Ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Παυλίδης

Του Αλέξανδρου Χ. Γρηγορίου από την εφημερίδα “Ελευθερία”

Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που διαθέτουμε για μία από τις πιο σεβάσμιες μορφές της Ελληνικής Εκκλησίας. Ο Σωφρόνιος Παυλίδης υπήρξε ένας από τους πιο χαρισματικούς κληρικούς-ιεροκήρυκες οι οποίοι υπηρέτησαν στην Μητρόπολη της Λάρισας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Γεννημένος στο Καστελλόριζο της Δωδεκανήσου [1] φοίτησε αρχικά στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και αργότερα αναγορεύθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως εφημέριος στην Ελληνική Κοινότητα της Βράιλας (Ρουμανία) όπου διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα. Στα τέλη του 19ου αιώνα τον συναντούμε στην Αθήνα, ως ιδρυτικό μέλος του «Ιερού Συνδέσμου» (1890), ενός συλλόγου ο οποίος δεχόταν ως μέλη μόνον ρασοφόρους των τριών βαθμίδων [2].

Από το 1906 έως τον Μάρτιο του 1909 υπηρέτησε στην επισκοπή Τρίκκης και Σταγών «όπου αφήκε τας αρίστας των αναμνήσεων» ενώ στις 9 Απριλίου του ιδίου έτους αφίχθηκε στη Λάρισα στην οποία είχε μετατεθεί [3]. Η φήμη του όμως είχε φθάσει στην πόλη πριν από αυτόν: «Ήτο πράος και ενάρετος διδάσκαλος, γνώστης της έσω και θύραθεν παιδείας, δεινός του καλάμου χειριστής, πρότυπον αρετής και ταπεινής διαβιώσεως, διακρινόμενος διά την ευστροφίαν του πνεύματος και την ρητορικήν του δεινότητα» [4].

Η πρώτη του ομιλία είχε ως θέμα την αποστολική ρήση: «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε͘˙ πάλιν ερώ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Στον κατάμεστο από πιστούς μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου «εχαιρέτησε διά των αποστολικών τούτων ρημάτων την Εκκλησίαν ημών και απέδειξεν ότι ο Χριστιανισμός εχαιρετίζετο από των αρχαιοτάτων χρόνων υπό του Έλληνος, όστις και πρώτος άμα τη επιφανεία του τον ησπάσθη και δι’ ού εις τον κόσμον διεδόθη» [5]. Έκτοτε σε όποιον ναό της Λάρισας ή της ευρύτερης επισκοπικής περιφερείας ήταν προγραμματισμένη ομιλία του, δημιουργούνταν το αδιαχώρητο.

Το Νοέμβριο του 1909 ζήτησε την οικονομική συνδρομή των ευπόρων Λαρισαίων για την σύσταση και λειτουργία μιας νυκτερινής σχολής «εν ή προσερχόμενος ο Λαός θα διδάσκηται πολλά ωφέλιμα μαθήματα, θ’ απέχη δε ούτω να συχνάζη εις μέρη, ένθα και την υγεία του και το χρήμα του καταστρέφει» [6].

Οι διώξεις και οι ανακρίσεις που προηγήθηκαν της καθαίρεσης του μακαριστού ιεράρχη της Λάρισας Αμβροσίου Κασσάρα (1910) [7], επηρέασαν ως ένα βαθμό τις δραστηριότητες και το έργο του Σωφρόνιου Παυλίδη. Ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, στη χηρεύουσα Μητρόπολη της Λάρισας, ο Σωφρόνιος δεχόταν καθημερινές πιέσεις από εκκλησιαστικούς κύκλους της πρωτεύουσας να καταθέσει «δήθεν» επιβαρυντικά στοιχεία κατά του Αμβροσίου.

Όταν τον Ιούνιο του 1911 έφθασε στη Λάρισα ο επίσκοπος της Καρδίτσας Άνθιμος Πλατής για να διεξαγάγει ανακρίσεις «κατά του ιεροκήρυκος Σωφρονίου Παυλίδου», σύσσωμος ο Λαρισαϊκός Τύπος κατήγγειλε τις μεθοδεύσεις της Ιεράς Συνόδου: «Η κοινωνία μας μετ’ ευλόγου ψυχικού άλγους παρακολουθεί τας ανακρίσεις και κόντρα ανακρίσεις, ταύτας αίτινες ουδέν άλλον κάμνωσιν ή καταρρίπτωσι το γόητρον του Κλήρου» [8]. Ο Σωφρόνιος διέβλεπε ότι εάν δεν οριζόταν άμεσα νέος μητροπολίτης θα πλήττονταν η συνοχή του τοπικού Κλήρου.

Επειδή η Ιερά Σύνοδος από την πλευρά της καθυστερούσε τον διορισμό νέου ιεράρχη [9], ο Σωφρόνιος με επιστολή του πρότεινε την τοποθέτηση στον αρχιερατικό θρόνο της Λάρισας του αξιόλογου εφημέριου της Ελληνικής Κοινότητας του Αγίου Φραγκίσκου (Καλιφόρνια) των Ηνωμένων Πολιτειών, π. Στυλιανού Μακαρώνα, πρόταση η οποία αρχικά έγινε αποδεκτή, αλλά αργότερα δεν υλοποιήθηκε, αφού ως μητροπολίτης Λαρίσης τοποθετήθηκε το 1914 ο Αρσένιος Αφεντούλης (1869-1934) [10].

