Ευθύνες στην τράπεζα για  την “απατεωνιά” υπαλλήλου

Απόφαση «σταθμό» εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, σε υπόθεση συμπολίτη μας ο οποίος έπεσε θύμα του πρώην διευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς καθώς φέρεται να ιδιοποιήθηκε τα χρήματα του, με τα οποία θα άνοιγε λογαριασμό.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο για πρώτη φορά με την υπ. αρ. 196/2017 απόφαση του «αναγνωρίζει» και ευθύνη της τράπεζας ως προς την κάλυψη της ζημίας που έχει υποστεί ο πελάτης της! Η  υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης όταν ο συμπολίτης μας διά του δικηγόρου του κ. Μηνά Τσέρκη κατέθεσε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου στρεφόμενος κατά του στελέχους της τράπεζας αλλά και κατά του ίδιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, με την οποία ζητούσε να του επιστρέψουν τα 15000 ευρώ που είχε δώσει στον πρώην διευθυντή καθώς και 10.000 ευρώ ως ηθική βλάβη για τα όσα υπέστη.

Τελικά το δικαστήριο με την απόφαση του έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρεώνει τράπεζα και πρώην διευθυντή να καταβάλλουν έκαστος το ποσό των 17.000 ευρώ (15.000 ευρώ τα χρήματα που είχε δώσει ο συμπολίτης μας και 2000 ευρώ ως αποζημίωση) με το νόμιμο τόκο και κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 8.000 ευρώ. παράλληλα θα καταβάλλουν και τα έξοδα της δίκης.

Σύμφωνα με την αγωγή που έχει κατατεθεί όλα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2015 όταν ο συμπολίτης μας πήγε στην τράπεζα για να ανοίξει ένα προθεσμιακό λογαριασμό. Τότε ο διευθυντής του υποκαταστήματος εκμεταλλευόμενος την γνωριμία που είχε μαζί του, τον έπεισε να του δώσει 15000 ευρώ για το άνοιγμα του προθεσμιακού λογαριασμού, τον οποίο θα τον άνοιγε ο διευθυντής αργότερα, λόγω προβλήματος στα συστήματα της τράπεζας εκείνη την ημέρα. Μάλιστα ο συμπολίτης μας έδωσε στον διευθυντή προσωπική επιταγή για το ποσό, το οποίο – σύμφωνα με την καταγγελία- ουδέποτε κατέληξε στα ταμεία της τράπεζας, αφού όπως έμαθε αργότερα και ο συμπολίτης μας, το ιδιοποιήθηκε ο διευθυντής.
Για τον πρώην διευθυντή δικηγόρος παραστάθηκε ο κ. Άκης Δημητριάδης και για την τράπεζα ο κ. Ιωάννης Καρατζαφέρης.

Το σκεπτικό της απόφασης
Το δικαστήριο εξετάζοντας όλα τα έγγραφα και τα στοιχεία που προσκομίστηκαν για την υπόθεση, απέρριψε τον ισχυρισμό του πρώην διευθυντή ότι «η επίδικη συναλλαγή ήταν προσωπική και δη δάνειο προς αυτόν και όχι τραπεζική, δεν κρίνεται πειστικός δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Η μη τήρηση δε από αυτόν των παραπάνω υποχρέωσεων, που απέρρεαν από τη σχέση του με την τράπεζα και η είσπραξη των χρημάτων του συμπολίτη μας για δικό του λογαριασμό χωρίς να τα καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό καθώς και η στη συνέχεια η παράνομη ιδιοποίηση του, τελέστηκε επ’ ευκαιρία και κατά κατάχρηση της άνω υπηρεσίας του. ενεργήθηκε δε καθ’ υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του ως προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών της προστήσασας εναγομένης, όωπς η υποδομή που είχε διαμορφώσει, η εκμετάλλευση της διευθυντικής του ιδιότητας στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και η χρησιμοποίηση της υλικοτεχνικής υποδομής της εταιρείας αυτής.

