Πώς πρέπει να διοικείται μία χώρα

Το ζήτημα της διακυβέρνησης μιας χώρας απασχόλησε την κοινωνία από τις πρώτες μορφές της κοινής διαβίωσης. Αναγνωρίστηκε ότι πρέπει να υπάρχουν κανόνες, οι οποίοι προοδευτικά πήραν τη μορφή θεσμών.

Ο Αριστοτέλης καθιέρωσε ως θεσμούς τη Νομοθετική εξουσία, την Εκτελεστική εξουσία και τη Δικαστική εξουσία. Δηλαδή, ο ένας θεσμός θα «θέτει» τους νόμους (Νομοθετική εξουσία), ο άλλος θεσμός θα εφαρμόζει αυτούς τους νόμους (θα «εκτελεί» ό,τι θεσπίστηκε – Εκτελεστική εξουσία) και ο τρίτος θα κρίνει αν αυτή η εφαρμογή των νόμων έγινε σωστά (Δικαστική εξουσία).

Αυτή η διάκριση των εξουσιών είναι και η βασική προϋπόθεση της Δημοκρατίας.
Από τον Αριστοτέλη πήγαμε στο Μοντεσκιέ (Montesquieu) και σιγά-σιγά η Ευρώπη και τα περισσότερα κράτη του κόσμου υιοθέτησαν αυτή τη διάκριση των εξουσιών.

Ας κάνουμε τώρα μια μικρή ιστορική αναδρομή στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος.
Η λεγόμενη Μεσσηνιακή Γερουσία ή Μεσσηνιακή Σύγκλητος ήταν η πρώτη μορφή κεντρικής Διοίκησης των επαναστατημένων Ελλήνων που συγκροτήθηκε με την έναρξη της Επανάστασης του 1821. Συνέχεια αυτής ήταν η Πελοποννησιακή Γερουσία. Αμέσως με τη συγκρότησή της (την ίδια μέρα) συνέταξε την περίφημη «προειδοποίησιν εις τας Ευρωπαϊκάς αυλάς..» σε μορφή προκήρυξης, την οποία υπέβαλε σε όλες τις βασιλικές αυλές της Ευρώπης.

Η παραπάνω «προειδοποίησις» της Μεσσηνιακής Γερουσίας ήταν ιστορικά το πρώτο πολιτικό αλλά και διπλωματικό έγγραφο των επαναστατημένων Ελλήνων προς τις μεγάλες Δυνάμεις.
Η σημασία της κρίνεται σπουδαία από το γεγονός ότι καθιστούσε γνωστό όχι μόνο την έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία, αλλά κυρίως την ύπαρξη ενός λαού με καθαρή εθνική συνείδηση, των Νεοελλήνων, που μέχρι τότε ήταν άγνωστος στα ευρωπαϊκά δρώμενα της εποχής.

Το πρωτότυπο κείμενο του εγγράφου αυτού σώζεται στα αρχεία του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office) και υπογράφεται:
1821 Μαρτίου 23, εν Καλαμάτα.
Εκ του Σπαρτιατικού Στρατοπέδου
Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης,
Αρχιστράτηγος Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού.

Το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα ψηφίστηκε από την Α΄Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822. Το Σύνταγμα «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» προέβλεπε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η «Διοίκησις» αποτελείτο από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», δύο συλλογικά όργανα με ενιαύσια θητεία, τα οποία ισοσταθμίζονταν στη νομοπαραγωγική διαδικασία, ενώ το «Δικαστικόν» ήταν ενδεκαμελές και ανεξάρτητο από «τας άλλας δύο δυνάμεις».

Έκτοτε σε όλα τα Συντάγματα που επακολούθησαν προβλεπόταν η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. (Β΄Εθνοσυνέλευση, Άστρος Κυνουρίας, 1823 – Γ ΄Εθνοσυνέλευση, Τροιζήνα.1827 – Εθνική Συνέλευση, 1844, το πρώτο Σύνταγμα του ανεξάρτητου, από το 1830, Ελληνικού Κράτους, το Σύνταγμα του 1864.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από τη Β΄Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος και ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου». Ήταν νομοτεχνικώς αρτιότερο και καθιέρωνε ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής.

