Έκθεση φωτογραφίας  του Δημήτρη Προκοπίου

Την  Τρίτη 1 Αύγουστου 2017 και ώρα    21:00  εγκαινιάζεται η έκθεση φωτογραφίας του Δημήτρη Προκοπίου με τίτλο «Παραλλάξεις»

ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: 1-10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2017 11:00-13:30 19:30-23:00
Ο Δημήτρης Προκοπίου γεννήθηκε στο Βόλο το 1972. Έκτοτε κατοικεί στην Αθήνα. Είναι φωτογράφος, εκπαιδευτικός,  και υποψήφιος Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
Eίναι   μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης από το 2003. Παρακολούθησε σεμινάρια του Φωτογραφικού Κύκλου το 1996.

Έχει κάνει ατομικές  εκθέσεις, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι, στη Χαιδελβέργη, στη Βουδαπέστη, στην Μακρινίτσα, στην  Ερμούπολη, στη Θήρα, στη Σάμο και στον Πειραιά.
Έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις διεθνείς και πανελλήνιες στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη, στο Άμστερνταμ, στη  Ρόδο, στην Κω, στη Σάμο, στο  Βόλο, στα Τρίκαλα στη Λευκάδα,   στη Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης, στην Ξάνθη, στο Λαύκο και στην Μακρινίτσα Πηλίου, στην Κυπαρίσσια και στην Ερμουπόλη.

Ο φωτογράφος αναφέρει:
«Από μικρός μου άρεσε  να ταξιδεύω, κατοίκησα στην Μύκονο τη δεκαετία του 90. Γοητεύθηκα από το χρώμα της και το δυναμισμό της.  

Από την φωτογραφική μου αρχή φωτογραφίζω πόλεις τη νύχτα και τη μέρα. Η νυκτερινή ατμόσφαιρα, το βραδινό φως έχει μοναδική γοητεία όμως και το φως της μέρας στον ασπρόμαυρο δέκτη είναι διαφορετικό.

Όταν φωτογραφίζω επιθυμώ να εντάσσω στο βάθος του πλάνου να εντάσσω άλλα στοιχεία, πρόσωπα και καταστάσεις.

Παράλληλα οι άνθρωποι στην πόλη τη μέρα έχουν μοναδικές εικαστικές στιγμές. Βγαίνω να φωτογραφίσω και νιώθω γοητευμένος. Η ανάδειξη του θέματος μέσω του βραδινού και απογευματινού φωτός αποτελεί τον ύψιστο φωτογραφικό μου στόχο..»

Ο Μίλτος Φραγκόπουλος αναλύει:
«Παράλλαξη, όπως μας λέει το λεξικό, είναι «η μετατόπιση ή η διαφορά στην φαινομενική θέση ενός αντικειμένου που παρατηρείται από δύο διαφορετικούς άξονες θέασης». Συνήθως αναφέρεται στην παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων.

Στην καθημερινότητά μας θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παράλλαξη προκύπτει όταν ένας δεύτερος θεατής εισέρχεται στο πεδίο που καλύπτει η ματιά μας. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν – για να αναφερθούμε σ’ ένα διάσημο φιλοσοφικό παράδειγμα – είμαι μόνος μου στο πάρκο και απολαμβάνω τη θέα ως ο παντεπόπτης οφθαλμός, μέχρι που εμφανίζεται ένας παρείσακτος και, αίφνης, γίνομαι εγώ το αντικείμενο της ματιάς κάποιου άλλου: ο παρατηρητής τώρα είναι παρατηρούμενος. Η όλη εμπειρία της θέασης τροποποιείται – ή, πιο σωστά, παραλλάσσεται.  

