Η προδοσία της Ρόδου και η ηρωίδα Αναστασία

Η μελέτη της ιστορίας της Ρόδου από τον αείμνηστο Χριστόδουλο Ι. Παπαχριστοδούλου, φιλόλογο και καθηγητή ξεκίνησε από τα νεανικά του χρόνια μέχρι το πέρας της ζωής του. Εργάστηκε εντατικά γι αυτό και παρουσίασε μελέτες οι οποίες χωρίστηκαν σε τρία μέρη: στην Αρχαία, τη Μεσαιωνική και τη Νεώτερη εποχή της Ρόδου.
Ο Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου, εξαντλώντας τις άμεσες πηγές αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων που αναφέρουν τη Ρόδο καθώς και τους Βυζαντινούς που γράφουν για θέματα της εποχής τους ή και παλαιότερα που αφορούν τη Ρόδο έριξε φως στην ιστορία των 2.500 χρόνων της. Πάνω του «πατάνε» οι νεώτεροι που παρουσιάζουν βιβλία και κείμενα για αυτό σήμερα το υλικό είναι δικό του, αυθεντικό από το βιβλίο του «Ιστορία της Ρόδου» που επανεκδόθηκε το 1994 διορθωμένο  και συμπληρωμένο από τον ίδιο τον αείμνηστο γυμνασιάρχη.
Η προδοσία της Ρόδου μέσα από το Κάστρο, από τον ιππότη που μισούσε το μεγάλο μάγιστρο, οι μήνες που εξάντλησαν το λαό και τέλειωσαν προμήθειες και πολεμοφόδια, η Αναστασία, μια γυναίκα εξέχουσας ομορφιάς που πολέμησε σαν άντρας τους Τούρκους, οι Ιππότες λίγο πριν αναχωρήσουν για τη Μάλτα και η Ρόδος βρεθεί για αιώνες κάτω από τον Τουρκικό ζυγό.


Οι τουρκικές πηγές λένε ότι όλοι οι αξιωματούχοι του Σουλτάνου τον παρακαλούσαν να σώσει τους πιστούς του Ισλάμ που πήγαιναν στη Μέκκα, τους εμπόρους και ταξιδιώτες, από τους πειρατές της Ρόδου, που προσκυνούν ένα είδωλο, του Σαν Τζιβάν, αντί του Θεού. Ο Σουλεϊμάν έκανε Συμβούλιο, στο οποίο οι πασάδες τόνισαν τις δυσκολίες της εκστρατείας προς τη Ρόδο, όμως ο Μουσταφά πασάς, γαμπρός του από αδελφή τον παρότρυνε, κι αποφασίζεται η επιχείρηση. Δε φεύγουν από το νου του οι φράσεις της διαθήκης του πατέρα του, του Σελήμ: «θα βασιλεύεις μεγάλος και ισχυρός, φτάνει να διώξεις τους Ιππότες από τη Ρόδο και να κυριεύσεις το Βελιγράδι». Έγινε το δεύτερο και ήθελε τώρα να πραγματοποιήσει και το πρώτο.
Στη Ρόδο, οι Ιππότες έκλεισαν το στόμιο του μεγάλου λιμανιού με χονδρές αλυσίδες, του δε Μαντρακιού με βύθιση παλαιών πλοίων γεμάτων από ογκόλιθους. Ο Σουλεϊμάν έστειλε επιστολή την 1η Ιουνίου 1522 ότι κηρύσσει τον πόλεμο, στην οποία τονίζει «Όσοι θέλουν να φύγουν, είναι ελεύθεροι να πάρουν και τα πράγματά τους, όσοι θέλουν να μείνουν, θα ζήσουν ελεύθερα, εάν δεν παραβούν τις διαταγές μου. Θα ανασκάψουμε τις τάφρους, θα σας πιάσουμε σκλάβους και θα σας βασανίσουμε όπως τόσους άλλους».

