Το Φιλότιμο κατοικεί στη λεία επιφάνεια ενός κρανίου

© Κείμενο:
Ευάγγελος Χριστόφορος Τυρόγλου,
λογοτεχνικός μεταφραστής/συντάκτης

Ήταν μετά τα μεσάνυχτα, καταχείμωνο, πριν από δύο περίπου χρόνια. Μια από ’κείνες τις νύχτες που αναρωτιέται κανείς αν πρέπει να γράψει σενάριο ταινίας φρίκης ή να πάει για ύπνο. Το σκηνικό γνωστό: “επιφανείς” και άσπονδοι φίλοι χωμένοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να σχολιάζουν τεκταινόμενα, να ανεβοκατεβάζουν φωτογραφίες, να κατασκοπεύουν ενίοτε τη ζωή των άλλων ή ακόμα και τη δική τους ζωή.

Κι η βροχή στη μεγάλη πόλη να κάνει πάρτυ, εξεζητημένο, ανάμεσα σε Mercedes που τις οδηγούν ευτραφείς κύριοι κάποιας ηλικίας και ξεχαρβαλωμένα Cinque Cento χωρίς ασφάλιση. Υπό τον ήχο της βροχής, κατασκόπευα κι εγώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν αποτελώ εξαίρεση στον κανόνα. Είμαι κι εγώ όπως οι “άλλοι”. Εκείνη τη νύχτα όμως, ψάχνοντας στα προφίλ των “άλλων” –φίλων “επιφανών” και άσπονδων– έπεσα τυχαία (;) στη φωτογραφία ενός νεαρού κυρίου με ξυρισμένο κεφάλι. Πάνω απ’ τη φωτογραφία έγραφε: “Φιλότιμο Ίδρυμα”. Γέλασα.

Ο κύριος φαινόταν λίγο σαν εξωγήινος, μ’ ένα τεράστιο Φ πάνω απ’ το λείο του κρανίο κι ένα χαμόγελο που έμοιαζε περισσότερο με μειδίαμα αρχαίου έλληνα ιερέα που γνωρίζει ένα φοβερό μυστικό αλλά δεν το ομολογεί. Το όνομα του μυστηριώδους “ιεροφάντη” ήταν Μάνος Χατζημαλωνάς. Τόπος διαμονής: Λονδίνο. Τόπος καταγωγής: Ρόδος. Έκλεισα τον υπολογιστή και πήγα για ύπνο.

Την επόμενη νύχτα –μετά τα μεσάνυχτα για την ακρίβεια– επισκέφθηκα και πάλι τον ιστότοπο του εξωγήινου με το Φ. Το γράμμα “Φ” είναι παμπάλαιο, σκέφτηκα. Έχει να κάνει με τις αρχέγονες ιεροπραξίες των Ελευσινίων Μυστηρίων, με κόκκινους μανδύες και λευκούς χιτώνες προθιερειών. Το “Φ” είναι κομψό και συνάμα σκληρό, στρογγυλό αλλά και κάθετο. Αν το γυρίσεις ανάποδα, παραμένει το ίδιο. Η γεωμετρική του αξία έγκειται στην απόλυτη σταθερότητά του.

Όπως και το φιλότιμο. Άραγε, αυτός ο περίεργος κύριος με το ξυρισμένο κρανίο τί ρόλο να παίζει; Διευθυντής σε μεγάλη πολυεθνική; Ψώνιο ολικής; Γόνος μεσοαστικής οικογενείας της νήσου των ιπποτών που υπηρετεί κάποια οργάνωση αμφιβόλου ποιότητος και προελεύσεως; Ή απλώς ένας ρομαντικός εξωγήινος; Και γιατί είναι ο εμπνευστής ενός ιδρύματος που το αποκαλεί “Φιλότιμο”; Έπρεπε να διαλευκάνω την υπόθεση. Άλλωστε μετά τα μεσάνυχτα, δουλειές δεν έχω.
Αποφάσισα λοιπόν να ψάξω. Στην αρχή “λαθραία” και διαδικτυακά.