Το σημαντικότερο των Συνταγμάτων της Επανάστασης ψηφίστηκε στην Τροιζήνα το Μάιο του 1827 από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση η οποία αποφάσισε ότι πρέπει «η νομοτελεστική εξουσία να παραδοθεί εις ένα και μόνον». Κατόπιν με ψήφισμά της εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος» για επτά χρόνια και ψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο για πρώτη φορά διακήρυττε την αρχή της εθνικής κυριαρχίας: «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Ακόμη καθιέρωνε ρητά τη διάκριση των εξουσιών, ανέθετε στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, τη Βουλή. Αυτή η Βουλή, με ψήφισμά της, ύστερα από εισήγηση του Καποδίστρια, ανέστειλε τη λειτουργία της και του Συντάγματος και στη θέση τους ιδρύθηκε το «Πανελλήνιον» και αργότερα η Γερουσία, συμβουλευτικά όργανα, τα οποία μετείχαν «μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων της Κυβερνήσεως».

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια καταλήξαμε   στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα. Το απολυταρχικό πολίτευμα της μοναρχίας, τελείως αντίθετο με τη φιλελεύθερη  ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων, οδήγησε στην επανάσταση του Καλλέργη (3 Σεπτεμβρίου 1843). Μετά την επανάσταση συγκλήθηκε Εθνική Συνέλευση, η οποία ψήφισε, το επόμενο έτος, Σύνταγμα, που ήταν και το πρώτο του ανεξάρτητου, από το 1830, Ελληνικού κράτους.

Το Σύνταγμα του 1844 καθιέρωνε την κληρονομική συνταγματική μοναρχία, με κυρίαρχο όργανο του κράτους το Μονάρχη. Ο ανώτατος άρχων ασκούσε την εκτελεστική εξουσία «δια των υπουργών του», τη νομοθετική από κοινού με την εκλεγμένη Βουλή και τη διορισμένη Γερουσία και, τέλος, τη δικαστική, η οποία πήγαζε από εκείνον, «δια των δικαστηρίων». Καθιέρωνε επίσης την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, την ευθύνη των υπουργών για τις πράξεις του μονάρχη, ο οποίος τους διόριζε και τους έπαυε.

Οι απολυταρχικές τάσεις του Όθωνα και η «Βαυαροκρατία» οδήγησαν στην έκπτωση και έξωση του Όθωνα τον Οκτώβριο του 1862, στην κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας και τη μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας με μονάρχη ,πλέον, τον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο- Χριστιανό- Γουλιέλμο, ο οποίος ορκίστηκε τον Οκτώβριο του 1863 ως Γεώργιος Α΄ «Βασιλεύς των Ελλήνων».

Το Σύνταγμα του 1864 επανέφερε την αρχή της εθνικής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το Έθνος, ο ελληνικός λαός και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Όμως από το 1875, χάρη στο πολιτικό κύρος του Χαρίλαου Τρικούπη, καθιερώθηκε η αρχή της Δεδηλωμένης, δηλαδή ο βασιλιάς είχε υποχρέωση να αναθέτει την εξουσία στο κόμμα που είχε την πλειοψηφία, τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της βουλής.

Μετά την επανάσταση των αξιωματικών το 1909 στου Γουδή και την άνοδο του Ε. Βενιζέλου στην εξουσία, η Βουλή, το 1911, προχώρησε στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Το νέο Σύνταγμα δεν έκανε αλλαγές στο πολίτευμα, όμως εκσυγχρονίστηκαν οι θεσμοί, αναβαθμίστηκε ο ρόλος της βουλής, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, επανιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας και ανατέθηκε ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών σε ειδικό δικαστήριο, το Εκλογοδικείο, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά η υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

Ο εθνικός διχασμός στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η μικρασιατική καταστροφή και η έλευση των προσφυγικών ελληνικών πληθυσμών, οδήγησαν στην επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1922 και, τελικώς, στην εγκαθίδρυση αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την αποφασιστική συμβολή του Αλ. Παπαναστασίου η «Δ΄ εν Αθήναις Συντακτική Συνέλευσις» κατήργησε την 25η Μαρτίου 1924 το βασιλικό θεσμό και ανακήρυξε την αβασίλευτη δημοκρατία.

Ακολούθησαν οι δικτατορίες Παγκάλου (1925) και Κονδύλη (1926) και τελικά η αβασίλευτη δημοκρατία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1927. Σ’ αυτό προβλεπόταν ο θεσμός του αιρετού ανώτατου άρχοντα, ο οποίος εκλεγόταν από δύο πλέον νομοθετικά Σώματα, τη Βουλή και τη Γερουσία, για πενταετή θητεία. Ο ανώτατος  άρχοντας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήταν πολιτικώς ανεύθυνος, δεν μετείχε στη νομοθετική λειτουργία, μπορούσε να διαλύσει τη Βουλή μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας και κατείχε το δικαίωμα έκδοσης νομοθετικών διαταγμάτων προσωρινής ισχύος.

