Η "κατ’ αγνώστου" μήνυση του  Γιώργου Φώκιαλη, ακτινολόγου γιατρού

Του Σεραφείμ Αθανασίου

Αγάπησα πολύ το Σώμα της Χωροφυλακής  στο οποίο υπηρέτησα χρόνια και ξέρω τις θυσίες που έχει υποστεί σε έμψυχο υλικό, έχοντας την ευθύνη στη δημόσια τάξη και καταπολέμηση  του εγκλήματος. Απλά εδώ- και με καλή διάθεση-θα αναφερθώ σε μερικά «εσωτερικά του» που έκαναν τους άνδρες του αγανακτισμένοι να «βγαίνουν» από τα ρούχα τους.

Θυμάμαι: Ήταν Αύγουστος 1948  και  από τον προηγούμενο χρόνο (31 Μαρτίου 1947) ημέρα απελευθέρωσης της Δωδεκανήσου, ως Χωροφύλακας τροχονόμος υπηρετούσα στη Ρόδο και ως άγαμος έμεινα  στην κεντρική Αστυνομίας  (Α΄ Τμήμα).

Τότε με αυστηρή διαταγή άνωθεν οι άγαμοι που  δεν είχαν υπηρεσία  μέχρι την 23ην ώρα κάθε μέρα επέστρεφαν για ύπνο στα τμήματα και  στην μη συμμόρφωση ακολουθούσαν απλές ακόμη και αυστηρές φυλακίσεις και από τα πειθαρχεία, με απλή φυλάκιση, εκτελούσες υπηρεσία  και επέστρεφες σε αυτά, ενώ με την αυστηρή  ουρανό και έξοδο  έβλεπες μόνο από μία ώρα πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

 Κατά τα άλλα επικρατούσε μια «ωραία ατμόσφαιρα».

Αλλά δεν ήταν μόνο οι αυστηρές διαταγές που περιόριζαν ατομικές ελευθερίες των οργάνων της  τάξεως. Υπήρχαν και εκείνοι οι Κανονισμοί Χωροφυλακής που απαγόρευαν τελείως το γάμο σε Χωροφύλακες και Υπενωμοτάρχες.

Τους ήθελαν «άσπιλους  και αμόλυντους»  και μια ζωή ως καλόγηροι να περιφέρονται ανάμεσα σε κόσμο και  κοσμάκη. Και εάν κάποιος έκανε τον «έξυπνο» και από «άσπιλος» καλόγερος γινόταν «άτακτο» καλογεράκι, το έστελναν στο σπίτι του και στο  Στρατοδικείο.

Και δεν ήταν μόνο  αυστηρές διαταγές  επιστροφής αγάμων στα τμήματα μέχρι την 23η ώρα.

Χωρίς έγγραφη άδεια οι Χωροφύλακες, απαγορευόταν να φέρουν πολιτική  ενδυμασία, εκτός των ειδικών υπηρεσιών(Ασφαλείας, Αλλοδαπών κ.λ.π).

-Μετά την εκτέλεση των όποιων υπηρεσιών οι Χωροφύλακες δεν μπορούσαν να απομακρυνθούν από τα Διοικητικά όρια των Τμημάτων τους ακόμη και σε απόσταση ολίγων χιλιομέτρων. Για παράδειγμα:

 Από Βόλο δεν μπορούσε Χωροφύλακας  να επισκεφθεί  την Πορταριά ή τα  Καλά Νερά και από την Ρόδο να πάει στην Κρεμαστή ή  Αφάντου.

Ο  Αξιωματικός υπηρεσίας αν ο Χωροφύλακας ζητούσε ολιγόωρη άδεια  με τις ερωτήσεις του τον «έστυβε» σα λεμόνι! «Τι δουλειά έχεις εκεί? Ποιόν θα  συναντήσεις? Τι σου γίνεται αυτός ή αυτή! Και  εκείνες οι ερωτήσεις  έκαναν το όργανο να «βγαίνει»  από τη Στολή και να νιώθει «λεύτερο»!

Οι  άγαμοι και έγγαμοι Αξιωματικοί απαγορευόταν να μένουν μακριά από την έδρα των υπηρεσιών τους και  καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσιακής τους ζωής  Χωροφύλακες και Αξιωματικοί, χωρίς να εξαιρείται ο  Αρχηγός του Σώματος, δεν γνώριζαν Ρεπό ανάπαυσης!

«Εν παντί τόπω και χρόνω»-έλεγε ο Κανονισμός-«το όποιο αστυνομικό όργανο οιουδήποτε βαθμού, ευρίσκεται εν υπηρεσία». Ως εκ τούτου το Ρεπό τότε, ακόμη και ως λέξη, ήταν άγνωστο. Επιστρέφω όμως στην αρχή της θύμησής μου.

