Ντίνος Καραξής, ο Τζεπέτο της Καρπάθου

Του Μανώλη Δημελλά από τη Huffington Post

Πετάγομαι μέχρι το Μεσοχώρι για δουλειά, σε δυο-τρεις μέρες θα γυρίσω.


Μ΄αυτές τις κουβέντες ο Ντίνος έφυγε από το σπίτι και η γυναίκα του, η Μαρία, βρήκε ευκαιρία να επισκεφθεί τους γονείς της, για να χαρούν κι εκείνοι τα παιδιά.

Επέστρεψε αλαφιασμένη, ήθελε να τακτοποιήσει το σπίτι, όμως αντί να καλοσωρίσει τον άντρα της δέχτηκε ένα τηλεγράφημα με τέσσερις λέξεις: «Ταξιδεύω για την Αγγλία!»

Ο Ντίνος Καραξής είχε αποφασίσει να δοκιμάσει τον εαυτό του, να ρισκάρει με την τύχη! Από μικρός ήθελε να γίνει αεροπόρος ή ναυτικός, λάτρευε την πειθαρχία και τη στρατιωτική τάξη, όμως δεν άντεχε τις κοινωνικές συμβάσεις, τις δημόσιες σχέσεις, ούτε ακολουθούσε τις τυπικές υποχρεώσεις. Ήταν η ευκαιρία του, θα γινόταν ναυτικός.
 


Έβγαλε φυλλάδιο και μπάρκαρε δίχως να πει κουβέντα σε κανέναν. Πέρασαν λίγες μέρες όταν στη γυναίκα του έφτασε μια επιστολή με γραμματόσημο από τα ξένα και εκεί εξηγούσε την κίνηση του. Ήταν ήδη επαγγελματίας οδηγός βαρέων οχημάτων και έπαιζε στα δάχτυλα τις μηχανές.

Από πιτσιρίκος μπαινόβγαινε στο συνεργείο του Σέρτζιο Γκατούλη, του πρώτου μηχανικού της ελεύθερης Καρπάθου, είχε μάθει τη μουτζούρα και τη τέχνη του βολάν. Δυνατός άντρας, σαν το λιοντάρι, όμως εκείνα τα χρόνια τα μεροκάματα ήταν φτενά, ούτε που φτουρούσαν για να κάμεις καλιμέντο στη ζωή, έτσι το όνειρο της θάλασσας έφτασε μια στιγμή που γίνηκε πραγματικότητα.
 


Ταξίδευε τέσσερις-πέντε μήνες, όταν έπεσε σε μεγάλη φουρτούνα, έφτασε μια ανάσα πριν από το ναυάγιο και τότε μέτρησε αλλιώς τα πράματα. Στο πρώτο λιμάνι ξεμπάρκαρε και γύρισε στο σπίτι, στη γαλήνη και τη γνώριμη δουλειά του.

Το περίεργο στην ιστορία έρχεται από τη γυναίκα του. Το βράδυ της μεγάλης θαλασσοταραχής είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι ανήσυχη, σε έναν τρομερό εφιάλτη είδε τον Ντίνο να πνίγεται! Ήτανε λέει βαθιά μέσα στη θάλασσα και πάλευε με μια ανάσα να βγει στον αφρό.

Όλα τα χρόνια του ήταν αυτοκινητιστής, γυρνούσε τους κακοτράχαλους δρόμους της Καρπάθου, οδηγός με τα φορτηγά του Φελουζή, ο Ντίνος Καραξής συνήθως μετέφερε οικοδομικά υλικά κι όλοι τον αγαπούσαν, γιατί δεν έλεγε όχι σε μικροχάρες και πεσκέσια, φόρτωνε το αυτοκίνητο με ένα σωρό πράματα και τα μετέφερε μπροστά στην πόρτα των συγχωριανών που είχαν ανάγκη.

 Ο Κωνσταντίνος Καραξής ήταν από τις Πυλές Καρπάθου, γεννήθηκε το 1935, πρόσφατα, μόλις πριν 3 μήνες έφυγε για το πιο μακρύ, το αιώνιο ταξίδι.