Στις φωτογραφίες του Προκοπίου ο παρείσακτος συχνά εμφανίζεται ως ένας τρίτος (ένας διαβάτης, μια γάτα, ένα απρόσμενο αντικείμενο, κάποιοι γλεντζέδες, ή ένας νοερός διάσημος συνάδελφος προς τον οποίον απευθύνεται ένα νεύμα) που μετατοπίζει το ενδιαφέρον μας από την αρχική, συμβατική σκηνοθεσία των συνθέσεών του. Η διαδικασία απο-οικειοποίησης εξάπτει πάντα το ενδιαφέρον, γιατί, όπως συμβαίνει και με την παράλλαξη, κατά κανόνα προσθέτει βάθος σ’ εκείνο που αντιλαμβανόμαστε.

Οποιαδήποτε έκθεση φωτογραφίας στη μέση του Αιγαίου στο μέσο της τουριστικής περιόδου διατρέχει τον κίνδυνο να πει μια ιστορία χιλιοειπωμένη, να επαναλάβει κάτι που έχει υπερεκτεθεί και καταστεί τετριμμένο. Η θάλασσα, ο ουρανός, ο ήλιος, οι ξερές πλαγιές, τα μικρά λευκά σπιτάκια, το φως.

Εδώ είναι που χρειάζεται μια «σκουντιά» για να αρχίσει να ξετυλίγεται μια άλλη γραμμή θέασης. Και μια μόνο βιαστική ματιά σε τούτη τη μικρή γκαλερί αρκεί για να αντιληφθούμε ότι κάτι απρόσμενο πλάθεται εδώ. Αχνό, ομιχλώδες, το διαθλασμένο φως δεν λάμπει αλλά προσκαλεί. Καμιά ωραιοποίηση των καϊκιών στην θάλασσα, αλλά ούτε και μυθοποίηση. Κάποια δουλειά γίνεται εδώ ή ετοιμάζεται να ξεκινήσει, τίποτε περισσότερο τίποτε λιγότερο.

Παρόμοια και οι πιο συνειδητά σκηνοθετημένες φωτογραφίες, όπως της λυγερής ομορφιάς στην παραλία, μπορεί να παίζουν με τη μηντιακή εικόνα αλλά ποτέ δεν ταυτίζονται μ’ αυτήν. Κι είναι σε σημεία σαν κι αυτά που η δουλειά του Προκοπίου αποφεύγει το τετριμμένο και το προβλέψιμο.

Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να φανεί ότι η μετατόπιση δεν έχει γίνει μόνο στο χώρο αλλά και στο χρόνο, σα να ταξίδεψε ο φωτογράφος στο Παρίσι και στο Λονδίνο – δυο από τις πιο σημαντικές μεγαλουπόλεις του πολιτισμού μας – για να καταγράψει δυο σπουδαία ορόσημα, το Μπιγκ Μπεν και τη Μονμάρτη, σε κάποιο παρελθόντα χρόνο ανακαλώντας, εκ πρώτης όψεως και μόνο στιγμιαία, κάτι από τα σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας τους: τους βομβαρδισμούς του Β΄ παγκόσμιου πόλεμου και την εποχή της Μποέμ.

Μόνο στιγμιαία: κι αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό τούτης της δουλειάς, καθώς υπάρχει κάτι περισσότερο από εκείνο που βλέπουμε σε πρώτη ματιά. Διαρκώς ανακαλύπτουμε πράγματα, συμβάντα, σχηματισμούς και «παρείσακτους» καθώς κάτι μας ωθεί να κινηθούμε, με πανοραμική και ζούμε μέσα στο χώρο της εικόνας (που αποτελεί μια πολύ γνωστή μέθοδο για τη δημιουργία του εφφέ της παράλλαξης σε μια φωτογραφία) για να παραλάβουμε μια περαιτέρω αίσθηση βάθους και νοήματος.

Κι αυτό συμβαίνει ακόμα και στις συνθέσεις που δεν διεκδικούν πρωτοτυπία, όπως εκείνες με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και σχήματα, που μας ξαναφέρνουν εκεί που βρισκόμαστε: στη μέση του Αιγαίου – αλλά όχι ακριβώς. Κοιτάξτε τον ανεμόμυλο και θα δείτε ένα χειμέριο φως.»