Ο κύκλος του χώματος: το νέο βιβλίο του Κ. Χατζηαντωνίου

Συνέντευξη  Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης στο diastixo.gr

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PENClub και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του Εναντίον του χρόνου, ενώ το 2011 έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) για το μυθιστόρημά του Αγκριτζέντο.

Ποια είναι τα πρώτα σας διαβάσματα;

Από τον κόσμο μιας ζωηρής παιδικότητας και τον καιρό μιας υπόγεια ταραγμένης εφηβείας ξεπροβάλλουν ως πρώτες αναγνωστικές ενθυμήσεις συγγραφείς και βιβλία που δεν είναι σαφές κατά πόσο προέκυψαν από την υπόδειξη του οικείου περιβάλλοντος και κατά πόσο αποτέλεσαν επιλογή πρόωρης καταφυγής. Ανατρέχω πάντα με συγκίνηση και χωρίς επεξεργασία στην Πηνελόπη Δέλτα, τον Κάρολο Ντίκενς, τον Ιούλιο Βερν, περνώ στους πεζογράφους της γενιάς του τριάντα –Τερζάκης, Βενέζης, Μυριβήλης, Θεοτοκάς– και εισέρχομαι σκεπτικός στον κόσμο της συνειδητοποίησης χάρη στον Καζαντζάκη και τον Τολστόι, δασκάλους της γραφής.

Από πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

Αν αφαιρέσουμε φυσικά το γράψιμο που συνδέεται με την υποχρέωση, σχολική ή φοιτητική, η γραφή ως αυτόνομη δημιουργική χαρά ξεκινά από μια χειρόγραφη «εφημερίδα» που συντάσσαμε με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, ως ειδησεογραφικό όργανο κάποιου μυθικού κράτους. Η λογοτεχνία μάλλον άργησε να έρθει ως αποφασιστική πράξη. Ήταν η απάντησή μου στο ερώτημα της ζωής μετά τις μάλλον αδιάφορες κατά βάθος πανεπιστημιακές σπουδές, με κάποια λυρικότατα, αμφίβολης αξίας πεζά που με βοήθησαν ωστόσο να ξεκαθαρίσω ποια ζωή ήθελα να ζήσω. Γράφοντας.

Τι είναι αυτό που σας κάνει να γράφετε και να εμπνέεστε; Μήπως η γραφή είναι ένα ασίγαστο πάθος;

Για την έμπνευση είναι αδύνατο να απαντήσω – νομίζω πως αν το μάθαινα θα έπρεπε να βρω κάτι άλλο για… να με εμπνέει. Όσο για το πάθος, ναι. Είναι κάτι που υφίστασαι ως βίαιη ανάγκη έκφρασης αφού όλοι οι άλλοι τρόποι αποδεικνύονται ατελέσφοροι. Ακόμη και η σιωπή. Ασίγαστο δεν ξέρω αν είναι. Είναι στιγμές που γίνεται άχθος ή αδιάφορος εθισμός. Επανέρχεται όμως διαρκώς. Κι αυτή η διαρκής επιστροφή κάτι σημαίνει. Κάτι πολύ ισχυρό, κάτι πέραν μιας απλής συνήθειας. Σαν ένας κύκλος που δεν κλείνει ποτέ.

Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε το μυθιστόρημα Ο κύκλος του χώματος, από τις εκδόσεις Καστανιώτης. Ποιος ήταν ο λόγος που το γράψατε;

Αν η γραφή είναι μια μέθοδος αυτογνωσίας κι όχι απλώς μια συναισθηματική εκτόνωση ή περίτεχνη αφήγηση ενός επεισοδίου της ζωής, η περιγραφή μιας εποχής, με κέντρο κομβικής ιστορικής σημασίας γεγονότα, όπως αυτά που συνέβησαν το καλοκαίρι του 1974, νομίζω πως δίνει –με τον τρόπο της λογοτεχνίας βέβαια, που είναι τρόπος ελευθερίας και δεν έχει τις δουλείες των ιστορικών και κοινωνικών επιστημών–, την ευκαιρία να αναστοχαστούμε για τη ζωή και τις επιλογές μας, για τις πράξεις και τις παραλείψεις μας (ατομικές και κοινωνικές) εδώ και δεκαετίες. Φυσικά, από την ομολογημένη αυτή πρόθεση ως τη συγγραφή μεσολαβεί ένας ολόκληρος κόσμος, μια πορεία προσωπική και μια ωριμότητα που μόνο ο αναγνώστης μπορεί τελικά να αποτιμήσει ως προς το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα αλλά και ως προς τα γεγονότα που ήταν η απαρχή της έμπνευσης.