Ο Ντίνος, όπως τον φώναζαν οι φίλοι, είχε ένα μοναδικό, ένα σπάνιο ταλέντο. Μπορεί να μην κατάφερε να γίνει πιλότος αεροπλάνων και ως ναυτικός έγραψε ένα και μοναδικό 6μηνο μπάρκο, αλλά σχεδίαζε και έφταχνε μινιατούρες αεροπλάνων, πλοίων, υποβρυχίων!
 


Το μυαλό του δε σταματούσε να γεννά και τα χέρια του έχτιζαν παιδικά παιγνίδια, γοργόνες και ξύλινες κούκλες που θα ζήλευε ακόμη και ο Τζεπέτο, ο διάσημος Ιταλός σχεδιαστής του Πινόκιο!
Ένα μικρό μακρόστενο δωματιάκι έγινε το πιο όμορφο καρνάγιο της Καρπάθου.

Από τα μέσα του 1970 ξεκίνησε να παλεύει με τα σίδερα, έπειτα έπαιρνε παραμάσχαλα τα μικρά του αριστουργήματα και κατέβαινε στο σιντριβάνι, εκεί στο καφενείο του Ζαχάρη, οι φίλοι χειροκροτούσαν και καμάρωναν τον οδηγό φορτηγών, τον βιοπαλαιστή, που έκρυβε τόσο σπουδαίο ταλέντο μέσα στη ψυχή του.  Θα ήταν ο δικό του παππούς, ο άνθρωπος που σκάλιζε λίρες και λένε πως έβγαζαν μουσική χωρίς να τις χαϊδεύει το δοξάρι!
 


Όμως ο Ντίνος δεν είχε νου για λίρες και λαούτα, δεν του άρεσαν τα γλέντια, είχε πάθος με τα στρατιωτικά, στα μέσα του 1950 υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό και στη μνήμη του χαράχθηκαν τα σχέδια των πολεμικών πλοίων που έσκιζαν περήφανα τις θάλασσες.

Ερωτεύτηκε το Θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ, ξετρελάθηκε με τα ξιφιόπλοια, τα Αντιτορπιλικά, επίσης χαιρόταν και απολάμβανε την οργάνωση και τους κανόνες του στρατού κι όλα αυτά έγιναν μικρές ξύλινες αλλά και σιδερένιες μινιατούρες που μιλούσαν σε κείνους που είχαν αυτιά για να ακούσουν τις φωνούλες τους.

Ένας στεριανός, με το νου και τη ψυχή δοσμένη στη θάλασσα, έτσι ήταν καμωμένος ο Ντίνος, που απέφευγε τις κοινωνικές υποχρεώσεις, έστελνε τη γυναίκα και τα έξι παιδιά τους και εκείνος κλεινόταν στο μικρό καρνάγιο του, στο βασίλειο του, έδινε πνοή στα άψυχα υλικά. Η Μαρία γκρίνιαζε για το αχούρι κι εκείνος δεν έπαυε να χαμογελά και κάθε τόσο να προσφέρει ένα ολοκαίνουριο ξύλινο παιγνίδι για τα παιδιά του.
 


Από τους πρώτους που τον «ανακάλυψαν» ήταν ο Πάτμιος δημοσιογράφος Αριστείδης Μιαούλης. Σε ένα ταξίδι του στην Κάρπαθο είδε τα πλοία του, τον αναζήτησε, κατάφερε να κινηματογραφήσει αρκετές στιγμές από την ώρα της δημιουργίας του.

Ο Αριστείδης θυμάται το χαμόγελο, την ζεστασιά, τη καλοσύνη αλλά και το πάθος του. Όλα ήταν γραμμένα μέσα στο μνημονικό του με κάθε λεπτομέρεια, πριν πιάσει το κουμπάσο και μετρήσει τις αποστάσεις γνώριζε που έπρεπε να βάλει τα κανόνια, που έμπαινε η σκάλα και που ήταν η θέση για τα φινιστρίνια. Και η παραμικρή λεπτομέρεια ήταν φτιαγμένη με τα χέρια του!
 


Ανάμεσα στα πλοία-αντίγραφα που έφτιαξε ο Ντίνος Καραξής είναι το θρυλικό επιβατηγό ΑΝΔΡΟΣ, του εφοπλιστή Νικολάου Διαπούλη, αξέχαστο για κείνους που έφυγαν μετανάστες από το νησί τη δεκαετία του 1950.