Έτσι γίνονται οι δουλειές στην εποχή μας. Τα αόρατα γρανάζια του υπολογιστή μου συνδέθηκαν για μια ακόμη φορά με τον ιστότοπο αυτού του περίεργου Ιδρύματος, το οποίο φάνταζε στα μάτια μου σαν την βελτιωμένη έκδοση της Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω. Άρχισα να διαβάζω. Οι απαρχές του χρονολογούνταν το 2011 στο Λονδίνο,  ως μια μη κερδοσκοπική πλατφόρμα σκέψης/δράσης, σύμφωνα με τα ακριβή λόγια του ιστότοπου. Πάτησα την επιλογή “Μέλη”.

Με το άκουσμα της λέξης, στο νου μου ήρθαν περίεργες δοξασίες, μασονικές στοές, και ταινίες περί πεφωτισμένων. Τα μέλη του Φιλότιμου Ιδρύματος ήταν ελάχιστα, αλλά εμφανώς πεφωτισμένα. Μια εντυπωσιακή, διεθνής ομάδα ειδικών στα πεδία της ψυχολογίας, της ιατρικής, του μάρκετινγκ, της στατιστικής επιστήμης και της επιστήμης των υπολογιστών. Και στο επίκεντρο, ο ιδρυτής αυτού του ομιχλώδους μη κερδοσκοπικού οργανισμού, ο Μάνος Χατζημαλωνάς. Ψυχολόγος.

Με πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, και εξειδίκευση στις ατομικές και οργανωσιακές εφαρμογές θετικής ψυχολογίας.
Ήταν όλα πολύ εντυπωσιακά, αλλά λίγο ύποπτα. Μέχρι και η Αγία Αθανασία του Αιγάλεω θα έφριττε στην ιδέα της αποκάλυψης μιας ελεεινής συνομωσίας, σκέφτηκα. Αυτό όμως δεν με εμπόδισε να ψάξω κι άλλο. Κάθε μέρα, μετά τα μεσάνυχτα για την ακρίβεια, ο υπολογιστής μου ξάφριζε την απεραντοσύνη της εικονικής πραγματικότητας του κυβερνοχώρου προς τέρψιν της αρρωστημένης μου περιέργειας. Δουλειά δεν έχει ο άνθρωπος, και δη ο νευρωτικός, όπως εγώ.

Ώρες έψαχνα, και ώρες διάβαζα. Αυτό το περίεργο ίδρυμα είχε αρχίσει να μου γίνεται ψύχωση. Κι έτσι βρήκα κι άλλα στοιχεία. Ο κύριος με το ξυρισμένο κεφάλι ζούσε μια περιπετειώδη ζωή μεταξύ Ρόδου, Λονδίνου και Νέας Υόρκης. Γύριζε ταινίες μικρού μήκους και επιμελούνταν ραδιοφωνικές εκπομπές με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού επάνω σε πλείστα κοινωνικά ζητήματα.

Οργάνωνε και παρακολουθούσε συνέδρια με την ομάδα δράσης “Human Stories”, έδινε ομιλίες σε σχολεία και νοσοκομεία, σχεδίαζε την υλοποίηση ενός διεθνούς ντοκυμανταίρ για το φιλότιμο σε συνεργασία με την διάσημη εταιρεία παραγωγής Indigo View. Λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης για την εγκαθίδρυση της λέξης “φιλότιμο” ως λήμμα στο λεξικό της Οξφόρδης, και της διαφήμισης της ελληνικής γλώσσας ανά την υφήλιο. Όμως αυτά δεν του ήταν αρκετά.

Ο εξωγήινος με το ξυρισμένο κρανίο είχε στήσει μια ομάδα λιγοστών εθελοντών με κοινωνικό πρόσωπο, εμφανιζόταν ως ενεργός υποστηρικτής του Συλλόγου “Φαέθων”, ο οποίος έχει υπό την προστασία του τα εννιά εναπομείναντα άλογα της αρχαίας φυλής της Ρόδου.
Και το κερασάκι στην τούρτα: Το Φιλότιμο Ίδρυμα είχε συνάψει επίσημη συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ στα πλαίσια της πρωτοβουλίας SHINE για βιωσιμότητα και δημόσια υγεία μέσω της επιχειρηματικότητας. Αυτό το τελευταίο ήταν όντως ύποπτο, σκέφτηκα. Συνεργασία με το αμερικανικό, φιλελεύθερο κατεστημένο. Ήταν όμως ωραία στημένο.

