Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Γράφει εφημέριος  Ι. Ν. Αγίων Αποστόλων Ρόδου, πατήρ
Παΐσιος Φαρμακίδης


Την εποχή των μνημονίων και της πολυποικιλότητας νοημάτων της ελληνικής γλώσσας, της κατοχύρωσης από την ελληνική κοινή γνώμη της φράσης «Δε βαριέσαι», της οπισθοδρόμησης των ηθών, των προτύπων, της ειλικρίνειας, της αληθινής ανάγκης για δημιουργία, ο Έλληνας αντιμετωπίζει μη ρεαλιστικά τα πράγματα, ξεχνώντας μέσα από την αλλοτρίωση και τη λησμονιά τη χριστιανική του παράδοση, την ελληνική του ταυτότητα και όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία τον έχουν ανδρώσει, τον έχουν δυναμώσει και τον έχουν οδηγήσει σε αγώνες διατήρησης και ύπαρξης της δικής του οντότητας. Και πραγματικά αναρωτιέμαι και λέω: Ζω στην ίδια πατρίδα; Φοίτησα στα ίδια σχολεία;

Μεγάλωσα με τις ίδιες ελληνοχριστιανικές παραδόσεις με όλους αυτούς που σήμερα ανεξαιρέτως στην τοπική και κεντρική εξουσία έχουν τα ηνία της πατρίδας μας; Με αυτούς που ασχολούνται με τα κοινά,  την τύχη και το μέλλον αυτού του δύσμοιρου λαού που σήμερα υπό κατοχή και ως κατοχικοί κυβερνήτες πλέον εντάσσονται στο πλέγμα εγχώριων και παγκόσμιων εξουσιών και έχουν γίνει ένα μείγμα και ένα κράμα; Μιλούν την ίδια γλώσσα, σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, ενεργούν με τις ίδιες πράξεις και προχωρώντας οδηγούν αυτό τον τόπο σ’ ένα αβέβαιο και ελεεινό μέλλον.

Κι όλα αυτά γίνονται από τη στιγμή που αναλαμβάνουν την εξουσία. Ομογενοποιούνται, μαζοποιούνται και χάνουν καθετί το ελληνικό και χριστιανικό, το οποίο πήραν από τα σχολεία της πατρίδας τους στα οποία φοίτησαν. Ασχολούνται πλέον με το κατά πόσο θα παραμείνουν στη βραχύβια εξουσία τους.

Καταδυναστεύουν τον Έλληνα, την ίδια τη μάνα τους, το ίδιο το παιδί τους, τον ίδιο το συγγενή τους, τον ίδιο το φίλο τους, τον ίδιο τον ομόθρησκό τους, τον ίδιο το συμπολίτη τους μέσα από θεσμούς και νόμους που κρέμονται σαν αγχόνη πάνω από τα κεφάλια μας, αγνοώντας έτσι τα πρότυπα και τα ιδανικά που πήραν ως παιδιά, ως έφηβοι, ως νέοι, ως πολιτικοί αυτής της χώρας. Και εγώ βρίσκομαι μετέωρος σ’ όλη αυτή την κουλτούρα και νοοτροπία στην ίδια μου την πατρίδα, αφού δε μιλώ πλέον την ίδια γλώσσα μαζί τους. Δεν καταλαβαίνω αυτό τον πολιτικό τους λόγο.

Δεν ενστερνίζομαι αυτή τη στείρα κατοχική πολιτική ιδεολογία τους. Δεν έχω την ίδια σκέψη μαζί τους, κάτι που με κάνει να νιώθω μειονεκτικά και ξένος στον τόπο μου και μονολογώντας να λέω: Έζησα σε χρόνια ενός σχολείου «χουντικού», όπως έλεγαν αργότερα, που εντρυφούσε στα παιδιά την αγάπη για την πατρίδα. Αυτά μου έλεγαν οι δάσκαλοί μου, να αγαπώ την πατρίδα μου, να αγαπώ το σχολείο μου, να αγαπώ την πίστη και τη χριστιανική μου παράδοση, να αγαπώ τους συμμαθητές μου, να αγαπώ τους συνανθρώπους μου και να στέκομαι με σεβασμό στην πίστη και στα ιδανικά των προγόνων  μου.

