«Οι τουρίστες ήταν με το κοστούμι, όχι με το μαγιό»!

Ο Φεφτζή Μπεκάκη, είναι ο πρώτος στη Ρόδο που ξεκίνησε να νοικιάζει αυτοκίνητα στους τουρίστες. Πενήντα χρόνια έχει σ΄ αυτή τη δουλειά, εκεί, στο ίδιο σημείο της οδού Παπανικολάου που την έλεγαν Βασιλέως Κωνσταντίνου, απέναντι από το ξενοδοχείο των Ρόδων.

Με μια ποιότητα και ευγένεια, άλλης εποχής, μέχρι σήμερα, με βαθιά γνώση για τ΄ αυτοκίνητο, και τις μεταβολές που έφεραν τα χρόνια στην ποιότητα των τουριστών που μας επιλέγουν πια.

Μεγάλη αγάπη τ΄ αυτοκίνητο για κείνον, κι όταν μια φορά όλη κι όλη έτρεξε στους Αγώνες Ακριβείας και Δεξιοτεχνίας του 1968, όπου έτρεχαν οι Ροδίτες, πρώτος ήρθε, πήρε το κύπελλο.

Οι άνθρωποι που αποτέλεσαν πολλές φορές το λόγο για να επαναλαμβάνουν τις επισκέψεις τους στη Ρόδο οι άλλοτε καλοί τουρίστες είναι πια λίγοι και ακόμα λιγότεροι είναι όσοι βρίσκονται στις επάλξεις!

 

Πώς μεγαλώσατε, πώς έγινε και ξεκινήσατε τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων στη Ρόδο;
Στα παιδικά μου χρόνια πήγαινα σε δύο σχολεία, στο ελληνικό τη μισή μέρα και στο τούρκικο τ΄ απόγευμα. Έμαθα άπταιστα και τις δύο γλώσσες. Έζησα στα Κρητικά, μέχρι τα 25 μου χρόνια. Η πρώτη μου δουλειά το 1965 ήταν υπάλληλος σε κάποιον που ήρθε από την Αφρική και άνοιξε μαγαζί με ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Ήταν απέναντι από το Γκραντ Οτέλ, το ξενοδοχείο που έμεναν καλοί πελάτες, τους έφερνε τότε το πρακτορείο του Καραγιαννίδη κι οι αδελφοί Γκιορσούλ. Τότε υπήρχε ένα ακόμα μαγαζί με ενοικιάσεις αυτοκινήτων στη Ρόδο, της AVIS.

Τι τουρίστες έρχονταν, τι εθνικότητας;
 Ήταν Σκανδιναβοί, πάρα πολύ καλοί πελάτες. Το μαγαζί έκλεισε, αρρώστησε ο ιδιοκτήτης δύο χρόνια μετά, κι εγώ τότε το 1967 άνοιξα αυτό το μαγαζί στο οποίο είμαι μέχρι σήμερα.

Στο δρόμο μπροστά στο ξενοδοχείο των Ρόδων.
Η σημερινή οδός Παπανικολάου που τότε λεγόταν Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Ξέρατε από αυτοκίνητα, τρέχατε και σ΄ αγώνες!
Ήξερα να οδηγώ από το 1961, μ΄ άρεσαν τ΄ αυτοκίνητα. Οδηγούσα Opel, τα Ford, τα Φολκσβάγκεν, ο σκαραβαίος ήταν το αγαπημένο μου αυτοκίνητο.  Έμεινα χωρίς δουλειά, και τότε ο Λίλος Δημητράκης που ήταν για μένα αδελφός, φίλος καρδιακός, τον αγαπούσα και μ΄ αγαπούσε πολύ, μου νοίκιασε αυτόν τον χώρο και μετά μου τον πούλησε κιόλας. Το 1967 ήταν χρυσή εποχή, σιγά-σιγά τα τρία αυτοκίνητα με τα οποία ξεκίνησα έγιναν 40. Ήμασταν η AVIS, κι εγώ.

Το «Ρόδων» λειτουργούσε ως ξενοδοχείο;
Λειτουργούσε ως ξενοδοχείο και είχε ωραίους πελάτες. Όλοι έρχονταν με το κοστούμι, κι όχι με το μαγιό, κοστουμαρισμένοι, άλλης ποιότητας τουρίστες.