Ο καραφλός κύριος ήξερε πώς να χειρίζεται τη δημόσια εικόνα του, πώς να χειραγωγεί τα πλήθη. Ίσως, πίσω απ’ αυτή την προσπάθεια να κρύβονταν φορείς και οργανισμοί που τον χρηματοδοτούσαν μυστικά για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Ίσως, και μια συνεργασία με ξένες μυστικές υπηρεσίες δεν θα ήταν ένα άτοπο συμπέρασμα.

Τέτοια σκέφτηκα. Όσο περισσότερο σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ μου άρεσε να πλέκω σενάρια. Αισθανόμουν λίγο σαν τον Πίκο Απίκο, τον δαιμόνιο δημοσιογράφο της “Φρουτοποιίας” του Τριβιζά που εξιχνίαζε βρώμικες υποθέσεις και κάλυπτε ζωντανά την “Επανάσταση των Μανάβηδων”. Όμως ο Μάνος Χατζημαλωνάς δεν είναι μανάβης. Είναι ψυχολόγος. Τα πράγματα εδώ είναι πιο ζόρικα. Αποφάσισα λοιπόν να τον προσεγγίσω. Του έγραψα ότι τον θαυμάζω (υποτίθεται), ότι παρακολουθώ το έργο του, ότι θέλω να τον συναντήσω.

 Έκανε δεκτό το αίτημα φιλίας μου, αλλά μου δήλωσε ότι είναι πολυάσχολος. “Δεν έχω χρόνο”, μου είπε, “είστε όμως ευπρόσδεκτος να παρακολουθήσετε μια απ’ τις δράσεις του Ιδρύματος”. Με εκνεύρισε. Φαινόταν σνομπ και απόμακρος. Ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω στην Αγία Αθανασία του Αιγάλεω, στο δικό της ίδρυμα, και να εκθέσω την κατάσταση. Δεν μπορεί, αγία είναι, κάποια συμβουλή θα μού ’δινε. Αντ’ αυτού όμως, πήρα το πρώτο αεροπλάνο και προσγειώθηκα στο νησί των ιπποτών.

Τέλη Ιουλίου του 2016. Την ίδια μέρα, βρέθηκα σ’ ένα ξενοδοχείο-μπουτίκ της Μεσαιωνικής Πόλης να παρακολουθώ μαζί με άλλα δεκαπέντε άτομα το συνέδριο του εξωγήινου με τίτλο “Phicon (Philotimo Conference) 2016”. Εξεζητημένο, σκέφτηκα, για τους λίγους και τους εκλεκτούς. Ένας επιφανής καθηγητής φιλοσοφίας και θρησκειολογίας του Χάρβαρντ και ένας έγκριτος μαθηματικός του Πανεπιστημίου της Σορβόννης είχαν βαλθεί να συνδέσουν την ατομικότητα και τον δυϊσμό, “από το εγώ στο εσύ”, με τα μαθηματικά και την φιλοσοφία. Χειρότερα δεν γίνεται. Ήταν όλα πολύ ειδικευμένα, πολύ αξιοπρεπή, πολύ άπιαστα για τις νευρώσεις μου.

Ο Μάνος Χατζημαλωνάς, με την κορμοστασιά αιλουροειδούς, την τέλεια άρθρωση και την ζεστή φωνή ηθοποιού από το Old Vic του Λονδίνου έραβε και ξήλωνε, συντονίζοντας το όλο εγχείρημα σε αψεγάδιαστα αγγλικά. Στο τέλος του συνεδρίου, πλεύρισα τον αμερικανό ακαδημαϊκό για να δω τί καπνό φουμάρει. Με ρώτησε για το κύμα προσφύγων από την Τουρκία. Του απάντησα ότι λίγο-πολύ είμαστε όλοι πρόσφυγες, ιδίως ο γηγενής πληθυσμός της ηπείρου του που εδώ και αιώνες ζει την προσφυγιά στην ίδια του την πατρίδα. Ο αμερικανός ξεροκατάπιε. Με το άκουσμα της λέξης “πρόσφυγες”, ο εξωγήινος με το ξυρισμένο κεφάλι ήρθε προς το μέρος μας και με κοίταξε αυστηρά.

