Η Γη  και η πανάρχαια ιστορία της!

Επιμέλεια  Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr

Γη ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε. Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γη όμως ονομάζεται  κυρίως  ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού συστήματος κατά σειρά απόστασης από τον Ήλιο  και ο έκτος κατά το μέγεθος.

Παράλληλος ποιητικός τύπος της λέξης γη είναι ο τύπος γαία (πιθανόν από την ένωση των λέξεων γη και της ομηρικής λέξης αία), που απαντά πάνω από 300 φορές στον Όμηρο ( σε αντίθεση με τον πεζό αττικό λόγο που κυριαρχεί ο τύπος γη). Μυθολογικά η Γαία ήταν αρχέγονη ελληνική θεότητα, η οποία στη Θεογονία του Ησιόδου εμφανίζεται στην αρχική  δημιουργία  του κόσμου , αμέσως  μετά το Χάος. Γέννησε μόνη της τον Ουρανό, τον Πόντο  και τα Όρη και ύστερα, με σύζυγο τον Ουρανό, τους Τιτάνες , τους  Κύκλωπες  και τους Εκατόγχειρες.

Από την λέξη γη έχουμε σήμερα παράγωγα όπως το γήπεδο < γη + πέδον (πεδιάδα)= μεγάλη επίπεδη έκταση γης, ο γηγενής < γη + γένος= αυτός που έχει γεννηθεί στην περιοχή που κατοικεί, ο ντόπιος, ο γήινος = αυτός που αναφέρεται στην γη. Επίσης η λέξη χρησιμοποιείται ως β’ συνθετικό σε λέξεις όπως το υπόγειο= το κάτω από την γη , το ανώγειο (και ανώι) =το πάνω από τη γη , ο έγγειος= αυτός που σχετίζεται με τη γη π. χ εγγειοβελτιωτικά έργα = τα έργα που αποσκοπούν στην βελτίωση της καλλιεργήσιμης γης.

Γνωστή και η φράση γην και ύδωρ (δίνω): ήταν η απαίτηση που  αξίωναν οι Πέρσες απ' τους υποτελείς τους , οι οποίοι  παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα πάνω στη γη τους και στα αγαθά της προκειμένου να μην εξοντωθούν.

Δωρικός τύπος της λέξης γη ήταν ο τύπος «δα» που έχει επιβιώσει σε λέξεις όπως το δάπεδο < δα + πέδον = η ομαλή, επίπεδη κάτω επιφάνεια (το έδαφος) εσωτερικού χώρου, που έχει  επιστρωθεί με κάποιο υλικό, στο όνομα Δήμητρα < δα+ μήτηρ = η μητέρα γη, στο επίθετο αλλοδαπός < άλλη+ δα (γη) +πος ( πους = το πόδι ) =αυτός που το πόδι του πατούσε σε άλλη γη

Από τον τύπο γαία έχουμε τον γαιοκτήμονα <από το γαιο + κτώμαι (αποκτώ) =ο κάτοχος μεγάλων εκτάσεων γης, ο τσιφλικάς, την φράση  γαία πυρί μειχθήτω (χώμα και φωτιά ας αναμιχθούν). Η πλήρης φράση αποδίδεται σε ανώνυμο αρχαίο Έλληνα τραγικό: "ἐμοῦ θανόντος γαῖα μειχθήτω πυρί" (= μετά το θάνατό μου, ας καεί το σύμπαν) και σήμερα δηλώνει πλήρη αδιαφορία για τις όποιες εξελίξεις και κυρίως για τρομακτικές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν εξαιτίας μιας ενέργειας.

Τέλος η λέξη γη μας δίνει και ως πρώτο συνθετικό τον τύπο γεω- σε λέξεις όπως ο γεωπόνος <γεω + πόνος (κόπος)= η λέξη αρχικά δήλωνε τον ανειδίκευτο εργάτη της γης και σήμερα τον επιστήμονα που μελετά την γεωργική παράγωγη και ανάπτυξη, ο γεωργός < γεω + έργον = αυτός που εργάζεται στην γη , η γεώτρηση < γέω + τρήσις (τρύπημα) =το τρύπημα της γης για έρευνα του υπεδάφους , το όνομα Γεώργιος κτλ.

Συνώνυμη της γης , αλλά πολύ παλιότερη λέξη,  είναι η λέξη άρουρα = η καλλιεργημένη γη, ο σιτοφόρος αγρός, το  έδαφος, το χώμα. Το ουσιαστικό άρουρα παράγεται από το ρήμα αρόω (οργώνω,  καλλιεργώ, σπείρω). Από δω έχουμε την περίφημη φράση «άχθος αρούρης», που σημαίνει «βάρος της γης που αναφέρεται στον Όμηρο (Ιλ. Σ,Ι04), ο οποίος παρουσιάζει τον Αχιλλέα, μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, να εκφράζει τον πόνο και την οδύνη του λέγοντας στην μητέρα του: «αλλ’ ήμαι παρά νηυσίν ετώσιον άχθος αρούρης», δηλαδή: «κάθομαι δίπλα στα πλοία άχρηστο βάρος της γης». Σήμερα η φράση λέγεται για έναν άνθρωπο που δεν προσφέρει τίποτα και αποτελεί βάρος για τους άλλους.

Από την ίδια ρίζα έχουμε την λέξη αρουραίος (μυς) = το τρωκτικό του χωραφιού , σε αντιδιαστολή προς τον ποντικό  µυ, δηλαδή τους µυς , τα τρωκτικά των πλοίων που διέσχιζαν τις θάλασσες κυρίως του Ευξείνου Πόντου με κατεύθυνση την Ελλάδα. Το άροτρο, το γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το όργωμα  του εδάφους, της αρούρης. Η λέξη σιγά-σιγά εξελίχθηκε στον τύπο αρότριον - αρότρι και μας έδωσε την σημερινή λέξη αλέτρι.

Τέλος άλλη μία λέξη  που κρύβει μέσα της την έννοια γη είναι και η λέξη χθων. Δεν αναφέρονταν στη γη ως τόπο καλλιέργειας (αγρό) ή ως αγροτική περιοχή, αλλά είχε κατ’ εξοχήν θρησκευτικό χαρακτήρα και δήλωνε κυρίως την επιφάνεια της γης, η οποία περιέχει τον κόσμο των νεκρών και των θεοτήτων τού μυθικού κάτω κόσμου. Ορισμένοι μυθογράφοι την  θεωρούσαν μητέρα των Τιτάνων, των Σειρήνων, των Γιγάντων και του Τυφώνος . Η λέξη χθων συγγενεύει ετυμολογικά με το επίρρημα χαμαί ,το οποίο σημαίνει «χάμω, κατά γης». Μπορεί σαν λέξη αυτή καθ’ αυτή να έχει χαθεί ,διατηρείται όμως στις εξής λέξεις:

Χάμω = επί της χθονός , επί του εδάφους.

Αυτόχθων: πρόσωπο που κατοικεί εξ ‘αρχής στην γη των προγόνων του και δεν έχει μετακομίσει από άλλον τόπο. Το αντίθετο δηλώνει η λέξη ετερόχθων.

Υποχθόνιος ή καταχθόνιος: κατά λέξη αυτός που βρίσκεται κάτω από τη γη, ο  υπόγειος , μεταφορικά ο ύπουλος , αυτός που ενεργεί κρυφά για να πετύχει κάτι.

Χαμηλός = με ενδιάμεσο τύπο το χθαμαλός , η λέξη χθων μας « έδωσε » και την λέξη χαμηλός , τον άνθρωπο με χαμηλό ύψος , αυτόν που « αγγίζει » την χθων , την γη.