Ξέρω ότι είχατε όλους τους γνωστούς ηθοποιούς πελάτες και τους τραγουδιστές, και τους αστέρες του Χόλυγουντ…
Όλους όσους έρχονταν στη Ρόδο. Ο Μπάρκουλης  ερχόταν συνέχεια στη Ρόδο, κι αργότερα έτρεχε και στο Σιρκουί, ερχόταν ο Κωνσταντάρας και τα λέγαμε, αρχοντάνθρωπος. Τραγουδιστές, πλούσιοι Ισραηλίτες, Αμερικάνοι…

Ήτανε κι άλλοι τότε στη δρόμο αυτό, την Βασιλέως Κωνσταντίνου που μετονομάστηκε σε Παπανικολάου;
Ήταν ο καλύτερος δρόμος, αλλά ήταν σαν εξοχή. Μόνο το ξενοδοχείο «Ρόδων» υπήρχε, το παλιό «Σεβαλιέρ» και το Γκραντ Οτέλ. Ο Ντελούκας το εστιατόριο, στο Ντελούκα έτρωγαν οι περισσότεροι, το «Όσκαρ» πιο κάτω στη γωνία όπου κάηκε το 1973 και κάηκαν μαζί 33 άνθρωποι, ένα συνταρακτικό γεγονός εκείνη την εποχή. Από την κάτω πλευρά το σημερινό «Καβαλιέρε» ήταν πανσιόν. Το κινηματοθέατρο «Ρόδων» υπήρχε, το Δημαρχείο, η Νομαρχία, ο Ευαγγελισμός, τα άλλα ήταν χωράφια.

Κι από κάτω η θάλασσα.
Στο σημείο αυτό ήταν οργανωμένο το μπάνιο. Υπήρχε το τραμπολίνο, και οι ξαπλώστρες οι καλές, οι πολυτελείας κάτω από το «Έλλη» που επίσης υπήρχε. Οι ξαπλώστρες  ήταν του Ευθύμιου, του καλού τ΄ ανθρώπου, με το καλαμπούρι του, με την ευγένειά του…  Πήγαιναν εκεί όσοι ήθελαν να κάνουν το μπάνιο τους αλλάζοντας σε καμπίνες, πίνοντας το αναψυκτικό τους και έχοντας όλα τα κομφόρ.

Μετά τους Σκανδιναβούς ποιες άλλες εθνικότητες άρχισαν να καταφθάνουν;
Οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, και συνάμα μεμονωμένοι Γάλλοι. Μετά άρχισαν να ΄ρχονται οι Ιταλοί, οι οποίοι ήταν πάρα πολύ καλοί πελάτες. Όλοι με χρήματα μαζί τους. Ήταν καλής ποιότητας τουρίστες και νοίκιαζαν αυτοκίνητα όχι για μία μέρα, αλλά από επτά έως δεκατέσσερις μέρες. Ο σημερινός τουρίστας με το βραχιολάκι, το μόνο που κάνει είναι φαγητό και ύπνο και μία μέρα στην Παλιά Πόλη. Είχαμε καλές σχέσεις μαζί τους, τις διατηρούσαμε χρόνια, πηγαίναμε για φαγητό με τους πελάτες μας, κι αυτοί έρχονταν και ξανάρχονταν. Αισθανόμασταν ότι κάτι έπρεπε να κάνουμε γι αυτούς και το κάναμε.

Τρέξατε και σε αγώνες, μία φορά και καλή!  Γιατί δε συνεχίσατε;
Έτρεξα για μια χρονιά, το 1968. Έτρεξα με χρονομέτρη το Σίμο Παρασκευά, στο ράλι Ακριβείας της Ρόδου. Μεταξύ αυτών που τρέξαμε ήταν οι αδελφοί Πανηγύρη, ο Αρνάς, ο Μεθενίτης, ο Καλλιγάς ο οποίος τούμπαρε τ΄ αυτοκίνητο στις στροφές της Λαχανιάς, ευτυχώς χωρίς σοβαρό τραυματισμό. Έτρεξα με ένα Μόρρις 1.100. Κατεβαίνοντας στον Προφήτη Ηλία, ο γαμπρός μου ήταν στους κριτές και του είπανε «ο γαμπρός σου είναι πρώτος…». .. Στον τερματισμό στο Μαντράκι ,με κατατάξανε τρίτο. Ακόμα διερωτώμαι γιατί. Δεν έχω καταλάβει. Βλέποντας την κατάταξη απογοητεύτηκα, είπα «δεν ξανατρέχω»… Τους απέδειξα όμως πως οδηγούν αυτοκίνητο, ανάμεσα στα βαρέλια μέσα στο Μαντράκι και ήρθα πρώτος στη δεξιοτεχνία.

Μια γεμάτη ζωή είχατε, αν ξεκινούσατε απ΄ την αρχή τι θ΄ αλλάζατε;
Θα άλλαζα πολλά. Πενήντα χρόνια η ζωή! Καταρχήν αγαπώ τ΄ αυτοκίνητο πάρα πολύ. Αλλά θ΄ άκουγα το γιό μου, το Μεμέτ γιατί έχει ωραίες ιδέες.