“Τί ακριβώς εννοείτε”; με ρώτησε. “Μα είναι απλό”, απάντησα ειρωνικά. “Οι ευρωπαίοι εποικιστές σφαγίασαν τον τοπικό πληθυσμό των “ινδιάνων” για να ιδρύσουν μια νέα αυτοκρατορία”. Χαμογέλασε αμήχανα και πήρε τον αμερικανό ακαδημαϊκό αγκαζέ για να του προσφέρει λίγο κρασί. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι όλες μου οι υποψίες ήταν βάσιμες. Βρισκόμουν μάλλον στο επίκεντρο της διαπλοκής.

Οι μέρες και οι βδομάδες πέρασαν ευχάριστα, χωρίς τον εξωγήινο με το ξυρισμένο κεφάλι. Κολύμπι στις θεσπέσιες παραλίες του σμαραγδένιου νησιού, ιστιοπλοϊα στον Ναυτικό Όμιλο, εκδρομές, φαγητά, παγωτά και ατέλειωτος ύπνος. Μέχρι που, αρχές Σεπτεμβρίου, η ηρεμία μου διαταράχθηκε από την διεξαγωγή του   συνεδρίου TEDxRhodes 2016. Οργανωτής; Ποιός άλλος από τον Μάνο Χατζημαλωνά. Έφριξα. Σε ησυχία δεν μ’ άφηνε. Και να ήθελα ν’ αγιάσω, δεν μπορούσα, μα την Αγία Αθανασία του Αιγάλεω. Αποφάσισα να πάω. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα έκλεινα τους λογαριασμούς μου μια για πάντα μ’ αυτό το επηρμένο “πλουσιόπαιδο”.

Συνοδευόμενος από μια καλή μου φίλη φαρμοκοποιό, εισέβαλλα στον Προμαχώνα του Αγίου Γεωργίου της Μεσαιωνικής Πόλης με τη μανία ενός συνταξιούχου ιππότη του Τάγματος των Ιωαννιτών που δεν ανέχεται και πολλά-πολλά απ’ τη νέα γενιά. Και τότε, μέσα στον ήλιο και την υγρασία, τα μάτια μου βρέθηκαν αντιμέτωπα με το επηρμένο “πλουσιόπαιδο”. Το πρόσωπό του έσταζε από τον ιδρώτα.

Ο εξωγήινος με το ξυρισμένο κεφάλι κουβαλούσε καρέκλες, έλεγχε τις μικροφωνικές εγκαταστάσεις, στερέωνε τραπέζια και μάζευε γόπες που είχαν ρίξει τελευταία στιγμή κάποιοι αφιλότιμοι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη στιγμή σχεδόν εκστασιάστηκα. Έτεινα το βλέμμα μου προς τα κάτω και παρατήρησα ότι τα παπούτσια του εξωγήινου ήταν γεμάτα σκόνη απ’ τα χαλίκια που κάλυπταν τον Προμαχώνα. Κι αμέσως σκέφτηκα ότι δεν έχω ξαναδεί διαπλεκόμενο με σκονισμένα παπούτσια. Συνήθως είναι όλοι τους ντυμένοι στην τρίχα, κρατούν δερμάτινα φάιλοφαξ και οδηγούν πανάκριβα γερμανικά αυτοκίνητα.

Το όλο σκεπτικό μ’ έβγαζε απ’ τα νερά μου. Μήπως τελικά ο εξωγήινος δεν ήταν αυτό που φαινόταν; Μήπως είχα υποπέσει σ’ ένα φριχτό σφάλμα; Και τότε άρχισα να ψάχνω για παραπάνω στοιχεία. Η Αγία Αθανασία του Αιγάλεω και ο Πίκος Απίκος, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος, ήταν αρωγοί στο θεάρεστο έργο μου. Γύρισα αριστερά και δεξιά, αλλά δεν είδα πουθενά γυαλιστερές αφίσες μεγάλων πολυεθνικών, δεν είδα πάγκους με ακριβές διαφημιστικές εκδόσεις εταιριών, ούτε λαμέ, φρου-φρου κι αρώματα.