Η δεύτερη δικτατορία Κονδύλη, η δικτατορία Μεταξά, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κομμουνιστική ανταρσία και ο εμφύλιος πόλεμος, μετέβαλαν τις κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες και οδήγησαν στο Σύνταγμα του 1952. Βασικές καινοτομίες του ήσαν η ρητή καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού σε καθεστώς “βασιλευόμενης δημοκρατίας” και η κατοχύρωση για πρώτη φορά στις Ελληνίδες του δικαιώματος ψήφου και υποβολής υποψηφιότητας για το βουλευτικό αξίωμα.

Η στρατιωτική δικτατορία (1967 – 1974) ψήφισε δύο συνταγματικά κείμενα, το 1968 και το 1973, εκ των οποίων μάλιστα το τελευταίο προέβλεπε την αβασίλευτη μορφή του πολιτεύματος.
Μετά τη μεταπολίτευση ψηφίστηκε το Σύνταγμα του 1975 το οποίο εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και  παραχωρούσε σημαντικές εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίες του επέτρεπαν να παρεμβαίνει αποφασιστικώς στη ρύθμιση της πολιτικής ζωής, ώστε να υπάρχει κάποια ισορροπία μεταξύ Νομοθετικής και Εκτελεστικής εξουσίας.

Το Μάρτιο του 1986 έγινε η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 με την οποία οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας καταργήθηκαν. Στην ουσία πλέον όλες οι αρμοδιότητες ασκούνται από την Εκτελεστική εξουσία την οποία ελέγχει ο Πρωθυπουργός.
Οι δύο επόμενες αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975 (2001 και 2008) δεν μετέβαλαν τη μορφή του πολιτεύματος.

Απλώς παγίωσαν το ανεύθυνο του εκλεγόμενου από τη Βουλή Προέδρου της Δημοκρατίας, τον οποίο ανήγαγαν σε σύμβολο ενότητας του Έθνους, χωρίς καμία ουσιαστική εξουσία. ( Θυμηθείτε την απάντηση  του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας στο αίτημα αρχηγού πολιτικού Κόμματος να συγκαλέσει το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών, που ακούστηκε live στην τηλεόραση: «Πείτε στον κ. Πρωθυπουργό να μου ζητήσει να το συγκαλέσω»! Ήταν σαν να έλεγε πείτε του να με διατάξει να το κάνω, γιατί εγώ δεν έχω καμιά εξουσία.)

Έτσι καταφέραμε ώστε αυτή η περιβόητη διάκριση των εξουσιών, που από την αρχή της επανάστασης του 1821 αναφερόταν σε όλα τα Συντάγματα, που θεωρήθηκε  εδώ και χιλιάδες χρόνια, ως βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας, σήμερα να μην έχει εφαρμογή στη χώρα μας που περηφανεύεται ότι γέννησε τη Δημοκρατία!

Στην ουσία η Εκτελεστική εξουσία έχει απορροφήσει πλήρως τη Νομοθετική. Ο αρχηγός της Εκτελεστικής εξουσίας (Πρωθυπουργός) διορίζει τον αρχηγό της Νομοθετικής εξουσίας, που είναι ο Πρόεδρος της Βουλής και θεωρείται ο δεύτερος Πυλώνας της Δημοκρατίας. Στην Ελλάδα μόνο η Εκτελεστική εξουσία νομοθετεί! Ναι, θεωρητικά, προτάσεις νόμων μπορεί να κάνει και η αντιπολίτευση και οι βουλευτές.

Βρείτε μου όμως ένα νόμο που τον ψήφισε η Βουλή και τον οποίο νόμο να τον πρότεινε η αντιπολίτευση. Δε θα βρείτε ούτε έναν. Η πλειοψηφία που έχει η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία (Κυβέρνηση) στη βουλή, εκτείνεται βέβαια και σε όλα τα θέματα, στις Επιτροπές της Βουλής κλπ. Έτσι η νομοθετική  εξουσία (Βουλή) είναι πλέον υποταγμένη πλήρως στην εκτελεστική εξουσία (Κυβέρνηση).