Κι έτσι αρχίζει η εκστρατεία
Πρώτοι τους είδαν να έρχονται από το στενό της Σύμης οι φρουροί του βουνού Προφήτης Ηλίας της Σαλάκου, κι ειδοποίησαν τις φρουρές. Στις 24 Ιουνίου αποβιβάστηκαν στην παραλία του φρουρίου Φάνες, κι έκαψαν τα σιτηρά της πεδιάδας. Την άλλη μέρα πέρασαν την παραλία της Βιλλανόβας (Παραδείσι), τα Τριάντα, πέρασαν στ΄ ανοικτά το ακρωτήρι της Αμμουδιάς, το Κούμπουρνου (Κρητικά) της πόλης Ρόδου, κι έφτασαν στο ακρωτήρι Βόδι και στις θέσεις Ιαματικό και Ρένη, της παραλίας Κοσκινού. Στις 26 τη νύχτα ενώθηκαν με το στόλο που ήταν στη Σύμη και το πρωί έπλευσαν στη Ρόδο. Φόβος και τρόμος επικράτησε στο λαό. Ήταν η μέρα της εορτής του Σώματος του Χριστού και γινόταν λιτανεία. Οι Ιππότες την τελείωσαν με τη συνηθισμένη μεγαλοπρέπεια και ησυχία, χωρίς να τη διακόψουν, κι έπειτα έτρεξαν όλοι στις θέσεις τους. Ο τουρκικός στόλος είχε 133 γαλέρες, άλλα μικρότερα βοηθητικά, σύνολο 400 πλοία, ο στρατός ήταν 200.000 άνδρες.

Ο Δούκας και οι Αρχές της Βενετίας δήλωσαν ότι δε μπορούν να βοηθήσουν  τους Ιππότες γιατί δεσμεύονται από Συνθήκες που έχουν υπογράψει με τους Τούρκους. Έπειτα, εξ αρχής δε συγχωρούσαν στο Τάγμα την εγκατάστασή του στη Ρόδο που ήθελαν να την εκμεταλλεύονται εμπορικά σαν και πρώτα. Απέναντι στο μεγάλο όγκο των Τουρκικών στρατευμάτων η Ρόδος είχε να αντιπαρατάξει 600 Ιππότες, 4.500 πολιτοφυλακή και 500 που ήρθαν από την Κρήτη. Βοηθούν όμως και οι Ροδίτες, χωρικοί και αστοί. Κάνουν διάφορες επισκευές στα τείχη, οι χωρικοί θερίζουν τα σιτηρά και μεταφέρουν την παραγωγή στο φρούριο, κόβουν τα δέντρα και κατεδαφίζουν κτήρια γύρω από την πόλη.
                        
 


Απόβαση των εχθρών, πολιορκία, σφοδρές επιθέσεις
Ο Τουρκικός στρατός βγήκε στη ξηρά, κι έπιασε κατάλληλες θέσεις. Η τακτοποίηση κράτησε αρκετές μέρες, γιατί δε βιάζονται, περιμένουν να ρθει κι ο ίδιος ο Σουλτάνος. Η απόβαση γίνεται από τις δύο παραλίες Τριάντα, κι Αφάντου. Από εκεί είχαν βγει κι οι δυνάμεις του Μεσίχ πασά, στην πολιορκία του 1480 την πρώτη φορά που οι Τούρκοι προσπάθησαν να πάρουν τη Ρόδο. Από εκεί βγήκε κι ο Δημήτριος στην πολιορκία του 305 π.Χ. Λιμάνι ασφαλέστερο για τους πολιορκητές δεν υπάρχει εκτός από τον όρμο Τριάντα. Από εκεί βγήκαν και τα Ιταλικά στρατεύματα το 1212. Παρατάχθηκαν γύρω   από το φρούριο και άρχισε ο βομβαρδισμός.
Στις 28 Ιουλίου έφθασε ο Σουλεϊμάν στη Ρόδο. Είχε έρθει από τη ξηρά, από την Κωνσταντινούπολη στο Μαρμαρά, κι από εκεί μπήκε σε πλοίο που το συνόδευαν 30 γαλέρες, βγήκε στη Ρόδο κι εστρατοπέδευσε 4 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη στο Κιζίλ Τεπέ, τον κόκκινο λόφο, πάνω από τη Φανερωμένη, στο οροπέδιο απέναντι στο Μόντε Σμιθ.

