Ο Σίσυφος, ο Προκρούστης και τα Ελληνικά ΑΕΙ

Άρθρο της βουλευτής της Ν.Δ. Κατερίνας Παπακώστα  στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι πρόσφατες εξελίξεις όπως και οι επικείμενες αλλαγές στον χώρο της Παιδείας, και ιδίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχουν ανοίξει μεταξύ άλλων μία συζήτηση γύρω από την ποιότητα των Ελληνικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Έλληνες επιστήμονες, οι οποίοι εργάζονται στο εξωτερικό, διαπρέπουν με την μόρφωση και την εκπαίδευση που απέκτησαν σε Ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια. Πολλοί εξ αυτών είναι μέλη διεθνών ερευνητικών ομάδων υψηλού κύρους, άλλοι έχουν λαμπρή επαγγελματική πορεία σε άλλους τομείς, έχοντας ως βάση, την πανεπιστημιακή τους εκπαίδευση.

Τα Ελληνικά πανεπιστήμια λαμβάνουν, επιπλέον, διακριτές θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις των κορυφαίων ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, ο διεθνής πίνακας της QS World University Rankings, συμπεριλαμβάνει 6 Ελληνικά ιδρύματα μεταξύ των 959 κορυφαίων πανεπιστήμιων εκ των 4.438 που εξετάστηκαν.

Αξίζει ειδική αναφορά στο γεγονός, πως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο κατατάσσεται ανάμεσα στα 400 καλύτερα πανεπιστήμια, ενώ το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης βρίσκεται μεταξύ των 200 κορυφαίων σε 5 από τα 39 θεματικά-επιστημονικά πεδία στα οποία βαθμολογήθηκε.

Μία άλλη έρευνα, αυτή της Webometrics κατατάσσει το Αριστοτέλειο στην 248η και το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών στην 270η θέση διεθνώς, μεταξύ των περίπου 20.000 ιδρυμάτων που εξετάστηκαν. Παράλληλα, ο διεθνής οργανισμός Times Higher Education ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα πως το Πανεπιστήμιο της Κρήτης κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων 200 ιδρυμάτων της Ευρώπης και μεταξύ των κορυφαίων 350 παγκοσμίως.

Η ίδια κατάταξη συμπεριλαμβάνει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο μεταξύ των κορυφαίων 250 ιδρυμάτων πανευρωπαϊκά και το Καποδιστριακό Πανεπιστήμια Αθηνών μεταξύ των κορυφαίων 300.
Ωστόσο, το 2017, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, τα Ελληνικά ιδρύματα δεν κατάφεραν να βελτιώσουν την θέση τους στους διεθνείς πίνακες κατάταξης, αντιθέτως, σημείωσαν πτώση.

Η πτώση αυτή οφείλεται κυρίως στην αδυναμία των Ελληνικών πανεπιστημίων να προσεγγίσουν νέους ερευνητές από το εξωτερικό και επιπλέον, στην μειωμένη αναλογία των διεθνών καθηγητών, αφού σε κάποια πανεπιστήμια είναι πλέον μηδενική. Δίχως την δυνατότητα εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων, είναι αδύνατη η προσέλκυση διεθνών ερευνητών για την διεξαγωγή σημαντικών ερευνητικών προγραμμάτων.

Ερευνητές, οι οποίοι εξετάζουν την ποιότητα των πανεπιστημίων διεθνώς, παρατηρούν, πως το έργο των Ελληνικών ιδρυμάτων δεν προβάλλεται στον βαθμό που του αναλογεί. Αυτό ισχύει παρόλο που σε ότι αφορά την αναγνωσιμότητα και τον αντίκτυπο των ΑΕΙ, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο λαμβάνει 136η θέση επί των 150 κορυφαίων Πανεπιστημίων, ενώ τα Πανεπιστήμια Πατρών και Κρήτης, στην ίδια κατηγορία ανήκουν διεθνώς στα κορυφαία 300 ιδρύματα.