Ο Σωφρόνιος Παυλίδης διετέλεσε συνεργάτης – αρθογράφος της Λαρισαϊκής εφημερίδας «Μικρά» (του Θρασύβουλου Μακρή). Στην εφημερίδα δημοσιεύθηκαν όλες οι ομιλίες, οι πανηγυρικοί λόγοι και οι νεκρολογίες που είχε εκφωνήσει. Αργότερα εξέδωσε τη «Σειρά Θρησκευτικών και Πατριωτικών Λόγων» (Λάρισα 1909) στην οποία συμπεριέλαβε όλα τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα.

Το Νοέμβριο του 1911 μετατέθηκε στον Βόλο όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1915 ενώ στη συνέχεια μετατέθηκε στην Επισκοπή Κυθήρων [11]. Συνέγραψε πλήθος άρθρων και μελετών θεολογικού περιεχομένου και εξήρε ιδιαίτερα το έργο των Ελλήνων Κληρικών [12]. Είχε τιμηθεί από την Ελληνική Πολιτεία με τον Αργυρό Σταυρό των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος.

Σημειώσεις
[1]. Ο Σωφρόνιος Παυλίδης είχε ακόμα δύο αδέλφια: τον Βασίλειο και την Μαρκαντωνίνα (σύζυγος Γ. Καλαφατά) οι οποίοι απεβίωσαν πλήρεις ημερών στο Καστελλόριζο, ο μεν πρώτος τον Ιούνιο του 1910, η δε δεύτερη τον Φεβρουάριο του 1912. Βλ. Μικρά (Λάρισα), φ. 3/457 (16 Ιουνίου 1910) και φ. 30/536 (4 Μαρτίου 1912).
[2]. Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος-Σωτήριος Φάκας, Σύλλογος «Ανάπλασις» και η προσφορά του (19ος-αρχές 20ού αιώνος). Θεολογική Σχολή ΑΠΘ (Διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη 2013, σ. 48.
[3]. Μικρά (Λάρισα), φ. 396 (10 Απριλίου 1909).
[4]. Μικρά (Λάρισα), φ. 52/506 (13 Μαΐου 1911).
[5]. Μικρά (Λάρισα), φ. 398 (23 Απριλίου 1909).
[6]. Μικρά (Λάρισα), φ. 23/425 (5 Νοεμβρίου 1909).
[7]. Ο Αμβρόσιος Κασσάρας (1845-1918) είχε καταγγείλει τις τότε επιχειρούμενες μεταφράσεις και παραφράσεις του Ιερού Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα ως ανοσιούργημα το οποίο σπιλώνει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Από τον άμβωνα του Αγίου Αχιλλίου καταφέρθηκε κατά της Πολιτείας η οποία δεν είχε κατορθώσει να απαλλαγεί από τα αντιεκκλησιαστικά και αντιθρησκευτικά αμαρτήματα του παρελθόντος και να εφαρμόσει πιστά τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο της 29ης Ιουνίου 1850 και τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος του 1864 και «πάν ό,τι συναφές υπάρχει νενομοθετημένον». Η δημόσια τοποθέτησή του υπέρ του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στα πολιτικά δρώμενα της χώρας (κίνημα στο Γουδί), υπήρξε η αφορμή για τη μετέπειτα δικαστική του περιπέτεια, η οποία όμως κινήθηκε στις παρυφές της παρανομίας, των συκοφαντικών διαδόσεων και ψευδών μαρτυριών και εκτελέστηκε με παράνομες διαδικασίες εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου (1910).
[8]. Μικρά (Λάρισα), φ. 4/510 (30 Ιουνίου 1911) και φ. 10/516 (12 Αυγούστου 1911).
[9]. Ο Τύπος θεωρούσε τον Σωφρόνιο ως τον επικρατέστερο για την επισκοπικό θρόνο της Λάρισας μεταξύ των τότε θεωρητικά άλλων δύο υποψηφίων: του Γερμανού Παπαμόσχου και του Πολύκαρπου Ζάχου.
[10]. Βασιλικό Διάταγμα (31 Ιουλίου 1914): «Περί κυρώσεως Επισκόπου Λαρίσης και Πλαταμώνος» (ΦΕΚ 220/Α/7-8-1914).
[11]. Σκριπ (Αθήνα), φ. 7723 (25 Οκτωβρίου 1915).
[12]. «Ο Έλλην κληρικός είνε ο άνθρωπος του λόγου και της ελευθερίας, απαύγασμα αληθούς ηρωισμού, αποκύημα υψηλών ιδεών και συνέχεια εκείνων, οι οποίοι, κατά τον ιερόν «υπέρ ιερών και οσίων» αγώνα προείλοντο τον επί αγχόνης θάνατον μάλλον ή την απόδρασιν εκ της τάξεως εις ήν θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου ετάχθησαν, και την αρχήν ταύτην θαυμασίως τοις επιγιγνομένοις εκληροδότησαν»: Απόσπασμα από ομιλία του. Βλ. Μικρά (Λάρισα), φ. 22/424 (29 Οκτωβρίου 1909).