Αυτό που είδα ήταν κυρίες με παραδοσιακές φορεσιές από τον Αρχάγγελο να ζεσταίνουν εδέσματα, λιγοστούς εθελοντές και άπειρα χαλίκια να σκονίζουν τα παπούτσια του καραφλού κυρίου. Παρόλα τα εχέγγυα του έντιμου βίου όμως, η διεστραμμένη μου ιδιοσυγκρασία επέμενε: Μήπως τελικά ο εξωγήινος με το ξυρισμένο κεφάλι έκρυβε αριστοτεχνικά τις παντοδύναμες πολυεθνικές και τους αμφιβόλου ποιότητος οργανισμούς πίσω από έναν μανδύα απλότητας; Μήπως ο κύριος αυτός ήταν άλλο ένα έξυπνο πιόνι του άκρατου φιλελευθερισμού; Μήπως τελικά ήταν όλα ένα υπέρλαμπρο σκηνικό προς τέρψιν των απανταχού δολοπλόκων του είδους μου;

Βυθισμένος στις βρωμερές μου ερωτήσεις, άκουσα μια νεαρή κοπέλα απ’ τους λιγουστούς εθελοντές να του λέει σχεδόν ψιθυριστά: “Κύριε Μάνο, θέλετε λίγη σπανακόπιτα της μαμάς μου; Έχετε να φάτε δυο μέρες.” Εκείνος την κοίταξε με βλέμμα απλανές, και της είπε “Όχι, όχι φαγητό τώρα. Έχω άγχος”.  Και ξαφνικά, λες και με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα στη μέση του πουθενά για να καταλάβω το μεγάλο μου ατόπημα. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτός ο άνθρωπος κάνει αντίσταση.

Αντίσταση στους σύγχρονους Κοτζαμπάσηδες που εξακολουθούν να δολοφονούν τον Καποδίστρια, αντίσταση στο έλλειμμα πολιτισμού, αντίσταση στην αποχαύνωση και την απουσία αγωνιστικότητας που ταλανίζει τη χώρα. Είδα με τα ίδια μου τα μάτια ότι τα σκονισμένα παπούτσια, ο ιδρώτας στο μέτωπο και η άρνηση της σπανακόπιτας αποτελούν πράξεις πολιτικές. Συνειδητοποίησα ότι ο κύριος με το ξυρισμένο κρανίο είναι ένα ηθικό ων με περίβλημα ύποπτου-διαπλεκόμενου.

Καθώς μπαινόβγαινε με μανία στην κεντρική αίθουσα του Προμαχώνα, εγώ συνέχιζα να παρατηρώ τα μαύρα, σκονισμένα του παπούτσια, τα υποδήματα ενός ανθρώπου που εργάζεται ακατάπαυστα. “Τα παπούτσια πάντα δηλώνουν το ποιόν του καθενός. Τα παπούτσια δεν λένε ποτέ ψέματα. Πάντα θα κοιτάς τα παπούτσια”, έλεγε η γιαγιά μου. Κι ύστερα το συνέδριο άρχισε. Λογής άνθρωποι ανέβηκαν στη σκηνή, και μίλησαν όρθιοι για την καταστροφή, την διάλυση και την ανάσταση. Η φωνή των περισσότερων έτρεμε. Δεν υπήρχε ίχνος δήθεν. Εντυπωσιάστηκα ακόμα κι εγώ, με την εικόνα του άπιστου Θωμά στην τσέπη μου.

Μετά το τέλος, είδα τον εξωγήινο νά ’ρχεται προς το μέρος μου με μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή. Τί να θέλει αυτός τώρα, αναρωτήθηκα. “Μήπως μπορείτε να με βγάλετε μια φωτογραφία με τον πατέρα μου”; με ρώτησε. Εκείνη τη στιγμή διαλύθηκαν και τα τελευταία ψήγματα υποψίας. Ο εξωγήινος με το ξυρισμένο κεφάλι και τα σκονισμένα παπούτσια με είχε πείσει, εμένα τον δύσπιστο, τον εσωστρεφή, τον δολοπλόκο.

Μέρες πέρασαν, κι εγώ δεν μπορούσα να ξεχάσω όλα όσα είχαν συμβεί στον Προμαχώνα. Και ξαφνικά, μια ωραία πρωία, λίγο πριν την αναχώρησή μου για το κλεινόν άστυ, άρχισα, χωρίς να καταλάβω πώς, ένα εκτενές άρθρο για τον εξωγήινο και για το TEDxRhodes 2016. Όταν τελείωσα, του τηλεφώνησα αμέσως και του δήλωσα την πρόθεσή μου να στείλω το άρθρο στην ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.