Επίσης σχεδίασε και κατασκεύασε δεκάδες ψαράδικα σκάφη, από κείνα που γέμιζαν το μικρό λιμάνι των Πηγαδίων. Όλα ήταν προσχεδιασμένα μέσα στο μυαλό του κι έπειτα, με στρατιωτική τάξη, σμίλευε το ξύλο ή το σίδερο και ήθελε να είναι κάτι παραπάνω από μια μινιατούρα για το σαλόνι, ήθελε να είναι ζωντανά τα βαπόρια και τα αεροπλάνα του!
 


Τα τελευταία χρόνια ένας καινούριος φίλος μπήκε στη ζωή του Ντίνου, ο Θανάσης Παπαθανασίου είναι μισός Καρπάθιος μισός Ροδίτης, ασχολείται με τουριστικές επιχειρήσεις και έχει το ίδιο «μικρόβιο» με τον Καραξή.

Ο Θανάσης παθιασμένος με την ιστορία, ερωτευμένος με στρατιωτικές λεπτομέρειες, ενίσχυσε το πάθος του Ντίνου, όχι μόνο με χρήματα, κυρίως με την συντροφιά και την κουβέντα. Οι δυο φίλοι τα έβρισκαν κι έτσι ο Ντίνος είχε έναν λόγο παραπάνω για να ψάξει για ξύλα, έπειτα να πιάσει τα εργαλεία, το φαλτσέτο, τα κοπίδια και τα χρώματα, για να φτιάξει ένα σωρό βαπόρια!

Ο Θανάσης περιγράφει τον Ντίνο Καραξή και τη φιλία τους με λίγα λόγια: «Μέσα στο δικό μου οχυρό-καταφύγιο, βρήκε κι αυτός ένα απάγκιο, οχυρώθηκε για να μην υφίσταται τον αισθητικό και όχι μόνο βιασμό της πόλης και το νέο μοντέλο ζωής στις σχέσεις των ανθρώπων. Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχαμε μαζί έβρισκε σε αφθονία την ποιότητα ζωής που λείπει στις μέρες μας».
 


Ανάμεσα στις δημιουργίες του Ντίνου ξεχωρίζει το ΑΡΓΩ, το μυθικό πλοίο των Αργοναυτών και της εκστρατείας για το χρυσόμαλλο δέρας, επίσης τα ψαράδικα ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ και ΚΑΝΑΡΗΣ, υποβρύχια, το Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ που είχε αδυναμία, καθώς και το επιβατηγό ΑΝΔΡΟΣ.

Αν σε κάποιο από τα καράβια, τα αεροπλάνα, τις γοργόνες ή τις ξύλινες κούκλες έβλεπε μια ατέλεια, την άφηνε στην άκρη, ήθελε τα υλικά να μιλούν πριν αλλάξουν ταυτότητα. Το εργαστήριο του είναι γεμάτο από τέτοια απομεινάρια.

Τ΄αγαπούσε σαν τα έξι παιδιά του, όπως ο Τζεπέτο λάτρευε και έδωσε ψυχή στον Πινόκιο, ο Κωστής τα χάριζε σε φίλους και περνούσε τακτικά για να τους ρίξει μια ματιά, τα καμάρωνε και τους χαμογελούσε.

Όταν είπα στη σύζυγο του ότι θα γράψω κάτι από την ιστορία του Κωστή, εκείνη αναστέναξε και τον περιέγραψε με την πιο σοφή, την πιο μετρημένη κουβέντα:

- Θα τα γράψεις κι εκείνος θα με φάει από κει πάνω.

Έτσι ήταν η περασμένη γενιά γνήσιων ανθρώπων, δεν περνούσε από το μυαλό να προβάλλουν τον εαυτό τους. Μάλιστα μπορεί να φαινόταν ένας χαρακτήρας σκληρός, τόσο αυστηρός που σχεδόν φοβόσουν να τους κοιτάξεις ευθεία μέσα στα μάτια.

Όμως εκείνη η πάστα των θαλασσινών είχε σπάνιο ρομαντισμό και μια αξεπέραστη μοναδική αυθεντία, μα αν χάσουμε την επαφή μαζί της είναι σίγουρο ότι θα πνιγούμε στην πιο γαληνεμένη θάλασσα.