Απειθαρχία παρουσιάστηκε στο στρατόπεδο των Ιπποτών. Μερικοί στρατιώτες Ιταλοί θέλουν να φύγουν,  τους συγκράτησαν όμως και τους συγχώρεσαν. Τις επόμενες μέρες το φρούριο του Αη Νικόλα βομβαρδίζεται σφοδρά, πολλές μέρες με μεγάλα κανόνια, αλλά από μέσα απαντούν και σκοτώνουν πολλούς. Ρίχνουν κλαδιά στην τάφρο του φρουρίου και προσπαθούν ν΄ ανέβουν με σκάλες, η αντίσταση όμως είναι μεγάλη. Τους ρίχνουν λάδι ζεστό, κατράμι, πέτρες, σίδερα και τα πτώματα των εχθρών είναι τόσα πολλά ώστε τα μεταφέρουν  με κάρα. Ένα μήνα πολιορκία και οι Τούρκοι δεν έκαναν τίποτα. Προσπαθούν ν΄ ανοίξουν ρήγματα στο φρούριο. Ρίχνουν σάκους χώματα στην τάφρο και προσπαθούν ν΄ ανοίξουν υπόνομους, αλλά από το φρούριο τους χτυπούν.
Οι Ιππότες αποφάσισαν κι έκαναν μια έξοδο ορμητική, σκότωσαν πολλούς κι έπιασαν αιχμαλώτους, έπεσαν όμως πολλοί κι απ΄ αυτούς κι οι άλλοι γύρισαν πίσω. Ήταν μπαϊράμι κι οι Τούρκοι σταμάτησαν δυό μέρες για να γιορτάσουν. Οι Τούρκοι έκαναν υπόγειες διόδους, οι Ιππότες όμως έβαζαν νάρκες στα ανοίγματα, γίνονταν μεγάλες υπόγειες εκρήξεις με σοβαρές απώλειες των εχθρών. Οι Ιππότες συνέχιζαν τις επισκευές στις ρωγμές των φρουρίων. Οι νεκροί από πλευράς των Τούρκων ήταν χιλιάδες. Ο Σουλεϊμάν στην προσπάθειά του να εμψυχώσει τους στρατιώτες του τους υποσχόταν μεγάλες αμοιβές, κι αν πάρουν την πόλη θα τους επιτρέψει να κάνουν λεηλασίες.

Στις 24 Σεπτεμβρίου οι γενίτσαροι όρμησαν στη θέση του καταλύματος της Ισπανίας, ενώ μέρες χτυπούσαν τις άλλες θέσεις και βρήκαν μεγάλη αντίσταση. Έλληνες και Λατίνοι πολεμούν, ρίχνουν λάδι ζεστό, πέτρες μεγάλες, που τις βγάζουν από τους δρόμους. Παπάδες, γυναίκες παιδιά, βοηθούν στις εργασίες αυτές. Τα κανόνια ανοίγουν ρήγμα στο τείχος. Οι μάχες γίνονται πια σώμα με σώμα.
                         
