσεις, ο ρόλος του γιατρού τελικά διαμορφώνεται από το προσωπικό του ηθικό κώδικα (ηθικά προβλήματα) και τους νόμους και τις διατάξεις της πολιτείας.

Η οικειότητα και η εξάρτηση που αναπτύσσονται ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή είναι ευρεία αλλά αυτή η σχέση δεν πρέπει να οδηγήσει σε ικανοποίηση συναισθηματικών αναγκών ή άσκηση έλεγχου. Με αυτήν την προοπτική λαμβάνει μεγάλη σημασία η καλή επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς η οποία πρέπει να βασίζεται στην αμφίπλευρη ακρόαση, στην ικανότητα ανάπτυξης καλών σχέσεων, στην ανταλλαγή κοινών αξιών, αλλά προπάντων στη διάθεση του απαιτούμενου χρόνου. Βάσει των ανωτέρω συλλογισμών μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα μοντέλα σχέσεων μεταξύ γιατρού και ασθενούς.

• Πατερναλιστικό ή Ιερατικό. Αυτό το μοντέλο ισχύει μέχρι σήμερα. Σε αυτό το μοντέλο γιατρός και ασθενείς ανταλλάσσουν τις ίδιες αξίες όπου ο ασθενής τίθεται στη διάθεση του γιατρού δείχνοντας του εμπιστοσύνη για την κατάλληλη θεραπεία.

• Πληροφοριακό ή καταναλωτικό. Σε αυτό το μοντέλο αναφέρονται μόνο οι αξιολογήσεις του ασθενούς, ενώ ο γιατρός θέτει στη διάθεση του ασθενούς την επιστημονική και κλινική του γνώση, αφήνοντας συγχρόνως τον ασθενή να πάρει κάθε απόφαση φαρμακευτικής αγωγής. Κάποιος, αυτό το μοντέλο το ονόμασε «Doctor shopping» γιατί ναι μεν εγκωμιάζει την αυτονομία του ασθενούς για την απόκτηση προϊόντων υγείας που ο ίδιος προτιμά, αλλά ταπεινώνουν επαγγελματικά το γιατρό.

• Ερμηνευτικό. Σε αυτό το μοντέλο, ο ασθενής δεν αισθάνεται σίγουρος για όσα του είπε ο γιατρός και ζητά από έναν ‘’ουδέτερο’’ τεχνικό σύμβουλο διευκρινήσεις για εναλλακτικές θεραπείες πριν πάρει αποφάσεις σε απόλυτη αυτονομία.

•  Επικοινωνιακό. Ήδη έχει εξηγηθεί με σαφήνεια από τον Πλάτωνα όπου οι ηθικές αξίες συνδεόμενες με τη νόσο και τη θεραπεία είναι ανοικτές για συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ του κλινικού μοντέλου του γιατρού και του κοσμικού του ασθενούς. Σε αυτήν την περίπτωση ο γιατρός χρησιμοποιώντας τις επιστημονικές του γνώσεις αναγκάζεται να εξηγήσει με σαφήνεια τις επιλογές προτίμησης και χρησιμότητας. Με αυτήν την επικοινωνία θα εμπλουτίσει τις γνώσεις του ασθενούς όσο αφορά τη κλινική κατάσταση της ασθένειας του.

Γι’ αυτό λοιπόν, εμείς οι γιατροί οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους στις καθημερινές, περιπλοκές και απαιτητικές συναντήσεις με τους ασθενείς μας.