 

14 Αυγούστου  1948, παραμονή της Παναγίας και η Κρεμαστή που Πανηγύριζε δεχόταν χιλιάδες κόσμου, ενώ οι εκτός υπηρεσίας Χωροφύλακες της Ρόδου,  ήθελαν  να μεταβούν στο κοντινό χωριό,  να ανάψουν στην Παναγία ένα κεράκι και στη συνέχεια να  «ξεδώσουν» λίγο, με  την υπάρχουσα  αυστηρή διαταγή επέστρεψαν στα  τμήματά τους  για να κοιμηθούν με τις κότες και μεταξύ αυτών των συναδέλφων βρισκόταν και η αφεντιά μου.

Καθισμένοι σε μια γωνιά της αυλής-μια που δεν κοιμόμαστε- κλαίγαμε τη μοίρα μας.Και εκεί που   «μοιρολογούσαμε»,  για το κακό «που μας βρήκε»  βλέπουμε μπροστά μας ένα λαχανιασμένο επισκέπτη, στο πρόσωπου του οποίου γνωρίσαμε τον  ακτινολόγο  γιατρό Γιώργο Φώκιαλη, φίλο  του Αστυνόμου μας.

-Καλησπέρα παιδιά ,πρόφερε λαχανιασμένα και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.

Τρέξαμε και του φέραμε νερό  και μόνος του, έβρεχε  το πρόσωπό του που, έσταζε ιδρώτα. Ο  Ενωμοτάρχης Κωλέττης Γιώργος τον οδήγησε στο γραφείο του και ενημέρωσε τον Αστυνόμο πού  ήρθε αμέσως.

Πολύ αργότερα  και όταν ο Αστυνόμος είχε φύγει με το γιατρό μάθαμε  ότι ο γιατρός πηγαίνοντας στο ιατρείο ,στο προαύλιο, βρήκε έναν τύπο που τον  έσπρωξε δυνατά και  με κρυμμένο πρόσωπο  κατόρθωσε να ξεφύγει, παρά του ότι τον κυνήγησε. Πρόσεξε όμως   ότι τρέχοντας, κούτσαινε κιόλας. Ο δε γιατρός στο τμήμα είχε καταθέσει μήνυση, κατ αγνώστου.

Ήρθε  και στην παρέα μας  ένας «αργοπορημένος» συνάδελφος  που  υπηρετούσε στο τμήμα ασφαλείας  και σαν «πολύξερο» τον ρωτήσαμε αν  στο τμήμα του θυμόταν να  έχουν πιάσει κανένα κουτσό  κλέφτη  και  μας απάντησε αρνητικά.

Πέρασε στη συνέχεια καιρός  και τον επόμενο χρόνο (1949) εγώ με  τρεις συναδέλφους της Ρόδου μεταξύ των οποίων και ο «αργοπορημένος» εισήλθαμε στη Σχολή Υπενωμοταρχών, στο Γουδί  και περί τα τέλη της εκπαιδεύσεως  στον «αργοπορημένο» που εν τω μεταξύ είχαμε γίνει και φίλοι, κάποια μέρα και είπα.

-Κώστα, πάμε στον κ. Αρχηγό  να τον παρακαλέσουμε  να γυρίσουμε  στη Ρόδο. Εγώ διέκοψα το  Νυκτερινό προκειμένου να φοιτήσω στην εδώ Σχολή, έχω δικαιολογία επιστροφής μου για να το συνεχίσω το Σχολείο. Βρες και εσύ μια  να γυρίσουμε στη Ρόδο ως βαθμοφόροι, να κάνουμε και το «κομμάτι» μας   στους  απλούς Χωροφύλακες  και σε τίποτε  άγνωστες  ή και γνωστές  «σκορδόπιστες»?.

-Δεν έρχομαι.

-Γιατί ρε Κώστα? Καλά θα περνάμε και δεν θα  μας φωνάζει ο Γεωργακόπουλος (υπενωμοτάρχης)μια  που τώρα γίναμε συνάδελφοι!

-Δεν είναι αυτή η αιτία και, επειδή είσαι φίλος μου, σου λέω ότι ενεργώ  να τοποθετηθώ σε Προάστιο των Αθηνών.

-Τι να την κάνεις την Αθήνα ρε Κώστα, αν δεν θέλεις τη Ρόδο τράβα στο  Βόλο,  που είναι  ιδιαιτέρα σου Πατρίδα.

 -Μάθε, φίλε Σεραφείμ, το μυστικό μου και μη  σου φύγει κουβέντα.

-Τον κοίταξα ερευνητικά και εκείνος συνέχισε.

-Στους Χωροφύλακες  απαγορεύεται αυστηρά ο γάμος.

 

-Το ξέρω.

