Η αδιαφορία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, αποθρασύνει τη γείτονα χώρα

Γράφει ο Ηλίας  Κ. Κυπραίος  
Πολιτευτής Δωδεκανήσου  

Η συνεχιζόμενη αδιαφορία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών να εκδηλώσει την παρέμβασή του – με τη χρήση των λίαν αποτελεσματικών μέσων που διαθέτει – προκειμένου να παύσει η κατάφωρη προσβολή του θρησκευτικού συναισθήματος εκατομμυρίων Χριστιανών, από τη βεβήλωση του κορυφαίου χριστιανικού ναού της Αγίας Σοφίας και την  προκλητική αλλοίωση αυτού του μοναδικού πολιτισμικού μνημείου, είναι φυσικό να προκαλεί σε κάθε έντιμο άνθρωπο αισθήματα δικαιολογημένης αγανάκτησης. 

Η εκκωφαντική σιωπή του Παγκόσμιου Συμβουλίου των Εκκλησιών, εγείρει έντονα ερωτηματικά και μας επαναφέρει de facto στην εποχή του 1054 μ.Χ., τότε που συνέβη το Σχίσμα των δύο Εκκλησιών και δεν θα αποτελούσε υπερβολή η διαπίστωση ότι οι συνέπειές του εξακολουθούν να ταλανίζουν μέχρι και σήμερα όχι μόνο τη χριστιανική κοινότητα, αλλά και τον λοιπό κόσμο, παρά την πομπώδη άρση των αφορισμών και των αναθεμάτων.

Η επίσημη ιστορία αντιπαρέρχεται και αποφεύγει κατά κανόνα να αναφέρει το ιστορικό γεγονός που συνέβη το 1054 μ.Χ. το οποίο εξόργισε και έκανε κυριολεκτικά «έξαλλο» τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο και επέφερε το οριστικό Σχίσμα και το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, καθώς και την  ανταλλαγή βαρύτατων προσωπικών αφορισμών μεταξύ του Πατριάρχη και του Πάπα.

Το ιστορικό αυτό γεγονός που αποτέλεσε το επιστέγασμα στις ήδη τεταμένες σχέσεις των δύο Εκκλησιών, συνέβη όταν δύο απεσταλμένοι του Πάπα Λέοντος Θ΄, προσποιούμενοι τους ταπεινούς προσκυνητές, μπήκαν την ώρα του Εσπερινού στον Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη και εναπόθεσαν στην Αγία Τράπεζα την «Παπική Βούλα», με την οποία αφοριζόταν ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος και εν συνεχεία έσπευσαν να εξαφανιστούν.    

Έγιναν όμως αντιληπτοί από τον διάκονο του Ναού, ο οποίος τους κυνήγησε και έτρεξε πίσω τους κρατώντας την «Παπική Βούλα», ζητώντας τους να την ανακαλέσουν και επειδή αυτοί αρνήθηκαν, την πέταξε στο δρόμο. Η επίκληση της UNESCO για την προστασία της Αγίας Σοφίας, θυμίζει το ρομαντικό ορφανοτροφείο των λεγόμενων «Αδεσμεύτων Κρατών», το οποίο κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.  

Δυστυχώς η UNESCO δεν έχει τη δυνατότητα και ούτε  μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε κύρωση για τη βεβήλωση της Αγίας Σοφίας, πράγμα άλλωστε που αποδεικνύεται καθημερινά από την αναποτελεσματικότητά της στην επανένωση του μνημείου του Παρθενώνα και την αδυναμία της να συνεισφέρει στη δίκαιη απόδοση των κλεμμένων γλυπτών στην Αθήνα.  

Νόμιμες και λίαν αποτελεσματικές κυρώσεις, για την προσβολή του χριστιανικού μνημείου της Αγίας Σοφίας, έχει την αρμοδιότητα, τον τρόπο και τα μέσα να επιβάλει μόνο το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, στο οποίο συμμετέχουν πάνω από 100 χώρες, περισσότεροι από 600 εκατομμύρια Χριστιανοί και στα ιδρυτικά του μέλη συγκαταλέγονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, η Εκκλησία της Ελλάδος και η Εκκλησία της Κύπρου.     

Στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας δεν πρέπει να λησμονούνται τα περί αιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας της νομικής επιστήμης, διότι είναι απαράδεκτο να αγνοείται και να παραβιάζεται επιδεικτικά η αρχή της αμοιβαιότητας, όταν    στην Ελλάδα κτίζονται μουσουλμανικά τεμένη και στην  Κωνσταντινούπολη απαγορεύεται ρητά και επί ποινή στους  Έλληνες ορθόδοξους ιερείς να φορούν ακόμη και τα ράσα  τους και οι οποίοι επιτρέπεται να κυκλοφορούν μόνο με αμφίεση περιπάτου.