Ο ηρωισμός της Αναστασίας
Στην κρίσιμη αυτή ώρα η ιστορία κάνει μνεία για μια Ελληνίδα, εξαίσιας ομορφιάς, σύζυγο του  Άγγλου πολεμιστή Κένσιγκτον, αρχηγού του τάγματος, ο οποίος υπερασπιζόταν τον προμαχώνα των Άγγλων στο κάστρο . Όταν είδε τον άντρα της σκοτωμένο να ξεψυχά μπροστά της, έτρεξε στο σπίτι, αγκάλιασε τα δυό παιδιά της, τα φίλησε, τάσφαξε και τάριξε στη φωτιά, για να μην τα πάρουν οι Τούρκοι. Φόρεσε μετά  τη στολή του αξιωματικού, έτρεξε στις επάλξεις, σκότωσε τον πρώτο Τούρκο που της επιτέθηκε, πλήγωσε άλλους, κι έπεσε στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας ηρωικά. Είναι η Αναστασία, η ηρωίδα της Ρόδου, από τα σπουδαιότερα παραδείγματα ηρωισμού γυναικών, που έχει να επιδείξει η αρχαία και νεώτερη ιστορία του Ελληνισμού.

Για την Αναστασία, γράφει με εγκωμιαστικά σχόλια ο Ιάκωβος Φοντάνος, και περιγράφουν επίσης το περιστατικό ο F. Piacenza, o Vertot και άλλοι παλαιότεροι και νεώτεροι συγγραφείς.
Η ελεύθερη Ρόδος ετίμησε την ηρωίδα της, ύστερα από την απελευθέρωση, για μνημόσυνο αιώνιο και παράδειγμα για μίμηση, με μια πινακίδα από πορσελάνη, εντοιχισμένη στην εξωτερική είσοδο του Καστέλλου, αριστερά. Η πινακίδα παριστάνει βιβλίο ανοιχτό, ακριβώς τη σελίδα που περιγράφει ο Φοντάνος το επεισόδιο, στη λατινική, κι απέναντι στα δεξιά είναι μία μετάφραση στη νεοελληνική.
Ο Piacenza, αναφέρει και μία άλλη Ελληνίδα, την Πάολα Βικτωρία, η οποία σκότωσε δύο γενίτσαρους και σκοτώθηκε κι η ίδια από τους εχθρούς. Αναφέρει επίσης και μία Τουρκάλα τη Φατιμέ, που τόλμησε μαζί με άλλους Τούρκους, που ζούσαν στη Ρόδο, να κάνουν μια οργάνωση για να φέρουν αντιπερισπασμό στον αγώνα των χριστιανών. Συνεννοούνταν ν΄ ανάψουν φωτιές στην πόλη ώστε να γίνει μια αναταραχή για να μείνουν αφύλακτα τα τείχη και να μπουν οι Τούρκοι. Ανακαλύφθηκε όμως η συνομωσία και τη θανάτωσαν μαζί με τους άλλους ενόχους.

Η προδοσία
Ο Σουλτάνος βλέποντας κάθε ελπίδα να χάνεται κυριεύεται πότε από μανία εναντίον των δικών του, διατάσσοντας τιμωρίες και πότε από κάτι σαν μελαγχολία, έχει αϋπνίες και σκέφτεται να λύσει την πολιορκία και να φύγει. Τον ενθαρρύνει όμως  ο φίλος του Ιμβραήμ και τα νέα, απροσδόκητα γεγονότα για να συνεχίσει τον αγώνα, πράγμα που θα του δώσει τη νίκη. Είναι η προδοσία του Αμαράλ.
Οι κατασκοπείες και οι προδοσίες βέβαια έπαιρναν κι έδιναν, πριν ακόμη γίνει η εκστρατεία. Ένας Εβραίος γιατρός, απεσταλμένος του πατέρα του Σουλεϊμάν ως κατάσκοπος, έμενε στη Ρόδο, κι εβαφτίστηκε. Με την πολιορκία πρόδιδε τα μυστικά ρίχνοντας γράμματα με βέλη. Τον έπιασαν όμως την ώρα που τάριχνε, τον βασάνισαν και τον εθανάτωσαν αφού ομολόγησε ότι ειδοποίησε τους Τούρκους να μη λύσουν την πολιορκία γιατί οι Ιππότες δεν έχουν πυρίτιδα και θα παραδοθούν. Αυτός τους ειδοποίησε να χτυπήσουν  το κωδωνοστάσιο τ  Άη Γιάννη. Και οι Τούρκοι που έμεναν στη Ρόδο προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους πολιορκητές. Ένας Αλβανός στρατιώτης λιποτάκτησε στο τουρκικό στρατόπεδο, κι έδωσε πληροφορίες για την κατάσταση στην πόλη.


