Οι πανηγυριστές και  το πανηγύρι του Αγίου Σουλά

Τα καραβάνια των πανηγυριστών ξεκινούσαν από τα πιο μακρινά σημεία του νησιού για να φτάσουν στον Άγιο Σουλά, το δεύτερο μεγαλύτερο πανηγύρι της Ρόδου μετά την Παναγία της Κρεμαστής και το πρώτο από πλευράς παραστάσεων και ενδιαφέροντος.

Η ιστορία του γράφετε από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Το 1891 μάλιστα Γερμανός αρχαιολόγος το θαύμασε και το ταύτισε με τα πανηγύρια των αρχαίων Ελλήνων, ενώ άνθισε επί ιταλικής κατοχής και ενισχύθηκε από τον Ιταλό διοικητή Μάριο Λάγκο ο οποίος ήταν αυτός που συνέλαβε την ιδέα των ιπποδρομιών για να το λαμπρύνει περισσότερο.

Ο κ. Μανόλης Διακοσταυριανός, στα 90 του χρόνια σήμερα, θυμάται ως παιδιά στη Σορωνή να περιμένουν το λεωφορείο να περάσει, γεμάτο από τις στάσεις του στα προηγούμενα χωριά. Το λεωφορείο φορτωμένο, κι αγκομαχώντας να μη σταματά και τα παιδιά να βάζουν μπροστά του κορμούς δέντρων για να μην μπορεί να περάσει αν δεν τα πάρει μαζί του για τα επόμενα τέσσερα χιλιόμετρα.

Τότε που οι άνθρωποι πλαγιάζανε δυό-τρία βράδια εκεί, πριν φτιαχτούν οι καλύβες τα επόμενα χρόνια, έξω στην ύπαιθρο, στα χρόνια της αθωότητας που οι πανηγυριστές διαγωνίζονταν στη σούστα και στα ερωτικά δίστιχα προς τη λατρευτήν της καρδιάς τους, κι έτσι περνούσε ο καιρός.
Το βιβλίο του δασκάλου Εμμανουήλ Χατζηκυριαζή, εκδοθέν το 1934 αποτελεί ντοκουμέντο και από αυτό πάρθηκαν τα στοιχεία που ακολουθούν.

 

Το εκκλησάκιΤο εκκλησάκι


Τέσσερα χιλιόμετρα νότια του χωριού Σορωνής, βρίσκεται το ξωκλήσι του Αγίου Σουλά το οποίο πήρε αυτό το όνομα γιατί είναι οικοδομημένο επ΄ονόματι του Αγίου Σύλα, του αχώριστου συνοδοιπόρου του Αποστόλου Παύλου.

Στο βιβλίο, που έγραψε το 1934 ο δάσκαλος από τη Σορωνή, Εμμανουήλ Χατζηκυριαζής, αναφέρεται ότι «εντός του ναΐσκου και έναντι της εισόδου του, υπάρχει πηγή ύδατος εντός τεχνητού σπηλαίου, της οποίας το ύδωρ λαμβάνουσιν οι προσκυνηταί ως αγίασμα, μετά τη Θείαν Λειτουργίαν και το οποίον θαυματουργεί, θεραπεύον τα διάφορα δερματικά νοσήματα και ιδίως την ψώραν».

Στο ναΐσκο, που γιορτάζει στις 30 Ιουλίου, κατά την Ιταλική περίοδο προσέρχοντο χιλιάδες προσκυνητές, απ΄ όλο το νησί, αλλά και από τα γύρω νησιά. Το πανηγύρι αυτό ήταν το δεύτερο κατά τον πληθυσμό πανηγύρι του νησιού και την πρώτη θέση μέχρι τότε κατείχε το πανηγύρι της Παναγίας στην Κρεμαστή. Ωστόσο όπως διευκρινίζει ο δάσκαλος Χατζηκυριαζής, το πανηγύρι του Αγίου Σουλά ήταν το πρώτο κατά χάριν και παραστατικότητα, διότι ήταν μια αληθής αναπαράστασις ή μάλλον συνέχεια των προγονικών μας εορτών και πανηγύρεων.

