Στόχος η υψηλή  διεθνής ανταγωνιστικότητα

Γράφει ο Δημήτρης Λαγός
Καθηγητής Τουριστικής Οικονομικής και Διοίκησης Τουριστικών Επιχειρήσεων και πρόεδρος στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου


Ο τουρισμός στην Ελλάδα αποτελεί μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα, καθώς οι καθαρές εισπράξεις αντιστοιχούν στο 73% των καθαρών εισπράξεων από το εξωτερικό για υπηρεσίες (ή του ισοζυγίου υπηρεσιών) και καλύπτουν το 67,6% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.

Τα τουριστικά έσοδα ανήλθαν σε 14.550 εκατ. ευρώ το 2016, έναντι 13.679 εκατ. ευρώ το 2015, σημειώνοντας μικρή άνοδο κατά 0,064%. Για το 2017 αναμένεται αύξηση των εσόδων κατά 6,5%. Η μέση ανά ταξίδι δαπάνη ανήλθε στα 581,9 ευρώ το 2016.

Η απασχόληση στον τουρισμό αποτελεί το 23,4% της συνολικής απασχόλησης της χώρας το 2016. Αυτό σημαίνει ότι 860.315 άτομα απασχολήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδιών και Τουρισμού (WTTC), ο τουρισμός συνεισφέρει το 7,5% άμεσα και το 18,6% συνολικά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της Ελλάδας. Με βάση τις διεθνείς αφίξεις, η Ελλάδα κατέχει το 3,1% της ευρωπαϊκής αγοράς τουρισμού και το 2,0% της παγκόσμιας αγοράς το έτος 2016.

Επίσης, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), η Ελλάδα το 2015 καταλάμβανε την 31η θέση μεταξύ 141 χωρών στον Δείκτη Ταξιδιωτικής και Τουριστικής Ανταγωνιστικότητας. Η τουριστική της δυναμικότητα περιλαμβάνει 9.730 ξενοδοχεία με 788.553 κλίνες και 47.713 μικρές επιχειρήσεις που, μαζί με τα ενοικιαζόμενα καταλύματα μέσω του συστήματος της διαμοιραζόμενης οικονομίας (sharing economy), ξεπερνά σε κλίνες το ένα εκατομμύριο.

Ουσιαστικά υπάρχει υπερπροσφορά τουριστικών κλινών, ενώ οι σχέσεις προσφοράς και ζήτησης σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές σε σχέση με εκείνες που υπήρχαν επί δεκαετίες. Ο τουρισμός στην Ελλάδα, βάσει του τρόπου οργάνωσης και διακίνησης, χαρακτηρίζεται ως μαζικά οργανωμένος παραθεριστικού τύπου.

Ωστόσο, παρά τη γενικά καλή στατιστική εικόνα που έχει ο τουρισμός στην Ελλάδα, όπως δείχνει το Διάγραμμα, οι αφίξεις των αλλοδαπών τουριστών άρχισαν να αυξάνονται από το 2014. Αυτό οφείλεται όχι τόσο στην ωριμότητα του τουριστικού προϊόντος όσο στις πολιτικές αναταραχές των παράκτιων χωρών υποδοχής τουριστών της Βόρειας Αφρικής, αλλά και των χωρών της Μέσης Ανατολής, που μετακίνησαν τους τουρίστες σε άλλους προορισμούς.

Ομως, με βάση τον δείκτη της κατά κεφαλή τουριστικής δαπάνης, ο ελληνικός τουρισμός διαπιστώνεται ότι βαίνει μειούμενος από το 2000 μέχρι το 2016. Ο περιορισμός των εισπράξεων από τον τουρισμό αποδίδεται αφενός, σε μεγάλο βαθμό, στη μείωση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι, ως αποτέλεσμα της προσφοράς ανταγωνιστικών τιμών και της εισόδου μικρότερου αριθμού επισκεπτών υψηλού εισοδήματος, και αφετέρου στον περιορισμό της μέσης διάρκειας παραμονής και της δαπάνης ανά διανυκτέρευση.