Εκείνος όμως που έφερε το θανάσιμο χτύπημα στους χριστιανούς αγωνιστές και θεωρείται ο αίτιος της νίκης του Σουλεϊμάν είναι ο Πορτογάλος Ανδρέας d΄ Amaral,ηγούμενος της Καστίλλης, καγκελάριος του Τάγματος. Είχε αντιζηλία με το Δελιλαδάμ και το μίσος του μεγάλωσε με την εκλογή του. Τότε  όπως ομολογούν όλοι οι ιστορικοί του Τάγματος ήταν που είπε ότι ο Δελιλαδάμ θα είναι ο τελευταίος μάγιστρος στη Ρόδο. Το σπουδαιότερο είναι ότι είχε εμπιστευτική θέση, κι αυτός ήταν ο υπεύθυνος για τα πολεμοφόδια στη Ρόδο. Ενώ είχε ακόμη πυρίτιδα στα υπόγεια της Εκκλησίας τ΄  Άη Γιάννη, έλεγε ότι δεν υπάρχει πια, πράγμα που ανάγκασε τους πολιορκούμενους να συνθηκολογήσουν. Ότι υπήρχε πυρίτιδα στα υπόγεια αποδεικνύεται και από το ότι το 1856 όταν έπεσε κεραυνός, το κτήριο ανατινάχτηκε κι έγινε ερείπια.

Όταν ο Σουλτάνος σκεφτόταν να λύσει την πολιορκία τον ειδοποίησε  ότι η θέση της Ρόδου ήταν πολύ δύσκολη και δεν έπρεπε να φύγει. Είχε έναν υπηρέτη, τον Βλάσιο Diez, που ήταν Εβραίος ο οποίος έγινε χριστιανός. Ο Διέζ ,έριχνε τα γράμματα με βέλη από τη θέση της Ωβέρνης, σε ώρες που δεν τον έβλεπε κανένας. Τον έπιασαν όμως στις 27 του Οκτώβρη και τα ομολόγησε όλα, ότι ενημέρωνε το σουλτάνο ποια ήταν τ΄ αδύνατα μέρη του φρουρίου και ότι οι πολιορκούμενοι δεν είχαν τρόφιμα και πυρίτιδα. Έπιασαν και τον Αμαράλ και τον εφυλάκισαν στο φρούριο του Αη Νικόλα, αρνήθηκε όμως την ενοχή του έως την τελευταία στιγμή, αλλά είχαν τόσα στοιχεία από την ομολογία του Διέζ και άλλες μαρτυρίες ώστε το δικαστήριο πείσθηκε για την ενοχή και τους καταδίκασε και τους δύο σε θάνατο.

Το σώμα του Αμαράλ το χώρισαν σε 4 μέρη και το κρέμασαν  στο φρούριο για να το βλέπουν οι εχθροί.  Τα γεγονότα διηγούνται ο ταξίαρχος de Bourbon και ο Φοντάνος, σύγχρονος της πολιορκίας, ο δε Bosio πήρε τις ειδήσεις από ένα βιβλίο  που έγραψε αυτόπτης μάρτυρας  της πολιορκίας που αναφέρει ότι η εκτέλεση έγινε στις 5 Νοεμβρίου. Έγινε η καθαίρεσή του, η αφαίρεση του μοναχικού ενδύματος με τελετή και η αποκεφάλισή του. Νεώτερα ανέκδοτα έγγραφα επιβεβαιώνουν την προδοσία του Αμαράλ και προσθέτουν ότι την ημέρα των Αγίων Πάντων, 1η του Νοέμβρη, ήταν έτοιμος να οδηγήσει μέσα στην πόλη 4.000 Τούρκους από μία πύλη. Η προδοσία ανακαλύφθηκε στις 30 του Οκτώβρη, κι ακολούθησε η εκτέλεση.