Οι προσκυνητές έβρισκαν ευχάριστη απόλαυση την οποία τους παρείχε το δροσερό δάσος περί τον ναΐσκο, και οι πολλές ευκολίες και περιποιήσεις τις οποίες παρείχε στους προσκυνητές η Κοινότης Σορωνής, όπως για παράδειγμα καύσιμον ύλη, φωτισμό κ.ά., αλλά και κάποιο αίσθημα ανταγωνισμού μεταξύ των προσκυνητών των διαφόρων κοινοτήτων και από την άλλη μία ευγενής άμιλλα μεταξύ αυτών που προέρχοντο από την περιοχή.

Όταν κατά το έτος 1891 ο αρχαιολόγος, Γερμανός βαρώνος Hiller von gaertringen, το παρακολούθησε, με ενθουσιασμό είπε: «Ιδού πανήγυρις, έλκουσα την ύπαρξή της εκ των αρχαίων χρόνων. Μήπως το έθιμο των οπτών κρεάτων δεν έχει την αρχήν του εκ του τοιούτου εθίμου κατά τας θυσίας των αρχαίων;». Και ήταν φυσικό να το πει αφού τίποτα δε γινόταν στο πανηγύρι του Αγίου Σουλά το οποίο να μη γινόταν στα πανηγύρια των αρχαίων.

Οι Προετοιμασίες
Δέκα μέρες πριν το πανηγύρι, οι Επίτροποι της εκκλησίας καταγίνονταν με διάφορες προετοιμασίες. Καθάριζαν το γύρω χώρο από τις πευκοβελόνες, προσκόμιζαν τα αναγκαία κάρβουνα καθώς και σούβλες για την παρασκευή των οβελίων κρεάτων. Από το πρωί της προπαραμονής στις 28 Ιουλίου, προσέρχοντο οι σφαγείς, οι πωληταί διαφόρων γλυκισμάτων, ποτών, οπωρών…

«Τα ζαχαρωτά και τα στραγάλια, έκαναν αρκετή κατανάλωση, τα δροσάπιδα, προκλητικά μέσα στα κοφίνια προκαλούσαν τα σάλια των διψάντων ή τα κρέατα που αγόραζε ο καθένας για να ετοιμάσει τη σούβλα…», έγραφε το 1939 ο Αναστάσιος Βρόντης.

Από το πρωί της προπαραμονής έρχονταν και οι μετερχόμενοι διάφορα τυχερά παίγνια (λοτταρίας) και άπαντες κατελάμβαναν τις ορισμένες θέσεις τους. Το πρωί της παραμονής 29 Ιουλίου, ξεκινούσε η αθρόα προσέλευσις των πανηγυριστών με όλα τα μέσα: κάρα, ποδήλατα, ίππους, ημιόνους και οδοιπορικώς. Οι δυό-τρεις δρόμοι που οδηγούσαν στο πανηγύρι ήταν μία πολυποίκιλος ταινία διαβαινόντων.

Το 1939 ήταν η πρώτη χρονιά που προστέθηκαν τα αυτοκίνητα προς έκπληξιν των χωρικών που τα έβλεπαν ως παράξενα εφευρήματα. Οι πανηγυριστές που έφθαναν ως πρώτο μέλημα είχαν να διαλέξουν πού θα μείνουν γιατί δε θα ήταν μόνο για μία νύχτα. Φρόντιζαν δε οι εκ του αυτού χωρίου όντες, να βρίσκονται πλησίον. Από μακριά φαίνονταν οι ενδυμασίες που παρέπεμπαν στο κάθε χωριό. Στη συνέχεια έμπαιναν να προσκυνήσουν τον Άγιο.