Οι μέχρι σήμερα ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ποιοτική στάθμη των προσφερόμενων τουριστικών υπηρεσιών δεν βελτιώνεται, παρά την άνοδο της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η τουριστική βιομηχανία και στο πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που έχει διαμορφωθεί.

Η Ελλάδα θεωρείται χώρα φιλοξενίας τουριστών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής στάθμης.
 Το τουριστικό της προϊόν είναι μέτριας ποιότητας. Συνεπώς, η τιμή του τουριστικού προϊόντος συνιστά το αποφασιστικό στοιχείο για την προσέλκυση τουριστών και φυσικό επακόλουθο αυτού είναι ότι η ζήτησή του θα τείνει να στραφεί σε ολιγότερο τουριστικά αναπτυγμένες χώρες ή τμήματα τουριστικών αγορών που έχουν χαμηλότερο κόστος εργασίας.

Ακόμα, το μονοδιάστατο τουριστικό προϊόν «ήλιος και θάλασσα» έχει προ πολλού ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του και ακολουθεί πλέον πορεία επιβράδυνσης.
Στα παραπάνω εμφανή συμπτώματα της παθογένειας της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας μπορούν να προστεθούν η μείωση του εγχώριου τουρισμού, λόγω συρρίκνωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων, η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου (εποχικότητα 56% των διεθνών αφίξεων τους μήνες Ιούλιο - Αύγουστο και Σεπτέμβριο), η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα, αλλά και η αυξανόμενη τάση για συμβόλαια «all inclusive».

Αυτό οδήγησε τα ξενοδοχεία που λειτουργούν με καθεστώς «all inclusive» να έχουν γίνει αιτία να έρθουν στην επιφάνεια τα αντικρουόμενα συμφέροντα δύο στρατοπέδων. Στο ένα εντάσσονται οι μεγαλοξενοδόχοι που ελέγχουν τα περισσότερα ξενοδοχεία των πέντε και τεσσάρων αστέρων, οι οποίοι συνδέονται στενά με τους ισχυρότερους ξένους tour operators, συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των διεθνών αφίξεων και δημιουργούν το νέο πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης του «γκετοποιημένου τουρισμού».

Το πρότυπο αυτό έχει μεγάλο βαθμό εξάρτησης από τους τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού, το δε προσφερόμενο τουριστικό πακέτο έχει χαμηλό περιθώριο κέρδους και απαρτίζεται από εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες, τα οποία έχουν μικρή εγχώρια προστιθέμενη αξία, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η διάχυση των αναπτυξιακών αποτελεσμάτων στους τόπους προορισμών.
Στο δεύτερο στρατόπεδο εντάσσεται η πλειονότητα των ξενοδόχων που είναι ιδιοκτήτες μικρού και μεσαίου μεγέθους, οι οποίοι συγκεντρώνουν χαμηλά επίπεδα πληρότητας και έχουν περιορισμένη κερδοφορία.

Είναι εύλογο ότι η μείωση της μέσης κατά κεφαλή δαπάνης δημιουργεί προβληματισμό για την κατεύθυνση του τουρισμού και τον ρόλο του στην ελληνική οικονομία, γι' αυτό και βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο των συζητήσεων, όχι μόνο από τους εμπλεκόμενους φορείς στο τουριστικό κύκλωμα, αλλά και από τους φορείς άσκησης κρατικής πολιτικής.
Η Ελλάδα έχει πολλές ευκαιρίες να αναπτύξει μοναδικές εμπειρίες και προϊόντα που της προσφέρουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αρκεί, σταδιακά, να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της μάζας.

Συνεπώς, το προτεινόμενο πλαίσιο τουριστικής πολιτικής για την Ελλάδα θα πρέπει να εστιαστεί στην υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα, μέσω της ποιοτικής ανασυγκρότησης (δηλ. διαφοροποίηση και εμπλουτισμός) του τουριστικού προϊόντος και στην αποτελεσματική λειτουργία της τουριστικής βιομηχανίας στο πλαίσιο της ενδογενούς ολοκληρωμένης τοπικής τουριστικής ανάπτυξης.