Μόνο έτσι θα μπορούσα να γίνω πραγματικός Έλληνας. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...
Μου είπαν να αγαπώ το συνάνθρωπό μου και να έχω αλληλεγγύη γι’ αυτόν. Θέλησαν να με κάνουν να νιώθω υπερήφανος ως Έλληνας μέσα από τη σημαία της πατρίδας μου, την ιστορία και την πολιτιστική μου κληρονομιά. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Θέλησαν να με κάνουν να νιώσω όλοι αυτοί οι δάσκαλοι μου πως πάνω απ’ όλα είναι η πατρίδα μου και η πίστη των προγόνων μου, που αν χρειαστεί να ομοιάσω σ’ όλους αυτούς τους μυθικούς ήρωες να δώσω ακόμα και την καρδιά μου. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Θέλησαν να με κάνουν να καταλάβω πως όλοι οι λαοί του κόσμου υποκλίνονται στην αρχαιοελληνική παράδοση της πατρίδας μου. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Θέλησαν μέσα από την καλλιέργεια του χαρακτήρα μου να αποκτήσω τη συγγνώμη και την ειλικρίνεια προς το συνάνθρωπό μου, αφού μέσα από τη μαθητεία και την παιδεία θα μπορούσα να γίνω ένας χρήσιμος πραγματικά Έλληνα πολίτης για τον εαυτό μου αλλά και για το συνάνθρωπό μου. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Θέλησαν μέσα από τα πρότυπα της οικογένειας να μου δώσουν να καταλάβω την αξία  της οργανωμένης οικογένειας, η οποία δημιουργεί αναξάρτητους και ηθικούς πολίτες. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Όλοι αυτοί οι δάσκαλοί μου θέλησαν μέσα από τη διδασκαλία τους και τα πρότυπά τους ν’ αποκτήσω οξύνοια, καθαρή κριτική σκέψη, καθώς και ξεκάθαρη ειλικρινή πολιτική βούληση. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θέλησαν να μ’ εντάξουν ως υγιές μέλος του κοινωνικού γίγνεσθαι προσπαθώντας να μου εντρυφήσουν την εργατικότητα, την τιμιότητα και την αγάπη τους για τη ζωή. Έτσι μου είπαν, έτσι κατάλαβα, έτσι έζησα...
Και όλα αυτά πραγματικά φαίνονταν μαγικά, αισιόδοξα και έγχρωμα. Μήπως άραγε μου είπαν ψέματα; Και καταλήγοντας στην σκέψη μου λέω πως όχι. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δε μου είπε ψέματα. Αντιθέτως, θέλησαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις εκείνες στο χαρακτήρα μου, ώστε να μάθω να διεκδικώ, να φωνάζω, να τολμώ για να μην έρθει η στιγμή και δω τη ζωή μου σε απρόμαυρο φιλμ της παλιάς εποχής.

Όμως, αυτό το ασπρόμαυρο φιλμ σήμερα ζούμε με όλες αυτές τις δικτατορικές και χουντικές κατοχικές κυβερνήσεις που υπηρευτούν όλα αυτά τα ανδρείκελα της νέας εγχώριας και παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Ξυπνήστε επιτέλους! Πολεμήστε για τα ιδανικά και τις αξίες που όλοι αυτοί οι κυβερνώντες είναι αυτοί που πρόθυμα θέλουν να αποβάλουν από πάνω σας. Την ανθρωπιά, τη φιλοπατρία, την αγάπη στο θείο, την προσκόλληση στην παράδοση και να ακολουθήσετε ακριβώς ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, αποτυπώνοντας τη ζωή σας σε απρόμαυρο φιλμ. Αυτό θέλετε; Να σκύψουμε το κεφάλι; Να δούμε τη ζωή μας να περνά και να χάνεται; Την πατρίδα μας να φυτοζωεί και να πεθαίνει μέσα απ΄ όλη αυτή τη γενική σύρραξη των πολτικών απάτριδων που μας κυβερνούν αυτή τη στιγμή χωρίς αιδώ και σεβασμό σε κανέναν και σε τίποτα, ομογενοποιημένοι σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα;

Αυτά τα ζούμε και έτσι καταλαβαίνω ειλικρινά ότι όσα μου είπαν όλοι αυτοί οι δάσκαλοι των δήθεν «χουντικών» σχολείων και οι γονείς που με γαλούχησαν είναι αλήθεια. Η ζωή μου από έγχρωμο φιλμ άρχισε πλέον να ξεθωριάζει, να ασπρίζει απ’ όλους αυτούς τους άπλυτους και άξεστους που σήμερα παριστάνουν τους πολτικούς της πατρίδας μου. Ας μην υποκρινόμαστε. Όλοι στην πλειονότητά τους οι μεταπολιτευτικοί, κουλτουριάρηδες, «δημοκράτες» πολιτικοί πρόδωσαν και τα σχολεία μου και τους δασκάλους μου και τους γονείς μου και μέσα από αυτά που έζησα και ζω κατάλαβα ποιοι μου έλεγαν αλήθεια. Και αυτοί δεν είναι κανένας απ’ όλους αυτούς τους πολιτικούς που θέλουν να ζω τώρα χωρίς χθες, χωρίς σήμερα και χωρίς αύριο. Παραιτηθείτε, η ιστορία θα σας καταγράψει ως τους μεγαλύτερους σφαγείς και εφιάλτες του Ελληνικού λαού.