Έμεινε άναυδος. “Εσείς κάνατε κάτι τέτοιο για μένα”; με ρώτησε. “Εγώ”, του απάντησα. “Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά, ακόμα και για μας τους δολοπλόκους”. Λίγες ώρες μετά την δημοσίευση του άρθρου, ο κύριος αυτός που για μένα ήταν πια ο Μάνος, με κάλεσε κάτω απ’ το σπίτι του και μου χάρισε μια μαύρη μπλούζα από ’κείνες που φορούσαν οι εθελοντές του TEDxRhodes. Η μπλούζα έγραφε με μεγάλα γράμματα την λέξη ΚΟΥΡΑΓΙΟ. Ευτυχώς που η Αγία Αθανασία του Αιγάλεω και ο Πίκος Απίκος δεν ήταν παρόντες για να δουν ότι είχα σχεδόν βουρκώσει. Πήρα την μπλούζα, τον ευχαρίστησα και πήγα κατευθείαν στο αεροδρόμιο για να συνεχίσω την τετριμμένη, μοναχική μου ζωή στις μεγάλες πόλεις συντροφιά με το ΚΟΥΡΑΓΙΟ ενός “εξωγήινου διαπλεκόμενου”.

Όλο το χειμώνα σκεφτόμουν τί είναι τελικά αυτό το περιβόητο Φιλότιμο Ίδρυμα. Στόχος του δεν είναι απλώς η θεωρητική ανάλυση του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι με όρους της ηθικής επιστήμης, αλλά η ενεργητική συσπείρωση όλων των υγιών φορέων και μονάδων της κοινωνίας που αγαπούν την Ελλάδα και όσα αυτή πρεσβεύει ανά τους αιώνες. Μια συσπείρωση βαθύτατα ηθική και ανθρωποκεντρική, στόχος της οποίας θα είναι η ύπαρξη του ενός για τον άλλον σε ισότιμη βάση. Στόχος του Ιδρύματος είναι να μοιραστούμε όλοι μαζί χωρίς υπεκφυγές τα σκονισμένα παπούτσια του εξωγήινου κυρίου με το ξυρισμένο κεφάλι.

“Αυτό που θέλω είναι να δημιουργήσω ένα ‘ρεύμα Φιλότιμου’, μια αλλαγή από το εγώ στο εμείς”, μου δήλωσε μια μέρα ο Μάνος στο τηλέφωνο. Και συνέχισε λέγοντας, “Τί μας έχει απομείνει όταν όλα έχουν αρθεί και απογοητεύσει: Η πολιτική, οι θεσμοί, η Εκκλησία, η εκπαίδευση, το σύστημα… Από πού να κρατηθεί κανείς; Πώς να οριοθετήσει την ιστορία και τον πολιτισμό του και πώς να οριοθετηθεί ο ίδιος σε συνάρτηση με τους άλλους πολιτισμούς; Με το Φιλότιμο. Μόνο μ’ αυτό”.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2016, μπήκα στον ιστότοπο του Φιλότιμου Ιδρύματος. Ο Μάνος είχε αναρτήσει το εξής κείμενο, το οποίο παραθέτω αυτούσιο:  

ΜΟΝΑΞΙΑ.
Αγαλλιάζοντας τη Μοναξιά.
Γνωρίζεις κάποιον Άνθρωπο που είναι μόνος;
Κάποιον που είναι Ξένος στην περιοχή;
Κάποιον που δεν έχει πια το Σύντροφό του, την Οικογένειά του, τους Φίλους του, τη Δουλειά του, την Όρεξη για Δημιουργία, την Ελπίδα για Κοινωνία, το Νόημα για Ζωή;
Είσαι μήπως εσύ ένα από τα παραπάνω;
Επικοινώνησε για περισσότερες πληροφορίες και σμίξε μαζί μας αγαλλιάζοντας τη μοναξιά αυτές τις γιορτές.
Φιλότιμο Ίδρυμα.