-Αυτό  όμως που δεν ξέρεις είναι  ότι εγώ παντρεύτηκα  κρυφά  και έχω ένα παιδάκι. Έφερα στην Αθήνα γυναίκα  και πεθερά, νοίκιασα σπίτι  και, με την έξοδό μου, θα μένω μαζί τους. Εδώ χάνεσαι, δε σε βρίσκουν εύκολα για να σε διώξουν και μαθαίνω  πως  έχουν παντρευτεί  αρκετοί συνάδελφοι και  κάποια μέρα θα αναγνωριστούν οι γάμοι.

Μάθε  όμως και κάτι ακόμη: Θυμάσαι το γιατρό Γιώργο Φώκιαλη  που το βράδυ στις 14 Αυγούστου πέρυσι ήρθε αλαφιασμένος  στο τμήμα και κατέθεσε μήνυση για ένα κουτσό  κλέφτη?

-Ναι θυμάμαι.

-Δεν υπήρχε κλέφτης, εμένα βρήκε στην αυλή του ιατρείου του και εκεί είχα πάει  με τη φιλενάδα μου που τώρα είναι γυναίκα μου  και τότε ήταν βοηθός του Ακτινολόγου.

Απόμερο το μέρος, έλειπε ο γιατρός που όμως ήρθε ξαφνικά, τα χάσαμε  και  η κοπέλα μου  κρύφτηκε σε μια γωνιά ενώ εγώ, σπρώχνοντας το γιατρό,  έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου και στο πουκάμισό μου  και κάνοντας και τον κουτσό τόσκασα.

 Ο γιατρός με κυνήγησε αλλά πού να  φτάσε τις αρίδες μου! Ήρθα ακολούθως  στο τμήμα, με λέγατε «αργοπορημένο» και με ρωτούσατε αν στο τμήμα Ασφαλείας  είχαμε κατά το παρελθόν  πιάσει και κανένα κουτσό κλέφτη.

-Τον άκουγα σα χαζός(έχω  αυτή  τη χάρη) και εκείνος συνέχιζε.

Την άλλη μέρα, μαζί με την Τσαμπίκα πήγαμε στο γιατρό και εκείνη (που ήταν και  δύο μηνών  έγκυος)  έκλαιγε συνεχώς .

Του είπαμε την αλήθεια  και ο καλός εκείνος  άνθρωπος μας συγχώρεσε και σε λίγες μέρες ήρθε στον κρυφό μας γάμο,  που έγινε  ένα πρωινό στη Φανερωμένη . Μόνο δυο φίλοι μου Χωροφύλακες παρέστησαν και  γνωρίζουν το μυστικό μου. Είναι οι: Σταύρος Κορομηλάς και ο Πέτρος Στάμος..

Από τη Σχολή φύγαμε και ο Κώστα έμεινε στην Αθήνα ενώ εγώ γύρισα στη Ρόδο.

Το 1953 με  Νόμο του-τότε-Υπουργού Δημόσιας Τάξης Παυσανία Λυκουρέζου, πατέρα του σημερινού δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρου Λυκουρέζου αναγνωρίστηκαν κάπου τέσσερις χιλιάδες (4.000)και πλέον «παράνομοι» γάμοι, μεταξύ των οποίων του φίλου μου Κώστα Τσεκούρα αλλά και ο δικός μου.

Είχα και εγώ, κρυφά από υπηρεσία, συγγενείς και φίλους  παντρευτεί  μια χειμωνιάτικη νύκτα,(6 Ιανουαρίου,1952)  Και έκανα  αυτό το  «κατόρθωμα» γιατί  φοβόμουνα μήπως  εξαφανιστεί, από  προσώπου Γης, το θηλυκό  γένος και  χάσει η « Βενετιά κλωνάρι».

Με την ψήφιση(1953) του Νόμου αναγνώρισης γάμων  και που τότε υπηρετούσα στη Λαμία, θυμάμαι μια πλάκα  που είχε, στην πλατεία Πάρκου, μια συγκέντρωση  εγγάμων συναδέλφων κάπου 40 τον αριθμό.

  Φορώντας τις στολές μας  με  συζύγους και παιδιά(όσοι είχαν και τέτοια-  εγώ είχα μια κορούλα  μερικών μηνών)   κάναμε  πέρα- δώθε στην πλατεία  βόλτες και ο κόσμος   κοίταζε περίεργα. Όταν έμαθε την αιτία της συγκέντρωσης γελώντας ερχόταν κοντά μας και μας ευχότανε «να ζήσουμε». Ο Ανώτερος Διοικητής, νομίζω πως ήταν ο Συνταγματάρχης Αναστασόπουλος, διέταξε τον αστυνόμο να μη μας πει να φύγουμε και να μας αφήσει ήσυχους  να  χαρούμε τον ευεργετικό Νόμο που διέλυσε τους φόβους απόταξής μας.

