Υπάρχει όφελος από τα  «λουκέτα» στα καταστήματα;

Του Ηλία Κ. Κυπραίου
Πολιτευτή Δωδεκανήσου

Tην Ελλάδα ανέκαθεν κατέτρυχε, ως παιδική ασθένεια,  η φορολογική ασυδοσία και στη μάχη για την καταπολέμησή της είναι  καταφανής η ανισότητα του συσχετισμού των δυνάμεων της φοροδιαφυγής, με αυτές του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα το κράτος να προσφεύγει σε  αντιφατικά και σπασμωδικά  μέτρα, τα οποία φέρουν απόλυτη τη σφραγίδα  της προχειρότητας και της αναποτελεσματικότητας, εφόσον,  για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, απαιτείται η αλλαγή της νοοτροπίας των φοροφυγάδων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, διότι «πονηράν φύσιν μεταβαλείν ου ράδιον».        

Η τεράστια υπέρ της χρήσης των τραπεζικών καρτών εκστρατεία, παρουσιάζει εξ υπαρχής σοβαρά προβλήματα,   διότι καταρχάς η χρήση τους ήτο απολύτως προαιρετική, αφού ο σκοπός για τον οποίο εφευρέθηκαν και καθιερώθηκαν είναι κυρίως η ταχύτατη εξυπηρέτηση των πολιτών στις συναλλαγές τους, η προστασία της ευπρέπειας και της σοβαρότητας στις σχέσεις τους με τις τράπεζες, η παύση της εξευτελιστικής απόκρυφης σωματικής έρευνας για τυχόν μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό, η προστασία από ληστείες και άλλες αιτίες απώλειας των χρημάτων τους, καθώς και η παροχή διάφορων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, οι οποίες καθημερινά διευρύνονται και εξελίσσονται.

Το σοβαρό πρόβλημα που προέκυψε, είναι ότι εξαιτίας της αδυναμίας του να εντοπίσει τους φοροφυγάδες, το κράτος πίστεψε ότι ανακάλυψε στις τραπεζικές κάρτες έτοιμη και εύκολη λύση για να την εντάξει στο «οπλοστάσιό» του κατά της φοροδιαφυγής.

Η ενέργεια αυτή ενέτεινε τη δυσπιστία προς το τραπεζικό σύστημα και προστιθέμενη στις άλλες αιτίες, επέφερε το αδιανόητο και επιζήμιο για την οικονομία αποτέλεσμα,  να θεωρούνται τα «στρώματα» ως περισσότερο ασφαλής τόπος φύλαξης χρημάτων, από ό,τι ο φυσικός χώρος τους που είναι οι Τράπεζες.

Η ατυχής αυτή μέθοδος αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, έρχεται να συγκριθεί με την εφαρμογή του   προσωρινού κλεισίματος των καταστημάτων, ως παρεπόμενης ποινής για τη μη έκδοση αποδείξεων.  

Το τιμωρητικό μέτρο της προσωρινής ή οριστικής παύσης της λειτουργίας ενός καταστήματος είναι επιβεβλημένο όταν τίθεται σε κίνδυνο η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών και καθίσταται αναποτελεσματικό όταν χρησιμοποιείται για φορολογικές παραβάσεις, διότι αντί για τη θεραπεία καταλήγει σε επιδείνωση της ασθένειας.

Το κράτος διαθέτει τον απαραίτητο μηχανισμό και τα νόμιμα μέσα για να εισπράξει αμέσως τα οφειλόμενα χρήματά του, μαζί με τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις, προβαίνοντας στην κατάσχεση όλης της είσπραξης από το ταμείο του παραβάτη, την ίδια μέρα ή και τις επόμενες μέρες, χωρίς να χρειαστεί να βάλει «λουκέτο» στο κατάστημα, διότι αυτό συνιστά ενέργεια που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών και εν τέλει καταλήγει επιζήμια για την ίδια την κρατική λειτουργία, όταν εκμηδενίζει  τον πρωταρχικό στόχο που είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και αποκαλύπτει εγγενείς αδυναμίες και παθογένειες του φορολογικού μηχανισμού.        

Πέραν αυτών, στην ασυνειδησία του φοροπαραβάτη έρχεται να προστεθεί και η αναγκαστική προσωρινή ή οριστική ανεργία του προσωπικού του καταστήματος, με την εύλογη(;)  δικαιολογία της «ανωτέρας βίας», η οποία, μολονότι κατά κανόνα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη, η ποινή δεν επιβάλλεται πάντα σ’ αυτόν, ο οποίος συνήθως κρύβεται ή απουσιάζει, αλλά σε κάποιον «αγορανομικό υπεύθυνο».

Περαίνοντας, θα επιχειρήσω να φαιδρύνω το θέμα, παραθέτοντας την αληθινή ιστορία κάποιου ιδιοκτήτη καταστήματος και τον τρόπο που αντιμετώπισε τη δυστροπία καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων από έναν πλούσιο ταβερνιάρη, όταν εγκαταστάθηκε πλάϊ στο ταμείο του ταβερνιάρη και εισέπραξε κατ’ αυτόν τον τρόπο τα οφειλόμενα.