Με πόση λεπτότητα και διακριτικότητα αντιμετώπισε τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, σκέφτηκα. Δεν είμαστε εμείς, οι φιλεύσπλαχνοι πλούσιοι, και εκείνοι, οι δυστυχείς πτωχοί που χρειάζονται την ελεημοσύνη μας. Είμαστε όλοι μαζί. Κάποιοι από μας μόνοι, ασθενείς, πεινασμένοι, παραγκωνισμένοι, όλοι όμως εδώ, ο ένας για τον άλλον. Μέρες αργότερα, έμαθα ότι το εστιατόριο “Ιππόγαστρον”, ο Πολιτιστικός Σύλλογος “Φαέθων”, λίγοι εθελοντές και τοπικοί παράγοντες του νησιού είχαν οργανώσει υπό την αιγίδα του Φιλότιμου Ιδρύματος ένα λουκούλλειο γεύμα για τους μοναχικούς, τους ξένους, τους ασθενείς, που θα μπορούσε να είμαστε όλοι εμείς. Δεν ήταν όμως μόνο το γεύμα. Ήταν τα είδη ρουχισμού, τα παιχνίδια, τα χρήματα, αλλά πάνω απ’ όλα το “εγώ” που έγινε “εμείς”.

Αυτό μου έδωσε περισσότερη τροφή για σκέψη. Το Φιλότιμο δεν περιγράφεται. Βιώνεται. Το Φιλότιμο είναι άυλο, “καταδικασμένο” να ενυπάρχει γλωσσολογικά στα όρια μιας λέξης με οκτώ γράμματα για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της επικοινωνίας. Αυτή του η καταδίκη όμως δεν σηματοδοτεί τίποτε άλλο από την πανηγυρική του αθώωση.

Το Φιλότιμο είναι αθώο, το μόνο αθώο σε αμέτρητες μεμπτές πράξεις. Αυτές τις πράξεις μόνο το Φιλότιμο είναι ικανό να τις θέσει σε απραξία. Όχι θεωρητικά ή γλωσσολογικά, αλλά βιωματικά, εμπειρικά. Το “Φ” κατοικεί παντού, και πάντα. Είναι πανταχού παρόν και τα πάντα πληρόν. Το Φιλότιμο δεν κρύβεται μόνο στους άσπιλους, στους αμόλυντους, στους αναμάρτητους ηθικούς. Άλλωστε, δεν υπάρχουν τέτοιοι. Ποτέ δεν υπήρξαν. Το Φιλότιμο ενυπάρχει και γίνεται πράξη καθημερινά από τους “άλλους” που βρίσκονται δίπλα μας, που ίσως είμαστε εμείς οι ίδιοι: Ο κρεοπώλης της γειτονιάς που τυλίγει διακριτικά περισσότερο κιμά στην άνεργη μητέρα, την παρατημένη από τον άντρα της.

Η περιπτερού, η γυναίκα του κυρ Σταύρου, που δίνει δωρεάν τσιγάρα στον Σάκη τον τοξικομανή, γιο της κουμπάρας της με την οποία δεν μιλιούνται πια. Ο παπάς ενός νησιού της άγονης γραμμής που πούλησε τον βαρύτιμο σταυρό του και τα χρυσά πετραχήλια για να στείλει τον γιο του ψαρά στο Λονδίνο να κάνει μεταμόσχευση μυελού των οστών. Και ναι, ακόμα και η ερμαφρόδιτη καλλονή που κάνει πιάτσα στον απέναντι δρόμο για να μην πάρει τη δουλειά της συναδέλφου της. Κι αυτό Φιλότιμο είναι, κι ας το λοιδορούν οι “άσπιλοι”, οι “αμόλυντοι”, οι “αναμάρτητοι ηθικοί”.  

Ένα απόγευμα, άκουσα διαδικτυακά τον Μάνο στο Ράδιο Λυχνάρι να μιλάει για μια λέξη που κατά καιρούς έχει χαρακτηρισθεί έως και επικίνδυνη, την επανάσταση. Ο φιλότιμος κύριος μιλούσε για “μια επανάσταση όχι αναξιοπαθούντων, αλλά αξιοπαθούντων. Πώς θα το κάνουμε; Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αναγνώρισης άγνωστου τοπίου μέσα από χαρτογράφηση. Θα πάρεις μέρος”; Αυτή του η ερώτηση ήχησε περίεργα στ’ αυτιά μου. Κι ύστερα ο ίδιος πρόσθεσε: “Βαρεθήκαμε ν’ ακούμε ότι χάθηκε, ότι δεν υπάρχει φιλότιμο”. Λίγες ώρες μετά, του τηλεφώνησα. Ακουγόταν εξαντλημένος. “Έχω πάρει αυτή την ιστορία πολύ προσωπικά, και φοβάμαι ότι θα ηττηθώ”, μου εκμυστηρεύτηκε. “Ίσως αυτό που κάνω να είναι ένας μονόλογος.