Με άξονα τον ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά μαθαίνουμε την κυπριακή τραγωδία. Τι θυμούνται οι Νεοέλληνες από τη μαρτυρική νήσο;

Ελάχιστα πράγματα, φοβάμαι. Η κυπριακή τραγωδία συγκεφαλαιώνει, μέσα στο θαύμα του νέου ελληνισμού, τη σκοτεινή του πλευρά που κάνει πολλούς να απωθούν αυτό το ζήτημα είτε από ενοχές και απωθημένα είτε από έναν βαθιά ριζωμένο μικροελλαδικό φιλοτομαρισμό. Θα περίμενε κανείς μιαν ελάχιστη ευγνωμοσύνη απ’ όλους μας, καθώς η μεταπολιτευτική δημοκρατία μας και οι δεκαετίες της ευημερίας θεμελιώθηκαν πάνω στη θυσία της Κύπρου. Πρόκειται για ηθικό στίγμα και ιστορική απρέπεια που καμιά «δεξιά» ή «αριστερή» λαθροχειρία, καμιά εθνικόφρων ρητορεία μα και καμιά ανθρωπιστική παραμυθία δεν θα καταφέρει να εξαλείψει.

Πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε προδοσία στην Κύπρο. Ποια είναι η γνώμη σας;

Είναι προφανές για όποιον έχει ελάχιστη γνώση των στοιχείων και των γεγονότων όχι μόνο του 1974 αλλά συνολικά του κυπριακού και της πολιτικής της δικτατορίας, πως η μακρόχρονη υπονόμευση της κυπριακής δημοκρατίας, το εγκληματικό πραξικόπημα που «άνοιξε» την πόρτα στον «Αττίλα» και η καθολική εγκατάλειψη της Κύπρου από την Αθήνα (παρά τις ηθικές αλλά και νομικές υποχρεώσεις της ως εγγυήτριας δύναμης βάσει του Συντάγματος του 1960), αποτελούν ορισμό της προδοσίας, όσα προσχήματα και αν επικαλούνται οι αυτουργοί της. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη συνειδητή παραχώρηση ελληνικού εδάφους και την ανοχή της καταστροφής εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων;

Ο Αλέξανδρος Γαβαλάς είναι αγνοούμενος. Αλήθεια, ποια ήταν η τύχη των Κύπριων αγνοούμενων;

Είναι βέβαιο πια αυτό που πολλοί φοβούνταν από τα πρώτα χρόνια και δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Οι αγνοούμενοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από τα τουρκικά στρατεύματα, παρότι ήταν αιχμάλωτοι πολέμου και προστατεύονταν από το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία για να μην υποστεί την κατακραυγή γι’ αυτό το έγκλημα πολέμου δεν τόλμησε ποτέ να το ομολογήσει επίσημα, επιτυγχάνοντας παράλληλα να κρατά σε ψυχολογική «ομηρία» χιλιάδες οικογενειών που μαθαίνουν σήμερα με οδυνηρό τρόπο την αλήθεια. Τώρα πια αγνοούμενοι είμαστε όλοι εμείς. Αγνοούμενοι της Ιστορίας.

Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος καταφέρνετε να κρατήσετε αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ποια είναι η τεχνική του συγγραφέα;

Δεν ξέρω αν πρόκειται για τεχνική ή για το ύφος, εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο κάθε συγγραφέα που χτίζεται καθώς εξελίσσεται η συγγραφή. Εννοώ τη γλώσσα που καθιστά λογοτεχνικό ένα κείμενο, τις ζυγισμένες παρεκβάσεις που επιβραδύνουν την αφήγηση αλλά δεν την αποσυναρμολογούν, μια πειθαρχημένη δομή που ελέγχει τα ελλειπτικά στοιχεία, τους μονολόγους που φωτίζουν τους ήρωες και βέβαια την καθοδηγητική ιδέα που πρέπει να συνέχει ένα έργο.