Η αντίστροφη μέτρηση
Ύστερα από την ανακάλυψη της προδοσίας ο λαός έχασε το θάρρος του.  Οι Τούρκοι εξακολούθησαν τους βομβαρδισμούς και ν΄ ανοίγουν υπονόμους για εξασθένιση των τειχών. Ο Σουλεϊμάν ενέτεινε τις προσπάθειές του να πάρει την πόλη πριν αρχίσει ο βαρύς χειμώνας. Στα τέλη του Νοέμβρη εξαπέλυσε μεγάλη επίθεση και προσπάθησε να μπει από τα τείχη της Ισπανίας. Οι Τούρκοι δίνουν μεγάλη σημασία στη δράση των υπονόμων, παρά στις επιθέσεις των φρουρίων και οι ραγδαίες βροχές συμπληρώνουν την καταστροφή των τειχών. Ο χειμώνας προμηνυόταν βαρύς, κι ο λαός στην πόλη αντίκριζε την έλλειψη τροφίμων και πολεμοφοδίων.
Ο Σουλτάνος δείχνει μετριοπάθεια και διατάσει να υψωθεί άσπρη σημαία στο κωδωνοστάσιο της παναγίας Ελεημονήτριας, στις 19 Δεκέμβρη και για απάντηση ύψωσαν κι οι Ιππότες, στην πύλη Κοσκινού.  Έστειλε απεσταλμένους με επιστολή όπου ζητούσε να παραδώσουν την πόλη, και να φύγουν ελεύθεροι, κι οι Ιππότες και οι Ροδίτες, όπου θέλουν, με τα πράγματά τους και με προσωπική ασφάλεια του σουλτάνου. Γίνεται Συμβούλιο και δέχονται τη συνθηκολόγηση.


Οι απώλειες
Μια ανέκδοτη έκθεση των αρχείων του Firenze, δίνει στοιχεία για την πολιορκία. Από τα τέλη Ιουνίου έως τις 7 Νοεμβρίου αναφέρει ότι έγιναν 14 μάχες, χάθηκαν 50.000 Τούρκοι στις μάχες ή από αρρώστιες και 2.000 χριστιανοί. Χάθηκε δηλαδή το 1|4 των δυνάμεων από τα δύο μέρη. Μιλάει επίσης για 50 υπονόμους, για έλλειψη τροφίμων και καταλήγει στην προδοσία του Αμαράλ.
Παρά τη Συνθήκη του Σουλεϊμάν, οι Τούρκοι συνηθισμένοι από την κατάληψη άλλων πόλεων, δεν μπόρεσαν να κρατηθούν, μπήκαν στην πόλη κι έκαναν βιαιότητες, την παραμονή και την ημέρα των Χριστουγέννων. Οι γενίτσαροι μπήκαν από την πύλη Κοσκινού (απέναντι από το γήπεδο του Διαγόρα), έμπαιναν στα σπίτια, άρπαζαν, κακοποιούσαν γυναίκες και κορίτσια, έπιασαν τους Τούρκους που έγιναν χριστιανοί και τους έστειλαν στην Τουρκία. Μπήκαν στις εκκλησίες έσπασαν εικόνες, άνοιξαν τους τάφους για να βρουν θησαυρούς.
Την ημέρα του Αγίου Στεφάνου έγινε η παράδοση της πόλης.
Οι Ιππότες έμειναν στη Ρόδο 213 χρόνια (1309-1522), κι αγωνίστηκαν μαζί με τους Ροδίτες για το γόητρο του χριστιανισμού και τη σωτηρία του τόπου. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα της Ιπποτοκρατίας, η Ρόδος είχε αποκρούσει πολλές επιδρομές. Πολιορκήθηκε τέσσερις φορές και σώθηκε τις τρεις.