Συνεπώς, παρόλο που τα Ελληνικά πανεπιστήμια διαθέτουν, πλέον, πενιχρά οικονομικά εφόδια, συνεχίζουν να παράγουν σημαντικό επιστημονικό έργο. Ενώ ο μέσος όρος δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη στα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης κυμαίνεται στο 2% του ΑΕΠ, στην Χώρα μας, οι δαπάνες φτάνουν μόλις το 1,24% του ΑΕΠ* . Άρα, τα μέσα και τα εργαλεία που διατίθενται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της Ελλάδος υστερούν σημαντικά σε σχέση με την χρηματοδότηση που λαμβάνουν άλλες χώρες, πράγμα που δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού σε βάρος των Ελληνικών ΑΕΙ.

Πρέπει να καταστεί σαφές πως τα επίπεδα επένδυσης καθορίζουν την πρόοδο των πανεπιστημίων. Τα κράτη που μεριμνούν για την στοχευμένη χρηματοδότηση της έρευνας και της επιστημονικής εργασίας, η οποία μπορεί να προέρχεται είτε από δημόσιες επιχορηγήσεις είτε από δωρεές, σημειώνουν άνοδο στους σχετικούς πίνακες. Αντίθετα, όπου πραγματοποιούνται περικοπές, τα πανεπιστήμια εξασθενούν ποιοτικά.

Η ουσία δεν βρίσκεται στην θέση κατάταξης σε κάποιον διεθνή πίνακα, παρά στην παραγωγή επιστημονικού και ερευνητικού έργου, στην εκπαίδευση νέων επιστημόνων και στην προσέλκυση επιστημόνων από το εξωτερικό και την δυνατότητα διεξαγωγής επιστημονικών προγραμμάτων. Με αυτό τον τρόπο στηρίζεται η επιστημονική κοινότητα και κατ? επέκτασιν και η οικονομία.

Άρα, η Ελληνική πολιτεία και το αρμόδιο Υπουργείο οφείλουν να επεξεργαστούν ένα συμφωνημένο σχέδιο για την ποιοτική αναβάθμιση των Ελληνικών πανεπιστημίων. Η ισχύουσα υποχρηματοδότηση αδικεί το επιστημονικό τους έργο όπως και την δυνατότητα αναβάθμισής του, την οποία είναι σε θέση να πετύχει στο ακέραιο το επιστημονικό και ακαδημαϊκό προσωπικό της Χώρας. Το αναγκαίο Εθνικό σχέδιο, πρέπει να εμπεριέχει τρόπους αύξησης της χρηματοδότησης της έρευνας και της προώθησής της.

Οι αρχαίοι Έλληνες, στο πρόσωπο του Σισύφου είχαν προσωποποιήσει τον απελέκητο άνθρωπο? στο δε πρόσωπο του Προκρούστη είχαν προσωποποιήσει τον δογματικό άνθρωπο, ο όποιος κρίνει τα πάντα με τα δικά του μέτρα και σταθμά. Επειδή τους απωθούσε κάθε είδους δογματισμός, έστειλαν τον Θησέα, για να τους αντιμετωπίσει, ως σύμβολο ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου. Ας μην λειτουργήσει ο πολιτικός κόσμος ούτε ως Σίσυφος αλλά και ούτε ως Προκρούστης, σε ότι αφορά στο θέμα της αναγκαίας ποιοτικής αναβάθμισης των Ελληνικών ΑΕΙ.

Ας λειτουργήσουμε όλοι ως Θησέας, απελευθερώνοντας από δογματισμούς και από μεμψιμοιρίες την πολιτική μας ατζέντα, στον νευραλγικό αυτό τομέα.

Πρέπει να υπάρξει ταύτιση του συνόλου των πολιτικών κομμάτων, ώστε εφεξής ο μέσος όρος δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη να κυμαίνεται τουλάχιστον στο 2% του ΑΕΠ, δηλαδή στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ανεξαρτήτως του πολιτικού χρώματος που θα έχει η Κυβέρνηση. Σε αυτό θα πρέπει να υπάρξει δέσμευση όλων ως θέση Αρχής; Ευαγγέλιο, την οποία θα δεσμευτούμε να τηρούμε άπαντες, δίχως «ναι μεν, αλλά.».

* Σύμφωνα με τα ευρήματα της QS.