Άφησέ τους-του είχε πει- να χαρούν και να χορτάσουν τις γυναίκες τους με  σταφίδα, πασατέμπο και στραγάλια!  Και δεν είχε  άδικό .μια ζωή  το όργανο φτώχεια και  προσφορά καθηκόντων  με χίλιους  δυο κινδύνους.

Και για την ιστορία:

Η παρέα  συναδέλφων το βράδυ τις 14 Αυγούστου 1948/ τότε δηλαδή που τρόμαξε για την υγεία του συμπαθούς γιατρού και φίλου της Αστυνομίας, Γιώργου Φώκιαλη και που «αργοπορημένος» ήρθε κοντά της ο συνάδελφος που έκανε τον «κουτσό» και ξέφυγε από το γιατρό/ αποτελείτο  εκτός από μένα( που δεν έλειπα ,όπως δεν λείπει και ο Μάρτης από τη Σαρακοστή) από τους συναδέλφους Χωροφύλακες:  Πέτρο Στάμο, Σταύρο Κορομηλά, Κων/νο Χόρτη, Απόστολο Μαντά  και  μερικούς άλλους. Από αυτούς της παρέας που εγώ γνώριζα:

Ο Κορομηλάς Σταύρος, κρυφά ή φανερά, παντρεύτηκε και έγινε πατέρας της χαρισματικής κ. Ρούλας Κορομηλά, της πασίγνωστης  τηλεπαρουσιάστριας που για πολλά χρόνια μας κράτησε συντροφιά και χαιρόμαστε να μας ψυχαγωγεί εκείνο το πολυτάλαντο και χαρούμενο κορίτσι. Ο φίλος μου  ο  Σταύρος παρέμεινε στο Σώμα  και πήρε σύνταξη.

Ο Στάμος Πέτρος «τα πέταξε και έφυγε». Παντρεύτηκε και  έγινε πατέρας  του κ. Θανάση Στάμου, τέως Διευθυντού της  Ανωτέρας Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Ρόδου και σημερινού  Προέδρου Ξενοδόχων Δωδεκανήσου.

Ο Απόστολος Μαντάς «τα πέταξε και εκείνος». Παντρεύτηκε και έγινε πατέρας του έγκριτου  γιατρού  κ. Χρήστου Μαντά  που  από  πολλά χρόνια είναι και Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρόδου.

Ο Χόρτης Κων/νος, κρυφά ή φανερά,  και εκείνος παντρεύτηκε, απόκτησε  μια ωραία οικογένεια και από τη Χωροφυλακή πήρε σύνταξη.

Ως προς τον φίλο μου τον Κώστα Τσεκούρα και εκείνου  ως Αξιωματικός Χωροφυλακής  έφυγε  και πήρε σύνταξη. Εάν οι ποιο πάνω συνάδελφοι και όχι μόνο αυτοί  υπάκουσαν  στον αυστηρό  Κανονισμό   και παρέμειναν άγαμοι  δεν θα υπήρχαν σήμερα αυτά τα χαρισματικά παιδιά τους.

 Όμως θα πω και του «στραβού το δίκιο».

Αυστηροί οι Στρατιωτικοί Κανονισμοί, αυστηρές οι  τότε διαταγές  των εκάστοτε Διοικητών Χωροφυλακής και περισσότερο αυστηρή  εκείνη  η-στη μεταπολεμική ανώμαλη περίοδο-καθημερινή πειθαρχία  με τα όποια «ΜΗ» τους που, συν τω χρόνω,  τα συνήθιζαν  οι άνδρες και χωρίς γογγυσμούς απέδιδαν πλούσιο αστυνομικό έργο τάξεως, χρησιμοποιώντας και τον  όποιο ελεύθερο  χρόνο ανάπαυσης, χωρίς  τους τωρινούς κινδύνους.

Σήμερα  τα όργανα έχουν περισσότερες ατομικές  ελευθερίες και κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους επειδή οι υπηρεσίες έχουν  εφοδιαστεί  με  πολλά βοηθητικά-στο έργο τους-αστυνομικά μέσα τα οποία, την εποχή εκείνη, ήταν για μας  άγνωστα. Και πέρα από αυτά  είναι μορφωμένα παιδιά  και πολύγλωσσα.

Δυστυχώς όμως δεν μπορούν να χαρούν όλες τις ελευθερίες που κατά καιρούς απόκτησαν.  Δεν  μπορούν για παράδειγμα   να πάνε με φίλους ή και μόνοι για ένα  καφέ  σε καφενεία των Εξαρχείων και όχι μόνο για καφέ αλλά ούτε  να περάσουν από εκείνο το δρόμο, μπορούν, επειδή  διατρέχουν  πολλούς κινδύνους να επιστραφούν, στις οικογένειές τους, οριζόντιοι!

Χρόνια σας πολλά  και η Παναγιά μαζί σας.