Ο απροσπέλαστος Βλάσης Γαβριηλίδης, ο Ελ. Βενιζέλος και ο Σταμάτιος Σταματίου

Για την αντιγραφή ο επίτημος δικηγόρος Αντώνης Ν. Βενέτης

Το απίστευτο σχεδόν, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα, περιστατικό περιγράφει ο Ναυπάκτιος δημοσιογράφος και διηγηματογράφος Σταμάτιος Σταματίου (1895-1946) ή Σταμ. Σταμ. Το αλιεύσαμε από το μηνιαίο ιστορικό περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ (τεύχος Σεπτεμβρίου 1976), το οποίο (περιοδικό) ανέσυρε από το εβδομαδιαίο περιοδικό του μεσοπολέμου ο Ναυπάκτιος Σταμ. Σταμ.

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920) θεωρείται ο «πατέρας» της δημοσιογραφίας της σύγχρονης Ελλάδας. Εκ Κωνσταντινουπόλεως ορμώμενος σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και με έξοδα του μεγαλέμπορου Σίνα φιλολογία και πολιτικές επιστήμες στην Λειψία της Γερμανίας. Το 1878 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και την 1-11-1883 εξέδωσε την ημερησία εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ».

Γράφει λοιπόν ο Σταμάτιος Σταματίου στο «Μπουκέτο» της 11ης Απριλίου 1926, όπως το περιέγραψε ο Ναυπάκτιος Σταμ – Σταμ.  

«Με είδε (ο Βενιζέλος) εις την Βουλήν και με ερώτησεν ποιάν ώραν ευρίσκεται ο Γαβριηλίδης στα γραφεία του, για να τον επισκεφθή.
- Εκεί είναι, του απήντησα.
- Ε καλά. Στάσου μια στιγμή, τώρα θα τελειώση η Βουλή να πάμε.

Πράγματι σε λίγο η συνεδρίασις διεκόπη και ο Βενιζέλος, έχων τον μακαρίτη Στεφ. Γρανίτσα από την μια μεριά κ’ εμένα από την άλλη, τράβηξε για τα γραφεία της ‘‘Ακροπόλεως’’, που ήσαν παρά την ‘‘Πλατείαν του Κλαυθμώνος’’. Πηγαίναμε πεζοί. Ο κόσμος βλέπων τον Βενιζέλον εις τον δρόμον συνεκεντρούτο για να τον ιδή και έτσι σχηματίσθηκε μια διαδήλωσις τεραστία, που όταν φθάσαμε εις τα γραφεία της ‘‘Ακροπόλεως’’ είχε γεμίσει όλος ο δρόμος εκεί μπροστά και αρκετό μέρος του Κήπου. Όταν φτάσαμε στην πόρτα, έβγαινε ο κλητήρας της ‘‘Ακροπόλεως’’.

- Απάνω είναι, τον ρωτώ, ο Διευθυντής;
- Απάνω.
- Μια στιγμή, κ. Πρόεδρε, λέω στο Βενιζέλο, να προηγηθώ για να σα·ς αναγγείλω...

Έτρεξα απάνω και μπήκα στο γραφείο του Διευθυντού.
- Ο Βενιζέλος έρχεται να σας επισκεφθή, του λέω.
- Πεσ’ του ότι δεν είμαι εδώ!
- Μα του είπα ότι είσθε.
- Ε τότε πεσ’ του ότι δεν τον δέχομαι.

Τα έχασα. Στην σκάλα ακουγόντουσαν τα βήματα του Βενιζέλου, που ανέβαινε. Μαζί μ’ αυτόν είχε εισορμήσει και κόσμος αρκετός. Ενόμισα στην αρχή, ότι δεν άκουσε για ποιον επρόκειτο και του ξαναείπα επιμένων:
- Δεν ξέρω αν ακούσατε καλά, κύριε Διευθυντά. Ο Βενιζέλος είναι.
- Ε, και σαν είναι;

- Μα πως να του πω ότι δεν τον δέχεσθε... Έπειτα, για σκεφθήτε, είναι και μια τιμή για την ‘‘Ακρόπολη’’.
- Η ‘‘Ακρόπολις’’ έχει την δική της την τιμή και δεν την περιμένει από άλλους!..
- Μη ίσως να έχη να σας ανακοινώση τίποτε...
- Ας το πη σ’ εσένα...

- Μα ίσως να μη θέλη να το πη σ’ εμένα.
- Ε, τότε ας φύγη...
- Μα, κύριε Διευθυντά, είναι τόσος κόσμος μαζευμένος από κάτω!... Όλοι αυτοί θα πάρουνε αύριο ‘‘Ακρόπολη’’.
- Ε, τότε ας τα πη σ’ αυτούς!..

Ο Βενιζέλος είχε φθάσει απ’ όξω από το γραφείο. Ήρθα σε μια δύσκολη θέση. Επί τέλους παίρνω μια απόφαση. Πηγαίνω, ανοίγω την πόρτα και του λέγω:
- Κύριε Πρόεδρε, ο κύριος Διευθυντής σας περιμένει...

Μειδιών, το πλάνον εκείνο μειδίαμά του, μπήκεν ο Βενιζέλος. Ο Γαβριηλίδης, συνοφρυωθείς για μια στιγμή, από το απρόοπτο, του έτεινε το χέρι. Στάθηκα λίγα λεπτά μέσα για να δω αν θ’ αρχίσουν την κουβέντα φιλικά. Επί δύο ώρες εμιλούσανε μέσα οι δύο!...».