Πολλά χρόνια πριν τη συγγραφή του βιβλίου το 1934, ο δάσκαλος Εμμανουήλ Χατζηκυριαζής γράφει ότι προκηρύσσονταν αθλητικοί παρωδιακοί αγώνες και για το λόγο αυτό δημιουργήθηκε ο αθλητικός Σύλλογος Σορωνής ο «Ευκλής», ο οποίος το 1934 είχε διαλυθεί, αλλά ο συγγραφέας εξέφραζε την ελπίδα της επανασύστασής του, κάτι που έγινε στη συνέχεια.
 

Οι καλύβες, που φτιάχτηκαν τα επόμενα χρόνια από τους πανηγυριστέςΟι καλύβες, που φτιάχτηκαν τα επόμενα χρόνια από τους πανηγυριστές


Ο διοικητής της Ρόδου Μάριο Λάγκο
Όταν επισκέφτηκε το πανηγύρι ο Ιταλός διοικητής της Ρόδου Μάριο Λάγκο, ζήτησε τη χημική ανάλυση του ύδατος της πηγής και όταν διαπίστωσε ότι περιέχοντο συστατικά συμβάλλοντα εις την υγεία όσων το έπιναν, κατασκεύασε υπόγειον δεξαμενήν, λίγα μέτρα από το ναΐσκο και βρύση.

Ο Λάγκο είναι αυτός που συνέλαβε την ιδέα «να λαμπρύνει την πανήγυριν και κατασκεύασε ευρύτατον ιππόδρομον και συνέστησεν ιπποδρομίας δι ίππους και όνους εγχωρίους (μικρόσωμους) που γίνονταν την παραμονή του πανηγυριού με χρηματικές αμοιβές για τους νικητές και τιμητικήν σημαία για τον πρώτο ελθόντα.

Οι αγώνες
Η προκήρυξη των αγώνων των ιπποδρομιών και ονοδρομιών γινόταν από τις αρχές Ιουλίου, οι δε μετέχοντες τους αγώνες δέκα μέρες πριν ξεκινούσαν να μεταβαίνουν και να προπονούνται στο στάδιο. Στις 29 Ιουλίου οι μέλλοντες να αγωνισθώσι προσέρχοντο πολύ πρωί, ενδεδυμένοι δι εγχωρίου αμφιέσεως (βράκες) και παρουσιάζονταν στην Επιτροπή. Το μεσημέρι έφθανε και ο Μάριο Λάγκο για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Με το πέρας των αγώνων ο Λάγκο μετά των λοιπών επισήμων, μετέβαιναν στο ναό όπου εψάλετο παράκκλησις και μετά οι Επίτροποι προσέφεραν αναψυκτικά.

Μετά την πάροδο λίγων λεπτών ξεκινούσε ο διαγωνισμός σούστας. Κάθε ομάδα αποτελείτο από χορευτές και χορεύτριες της ίδιας κοινότητας. Μετά το πέρας του αγωνίσματος του χορού ο Λάγκο καλούσε κατά σειράν τους νικητές όλων των αγωνισμάτων σύμφωνα με την Επιτροπή και τους έδινε αμοιβές ενώ ο κόσμος χειροκροτούσε.  

Οι επίσημοι έφευγαν, αλλά οι πανηγυριστές καθ΄ όλη τη νύχτα επιδίδοντο εις εστιάσεις και διάφορους χορούς και προ παντός εις τη σούσταν όπου οι χορευτές ανέπτυσσαν μεταξύ τους «αγών πολυπείσμων», αν και οι νικητές του αγώνα αυτού δεν είχαν υλικήν αλλά ηθικήν αμοιβήν.
 

Οι ιπποδρομίεςΟι ιπποδρομίες


Ο αγώνας των τραγουδιών
Οι χορευτές από τα διάφορα χωριά με δίστιχα τραγούδια εξέφραζαν προς τη λατρευτή της καρδιάς τους τον προς αυτήν αγνόν και πιστόν έρωτά τους.   Το πρωί οι πανηγυριστές μετά τη Θεία Λειτουργία, ετοίμαζαν τα ψητά κρέατα, έτρωγαν και έφευγαν είτε προς τη Σορωνή είτε προς την Κατταβιά απ΄ όπου προέρχονταν είτε προς τα κοντινά νησιά.