Περαιτέρω η Εκτελεστική εξουσία επιλέγει την ηγεσία της Δικαστικής εξουσίας, που είναι ο τρίτος Πυλώνας της Δημοκρατίας. Οι Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος και Ελεγκτικό Συνέδριο) επιλέγονται από το Υπουργικό Συμβούλιο μεταξύ των εν ενεργεία μελών του κάθε Ανώτατου Δικαστηρίου. Πολλές φορές ο επιλεγόμενος δεν είναι ο πρώτος στην ιεραρχία των δικαστών. Γίνεται, όπως λένε, «βουτιά» στην επετηρίδα για να βρεθεί ο πιο «κατάλληλος». Και, τι σύμπτωση, πάντοτε ο «καταλληλότερος» τυχαίνει να είναι φίλα προσκείμενος στο κόμμα που τον διόρισε! Βλέπετε, αυτό το «προσόν» βαρύνει πολύ περισσότερο από όλα τα άλλα στην αξιολόγηση της Εκτελεστικής εξουσίας.

Οι χώρες που έχουν Προεδρική και όχι Προεδρευόμενη Δημοκρατία (π.χ. Κύπρος) έχουν λιγότερα προβλήματα. Παράδειγμα: Ας πούμε ότι το έτος 2000 γίνονται βουλευτικές εκλογές και αναδεικνύεται ο αριθμός των βουλευτών της Βουλής, που απαρτίζουν τη Νομοθετική εξουσία. Έργο τους, η ψήφιση των νόμων.

Σε δύο χρόνια, το 2002, θα γίνουν οι προεδρικές εκλογές, δηλαδή η εκλογή ενός προσώπου, του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιλέγει, κατά την κρίση του, πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ικανότητος, τα οποία δεν είναι βουλευτές της εκλεγμένης Βουλής και τα διορίζει ως υπουργούς της Κυβέρνησής του. Αυτή είναι η Εκτελεστική εξουσία και έργο της είναι να κυβερνήσει σύμφωνα με τους νόμους που ψήφισε η Νομοθετική εξουσία.

Το γεγονός ότι οι δύο εκλογές αφίστανται κατά δύο έτη, καλύπτει την ανάγκη, ώστε οι ψηφοφόροι (το εκλογικό σώμα) να μην επηρεάζονται από το ίδιο πολιτικό κλίμα μιας χρονικής στιγμής, πράγμα που βοηθάει περαιτέρω τους διακριτούς ρόλους των δύο εξουσιών.

Ήδη επίκειται στη χώρα μας αναθεώρηση του Συντάγματος. Φοβάμαι ότι και πάλι ο πολιτικός κόσμος θα λειτουργήσει «κομματικά» και «συντεχνιακά»! Δε βλέπω να ενδιαφέρεται κανείς άλλος!
Πού είναι οι φωνές οι «πλάστρες» που λέει ο Παλαμάς; Πού είναι οι Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και οι Ακαδημαϊκοί; Πού είναι οι δικηγορικοί Σύλλογοι; Πού είναι οι Δικαστικές Ενώσεις; Πού είναι όλος ο νομικός και πνευματικός κόσμος;

Έχετε δει να διοργανώνονται Ημερίδες; Να γίνονται διαλέξεις και προτάσεις; Να ασχολούνται τα Κανάλια; Να εξετάζονται όλες οι απόψεις, με γνώμονα τη δημιουργία θεσμών και την ισορροπία των εξουσιών;

Έχουμε υποστεί «κριτική νωθρεία», δηλαδή χάσαμε την ικανότητα να κρίνουμε αυτά που μας λένε κι έτσι οδηγηθήκαμε στην αποχαύνωση. Αυτή είναι η νέα κολλητική και εκφυλιστική αρρώστια της εποχής μας. Ζούμε στο νέο κοινωνικό σύστημα του «υπαρκτού εγωκεντρισμού». Ο καθένας προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στην οικονομική κρίσι όπως μπορεί. Αισθάνεται φόβο, ανησυχία και ανασφάλεια από την έλλειψη της προστασίας των θεσμών και των δομών του κράτους. Αυτή η σύγχυση, η υποκρισία και το ψέμα τρέφουν τον ωχαδερφισμό.

Όταν απελπίζεσαι καταλήγεις σε εκείνο που γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: « Ο νόμος ητόνισεν, αργεί το Ευαγγέλιον…πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει».

Α.Κ.