Όλοι οι ήρωές σας μοιάζουν με τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας. Μήπως η εμπειρία βοηθά στο πλάσιμο των χαρακτήρων κατά τη γραφή;

Ασφαλώς η εμπειρία είναι ένα σημαντικό στοιχείο οικοδόμησης, χωρίς να είναι το μόνο. Καίρια είναι και η σημασία της φαντασίας. Σε κάθε περίπτωση η δημιουργία ζωντανών, αληθινών χαρακτήρων είναι το βασικό «στοίχημα» κάθε μυθοπλασίας που υποφέρει συχνά από έλλειμμα προσώπων και πλεόνασμα ιδεών και παρατηρήσεων με ήρωες προσχηματικούς που δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους και δεν πείθουν τον αναγνώστη.

Η οικονομική κρίση επηρέασε και το αναγνωστικό κοινό. Συνεχίζει να διαβάζει ο μέσος αναγνώστης;

Η οικονομική αλλά και η γενικότερη κρίση επηρέασε κάθε πτυχή της ζωής μας – άρα και την ανάγνωση, τη συγγραφή ή τις εκδοτικές προτεραιότητες. Φοβάμαι πως ειδικά στην Ελλάδα είναι δύσκολο ακόμη να σκιαγραφήσουμε αυτό που ονομάζεται «μέσος αναγνώστης», ώστε να μελετήσουμε τις αναγνωστικές του συνήθειες. Δεν απευθυνόμαστε στο ίδιο κοινό κι ούτε ενδιαφέρονται όλοι για τις συγγραφικές μας επιλογές. Οι συλλογικές ταυτότητες υπάρχουν αλλά δεν εντασσόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο σ’ αυτές. Η κρίση, ωστόσο, είναι παρούσα και μας αναγκάζει όλους να αποκαλύψουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Κι αυτό ίσως ήταν ένα μεγάλο δώρο, το πρώτο βήμα μιας ιστορικής ανάταξης.

Είναι η γραφή μια μορφή τέχνης που θα μπορέσει να δημιουργήσει πυρήνες αντίστασης για να ξυπνήσει ο αναγνώστης και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με άλλη ματιά;

Ναι, πάντα η λογοτεχνία ήταν πράξη αντίστασης προς έναν κόσμο που συγγραφείς και αναγνώστες για διαφορετικούς προφανώς λόγους εύρισκαν ανυπόφορο. Γράφοντας αλλάζουμε τον κόσμο, έστω κατά φαντασίαν, ή εν πάση περιπτώσει δηλώνουμε την ανάγκη μας να δούμε αλλιώς την πραγματικότητα. Κι αυτό ήδη συνιστά ένα βήμα αλλαγής. Από την εσωτερική αντίσταση και την αλλαγή κοσμοθέασης ξεκινούσαν πάντα οι άνθρωποι πριν κάνουν ένα βήμα προς την αλλαγή του κόσμου.

Έχετε γράψει και ιστορικά βιβλία. Τι σας γοητεύει από την Ιστορία;

Όσο κι αν μια διαδεδομένη πρόληψη θεωρεί πως η Ιστορία αφορά το παρελθόν, πως αφορά κάτι πίσω μας, στη δική μου αντίληψη ζωής αφορά το σήμερα, είναι μια πραγματικότητα εντός μας που ρυθμίζει αυτό που ζούμε. Η γοητεία της προέρχεται, νομίζω, τόσο από την αίσθηση πωςόταν βυθίζεσαι στην Ιστορία ζεις πολλές ζωές, σε διαφορετικές περιόδους και δοκιμάζεις πλήθος εμπειριών, όσο και από την πεποίθηση πως δεν υπάρχει καλύτερο όργανο αυτογνωσίας από τη γνώση των ιστορικών γεγονότων και την αναζήτηση των αιτίων τους.