Είναι τόσο λίγοι αυτοί που συμμετέχουν, που δεν ξέρω αν γίνει ποτέ διάλογος”. Ξεροκατάπια απ’ την άλλη άκρη της γραμμής. Πώς θα μπορούσε να απαντήσει κανείς στις ρηξικέλευθες ρήσεις του κυρίου με το λείο κρανίο; “Οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι βυθισμένοι στις ζωές τους”, προσπάθησα να τον εξευμενίσω. “Εργάζονται νυχθημερόν για να επιζήσουν”. Δεν απάντησε. Το μόνο που άκουσα ήταν μια και μόνο αναπνοή. Κι ύστερα το τηλέφωνο έκλεισε.

Η απογοήτευση του εξωγήινου μ’ έβαλε σε μαύρες σκέψεις. Πολύ καιρό πριν την πτώση της, η προθιέρεια του νεοφιλελευθερισμού Margaret Thatcher είχε ευθαρσώς δηλώσει ότι η κοινωνία (ως κοινωνικός ιστός αλληλεγγύης) καθώς και η φιλοσοφική και πρακτική της υπόσταση είναι κάτι το ανύπαρκτο. Τα τελευταία τραγικά γεγονότα με την πυρκαγιά και την ολοσχερή καταστροφή του Grenfell Tower του Λονδίνου αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: ότι η κοινωνία –δηλαδή το φιλότιμο– υπάρχει, και είναι εδώ. Στους εκατοντάδες ανώνυμους και επώνυμους ανθρώπους που πρόσφεραν στα θύματα στέγη, τροφή, και ένα πλαίσιο για να κλάψουν τους νεκρούς τους. Αυτό ήθελα να πω στο κύριο με το “Φ”, αλλά εκείνη τη νύχτα δεν τόλμησα, γιατί ήταν πολύ απογοητευμένος.   

Ο κύριος με το ξυρισμένο κρανίο δεν είναι μάγος ούτε φυσιοδίφης. Δεν είναι εκπεσών ούτε εν ενεργεία άγιος. Δεν διατελεί εξωγήινος ουχί υπερκόσμιος. Ο κύριος αυτός δεν φοράει φωτοστέφανο. Πάνω απ’ το κεφάλι του όμως αιωρείται ένα τεράστιο “Φ”, το παμπάλαιο ελληνικό γράμμα –κομψό και συνάμα σκληρό, στρογγυλό αλλά και κάθετο. Αν το γυρίσεις ανάποδα, παραμένει το ίδιο. Η γεωμετρική του αξία έγκειται στην απόλυτη σταθερότητά του.

Όπως και το Φιλότιμο. Ο εμπνευστής του Φιλότιμου Ιδρύματος ονειρεύεται πολλά “Φ” να αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια χιλιάδων, και γιατί όχι εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν τον διακατέχουν αυταπάτες ούτε ψευτορομαντισμοί. Ζούμε σε εποχές σκοτεινές, αυτό το γνωρίζει καλά. Εργάζεται καθημερινά για να μεταλαμπαδεύσει το “Φ” και ό,τι αυτό πρεσβεύει σε όλους εμάς που αιώνες τώρα ζούμε δίπλα του χωρίς να το ξέρουμε.

Στην τελευταία μας τηλεφωνική συνομλία τα μεσάνυχτα –βλέπετε, είναι η μόνη ώρα που ο κύριος με το “Φ” μπορεί να μιλήσει μετά από ένα εξαντλητικό πρόγραμμα– τον προέτρεψα να κάνει το αυτονόητο: “Απενεργοποίησε το κινητό σου. Φάε. Κοιμήσου.” Γέλασε. “Αυτή είναι η καλύτερη ευχή που μου έχουν δώσει ποτέ”, μου είπε, και έκλεισε το τηλέφωνο. “Ακόμα και οι φιλότιμοι άνθρωποι έχουν ανάγκη από λίγη ξεκούραση”, σκέφτηκα, και πήγα κι εγώ για ύπνο.

Όσοι πιστοί (και άπιστοι) προσέλθετε. Επισκεφθείτε το Φιλότιμο Ίδρυμα στην διαδικτυακή του βάση στο www.philotimo.org καθώς και στην σελίδα του στο Facebook “Φιλότιμο-Philotimo”, και αγαλλιάστε μαζί του.