Τα μάτια σου δεκατέσσερα!

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr


H λέξη μάτι προκύπτει από την αρχαία ελληνική λέξη όμμα, που προέρχεται από το ρήμα ορώ . Το υποκοριστικό της αρχαίας λέξης όμμα ήταν το ομμάτιον, από όπου τα μεσαιωνικά χρόνια προέκυψε ο τύπος ομμάτιν και από αυτόν το μάτιν και ο σημερινός τύπος μάτι.

Ο τύπος όμμα (πληθ. όμματα) χρησιμοποιήθηκε στην αρχαία γλώσσα κυρίως στην ποίηση, ενώ στον πεζό λόγο γενικά χρησιμοποιήθηκε η ομόρριζή της λέξη οφθαλμός. Στα Νέα Ελληνικά επιβιώνουν και οι δύο λέξεις, το μεν όμμα με τον τύπο μάτι σε γενική χρήση (επίσης στο σύνθετο αόμματος και στη φράση παίρνω των ομματιών μου= φεύγω απελπισμένος ,αναχωρώ προς άγνωστη κατεύθυνση), το δε οφθαλμός σε ειδικές χρήσεις και επίσημο ύφος, π.χ. στην ιατρική, τη γεωπονία, την τυπογραφία. 

Ήδη στην αρχαία πεποίθηση πολλών λαών ότι μέσω του βλέμματος μπορεί κάποιος να προκαλέσει κακό σε άλλον (διατηρούμενη αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες), οφείλεται το ότι η λέξη μάτι απέκτησε τη σημασία «βασκανία» και συνδέθηκε με το φυλαχτό για το «κακό μάτι». Με αυτή τη σημασία χρησιμοποιούνται το ρήμα ματιάζω =βασκαίνω και το ουσιαστικό μάτιασμα. Λιγότερο γνωστή ονομασία για τα μάτια (εκτός από όμματα και οφθαλμοί), είναι η λέξη φάεα. Κι αυτό γιατί χρειάζονται «φάος»  δηλαδή  φως  για να δουν.

Γι’ αυτό χρησιμοποιούμε και την λέξη κατηφής  γι’ αυτόν που έχει “κάτω τα φάεα”, κατεβασμένα  μάτια δηλαδή ,αναφερόμενοι σ’ έναν άνθρωπο που είναι στεναχωρημένος και απογοητευμένος για κάτι. Από το κατηφής  σταδιακά δημιουργήθηκε η λέξη κατσούφης  με το ίδιο νόημα.

Το μάτι (και γενικά η όψη)  στην αρχαία ελληνική αναφέρεται και ως ώψ (από τον μέλλοντα του ρήματος “ορώ” που είναι “όψομαι”). Από την γενική πτώση (ωπός),  παίρνουμε την ρίζα “ωπ” που μας δίνει πολλές λέξεις στην νέα ελληνική. Συγκεκριμένα από αυτήν προέρχονται ανάμεσα σε άλλες και οι εξής:

-ο  Κύκλωψ - Κύκλωπας: αυτός που έχει ένα μόνο μεγάλο στρογγυλό κυκλικό μάτι στο κούτελο του. Στην Ελληνική Μυθολογία οι Κύκλωπες ήταν μονόφθαλμοι γίγαντες με μεγάλη δύναμη, χαμηλή νοημοσύνη, άγρια φύση και αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο πιο γνωστός κύκλωπας ήταν ο Πολύφημος, τον οποίο αντιμετώπισε ο Οδυσσέας κατά την επιστροφή του μετά τον Τρωικό Πόλεμο.

- η  Ευρώπη: αυτή που έχει μεγάλα μάτια (ευρεία + ώψ), η γυναίκα, η τοποθεσία, οι κάτοικοι της ηπείρου που έχουν ευρύ οπτικό πεδίο, που είναι ανοικτόμυαλοι. Το όνομα Ευρώπη το συναντάμε για πρώτη φορά στον Όμηρο και συγκεκριμένα σε ένα ύμνο προς τον Πύθιο Απόλλωνα: «όσα την πλούσια Πελοπόννησο οικούν και όσα την Ευρώπη ή τα περίβρεχτα νησιά».

Με τη λέξη Ευρώπη χαρακτηρίζει το βόρειο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι την Θράκη. Από το όνομα της Ευρώπης προήλθε και το όνομα του ευρωπαϊκού νομίσματος euro (ευρώ από το πρώτο τμήμα της λέξης), το οποίο μάλιστα γράφεται πάνω στο χαρτονόμισμα και με την ελληνική γραφή της λέξης ως  Ευρώ
.