Έτσι, η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή του εγκατάσταση ως διευθυντή στο πιο πάνω υποκατάστημα της εναγόμενης υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την εκ μέρους του τέλεση της ζημιογόνου πράξης του σε βάρος του ενάγοντος. Τούτο, διότι ήταν τα στοιχεία εκείνα στα οποία ο ενάγων στηρίχθηκε και πείσθηκε στις υποσχέσεις του, προκειμένου να του καταβάλλει το τελικώς υπεξαιρεθέν χρηματικό για το δήθεν άνοιγμα προθεσμιακού καταθετικού λογαριασμού. Ποσό το οποίο άλλων δεν θα κατέβαλλε, εάν ο πρώτος εναγόμενος (πρώην διευθυντής) εμφανιζόταν χωρίς την προβολή και τη σύνδεση της με τη δεύτερη εναγομένη (τράπεζα) ως διευθυντής του προρρηθέντος υποκαταστήματος της. Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταηύ της υπηρεσίας αυτής και της ζημιογόνου πράξεως η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρώτη. Δοθέντος ότι η υπηρεσία, που του είχε ανατεθεί εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεωςν αυτής και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της.

Έτσι, εξ όσων προεκτέθηκαν δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ της δεύτερης εναγόμενης (τράπεζας) και του πρώτου εναγομένου (πρώην διευθυντή). Μετά από αυτά, το πιο πάνω ποσό νομιμοποιείται ο ενάγων να απαιτήσει από τους εναγομένους, που ενέχονται σε ολόκληρο προς αποζημίωση από την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο πρώτος αυτών, λόγω της μεταξύ αυτών σχέσης. Περαιτέρω, η μη τήρηση προαναφερομένης νόμιμης διαδικασίας, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι ο εναγόμενος ενεργούσε κατά σκατάχρηση της υπηρεσίας του. Εξάλλου, είχε οριστεί και τοποθετηθεί από τη δεύτερη εναγομένη ως διευθυντής στο πιο πάνω υποκατάστημά της, ως αρμόδιος και πλέον εξειδικευμένος για τη θέση αυτή.

Ο ενάγων δεν είχε λόγους να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του, ώστε να φροντίσει να πληροφορηθεί επιπροσθέτως από τρίτα πρόσωπα. Προς ενίσχυση αυτών, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κλίμα εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί στον ενάγοντα ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, με τον οποίο γνωρίζονταν και προσωπικά. Έτσι, ο εναγόμενος ενίσχυσε και συντήρησε την εμπιστοσύνη του ενάγοντος στο πρόσωπό του επί μακρόν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο τελευταίος που κατέβαλε το πιο πάνω ποσό χωρίς μεν την τήρηση της πιο πάνω τυπικής διαδικασίας αλλά έχοντας δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι αυτός θα φρόντιζε σχετικά για την κατάθεσή του σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ενόψει αυτών, ο ενάγων δεν γνώριζε την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από την δεύτερη εναγομένη πρώτου εναγομένου ούτε και μπορούσε, καταβάλλοντας, ως μέσος συνετός άνθρωπος, την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές, να προβλέψει την συμπεριφορά αυτή. Ενόψει αυτών, εφόσον η συμπεριφορά του ενάγοντος δικαιολογείται πλήρως λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε δημιουργηθεί στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου (πρώην διευθυντής), ο οποίος δεν είχε δώσει έως τότε την παραμικρή αφορμή, ώστε να υποπτεύεται τέτοια εξέλιξη, αναιρείται πλήρως ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης (τράπεζας), ότι αυτός γνώριζε τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του αυτή και ως εκ τούτου εξ οικείου πταίσματος ζημιώθηκε.

Ενόψει αυτών, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ενάγοντα ως προς την άγνοια των προαναφερόμενων περιστατικών και ο θεμελιούμενος στην ΑΚ 300 ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης, ότι στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε οικείο πταίσμα του ζημιωθέντος, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα εκ της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγόμενων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική και οικονομική θέση των αντιδίκων, το μέγεθος της ζημίας, την ένταση του δόλου των εναγομένων και την περιουσιακή θέση αμφοτέρων, πρέεπι να προσδιοριστεί στο ποσό των 2.000 ευρώ.

Κατόπιν λοιπόν όλων των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των (15.000+2.000) 17.000 ευρώ, με το νόμιμο τόπο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί κατά ένα μέρος της προσωρινά εκτελεστή, γιατί η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρα 907 και908 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, λόγω της ήττας τους στη μεταξύ του δίκη (άρθρα 176 και 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως όλα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των (17.000) δεκαεπτά χιλιάδων ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
Επιβάλλει στους εναγομένους τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.