Ασχολείστε με το διαδίκτυο; Ποια είναι η γνώμη σας για τα ηλεκτρονικά περιοδικά;

Παρά τη γενικότερη δυσανεξία μου προς την τεχνολογία, χρησιμοποιώ σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, συμμετέχω σε κοινωνικά δίκτυα (facebook) και παρακολουθώ ηλεκτρονικά μέσα, σελίδες και περιοδικά. Ένας νέος κόσμος γεννιέται και, όπως όλα τα τεχνικά μέσα στην ιστορία του πολιτισμού, πρέπει να κρίνονται από τον τρόπο χρήσεως και όχι από κάποιαν ουσία του μέσου. Το προβληματικό μέρος της αναπόφευκτης προόδου εμφανίζεται από τη στιγμή που αυτό το μέσον διεκδικεί αποκλειστικότητα και αναπαράγει παθογένειες γνωστές και από την ιστορία του έντυπου λόγου, με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα πλέον. Για να το πω αλλιώς: οι άνθρωποι είναι το ζήτημα, όχι τα μέσα.

Σήμερα βλέπουμε πολλούς νέους συγγραφείς να εκδίδουν μυθιστορήματα και ποιήματα. Όλες αυτές οι εκδόσεις βοηθούν να αναδειχτούν και να ακουστούν νέες ιδέες;

Δεν είμαι βέβαιος αν ο υπερπληθωρισμός της γραφής και της έκδοσης λειτουργεί θετικά, αρνητικά ή είναι τελικά αδιάφορος ως προς την εξέλιξη της λογοτεχνικής παραγωγής. Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα για κάθε άποψη. Σκέπτομαι πως μάλλον πρόκειται για ακόμη μια μορφή «εξέγερσης των μαζών», για μια μορφή μαζικής δημοκρατίας της έκφρασης. Βέβαια, νέοι συγγραφείς πάντα θα εμφανίζονται, είναι νομοτελειακή η είσοδός τους στη λογοτεχνική ζωή καθώς οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη. Η ανάδειξή τους όμως και η καθιέρωση είναι μια σύνθετη διαδικασία στην οποία υπεισέρχονται πολλοί άλλοι παράγοντες και κυρίως τελούν, δυστυχώς, μέσα σ’ ένα κλίμα όπου ο κριτικός λόγος είναι πια αμφίβολης αξίας. Όσο για τις νέες ιδέες, σίγουρα ακούγονται και θα ακούγονται στο μέλλον, μέχρι να γίνουν κι αυτές… παλιές. Αυτή είναι η μοίρα των πραγμάτων που υπακούουν στη φθορά του χρόνου. Γι’ αυτό όμως και είμαστε καταδικασμένοι να αναζητούμε ιδέες που δεν γερνούν αλλά εμπνέουν τη ζωή και απαντούν στον θάνατο, απαντούν σε νέες και παλιές ιδέες βαρβαρότητας.

Είστε από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ονειρεύονται και να κάνουν σχέδια για το μέλλον;

Έπαψα να ονειρεύομαι από τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως η γραφή είναι ένα είδος μοίρας, ένα συνειδητό όνειρο σ’ έναν κόσμο ανήσυχου ύπνου. Παλαιότερα, με το θράσος της νιότης μ’ άρεσε να λέω «ταξιδεύω με όποιο καιρό βρω». Τώρα τα σχέδιά μου εξαντλούνται σε κοινές εμπειρίες με τους ανθρώπους που αγαπώ, σε ιδέες που αναζητούν το σχήμα και τα πρόσωπα για να γίνουν έργα, στην προσδοκία να ανθίζουν και να μεγαλώνουν όσα φυτεύω στο πατρικό κτήμα και όλα εκεί να γίνονται πιο όμορφα. Να κάνουμε λίγο πιο όμορφο τον κόσμο μας. Να ένα σχέδιο που ενώνει την τέχνη και τη ζωή σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη διαπάλη παλαιών και νέων μορφών χυδαιότητας.