- το πρόσωπο: από την  πρόθεση “πρός” (μπροστά) + “ώψ” και σημαίνει έχω την όψη μου προς κάποιον ή προς κάτι , είμαι στραμμένος προς κάπου.

- το μέτωπο: η πρόθεση “μετά” + “ώψ” (βρίσκεται μετά της ωπός). Ονομάζεται δηλαδή έτσι το τμήμα του κεφαλιού που βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια.

- η περιωπή: η πρόθεση περί+ ώψ . Η εξέχουσα κοινωνική θέση, το αναγνωρισμένο κύρος (μόνο στη γενική «περιωπής» ως χαρακτηρισμός) η υψηλή  κοινωνική θέση: π.χ. «είναι άνθρωπος περιωπής» .

- οι παρωπίδες : η πρόθεση “παρά” (δίπλα) + “ώψ”. Αυτό  που βρίσκεται δίπλα στα μάτια. Σήμερα είναι δερμάτινη καλύπτρα που τίθεται ανά ζεύγος  πλευρικά των ματιών των ζεμένων ζώων και τα εμποδίζει να βλέπουν προς τα πλάγια. Μεταφορικά παρωπίδες ονομάζονται αυτά που  εμποδίζουν τον άνθρωπο να δει την πραγματικότητα και τον  κάνουν  να είναι μονόπλευρος ή δογματικός στις απόψεις του .

- η μυωπία : από το ρήμα μύω (κλείνω ελαφρά τα μάτια)+ωψ.Οι μύωπες έχουν  την συνήθεια να μισοκλείνουν τα μάτια για να δουν καθαρότερα.

πρεσβυωπία : από το αρχαίο πρέσβυς (ο μεγάλος σε ηλικία) + ώψ .Η μείωση της ικανότητας της όρασης  των ηλικιωμένων  να διακρίνουν αντικείμενα σε κοντινή απόσταση.

-η Αιθιοπία και ο Αιθίοπας  : από το αρχαίο ρήμα  αίθω (καίω, φωτίζω)+ώψ και  δηλώνει τον άνθρωπο με την  ηλιοκαμένη  όψη , λόγω τον υψηλών θερμοκρασιών της αφρικανικής χώρας.

-ο αδυσώπητος : από το α(στερητικό) + δυσ + ωψ= αυτός που δεν αλλάζει έκφραση προσώπου με κάτι που βλέπει να συμβαίνει, ο σκληρός, ο αμείλικτος, ο χωρίς έλεος.

Τέλος η λέξη μάτι απέκτησε πολλές διαφορετικές σημασίες στην καθημερινή ζωή όπως :
-μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε : όταν ξαγρυπνούμε σχηματίζονται μαύροι κύκλοι
στα μάτια. Μεταφορικά το  λέμε όταν έχουμε να συναντήσουμε κάποιον αρκετό καιρό.

-η στρογγυλή εστία κουζίνας :βάλε τη χύτρα πάνω στο μεγάλο μάτι

-η τρύπα στην κορυφή μιας βελόνας : πέρνα την κλωστή μέσα απ’ το μάτι

-άνοιξε τα μάτια σου : δες την πραγματικότητα, ξύπνα

- στο μάτι του κυκλώνα : στο επίκεντρο της καταστροφής

-κάνω τα γλυκά μάτια : ερωτοτροπώ, φλερτάρω

-κόβει το μάτι του : είναι παρατηρητικός

-το έχει σαν τα μάτια του : το προσέχει πολύ

-φάτε μάτια ψάρια (και κοιλιά περίδρομο): χόρτασε με το μάτι αυτό που δεν μπορείς να    αποκτήσεις

-έχω στο μάτι: εποφθαλμιώ

-βγάζω τα μάτια μου μόνος μου: με τα λάθη μου προκαλώ την καταστροφή μου

-έγινε το μάτι του γαρίδα: κάποιος που παρατηρεί έντονα κάτι γουρλώνοντας τα μάτια του,  όπως ακριβώς κάνει και η γαρίδα

- τα μάτια σου τέσσερα ή δεκατέσσερα =πρόσεξε

-ιδίοις όμμασι =με τα ίδια μου τα μάτια

- εν ριπή οφθαλμού = πολύ γρήγορα