Κιβωτοί απωθημένων σε ακούνητη θάλασσα


Του
Γιώργου Στράτου
από την Δημοκρατία

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι, μία εικόνα μού έχει σφηνωθεί στο μυαλό.
Η ίδια, είτε τη βλέπω ζωντανή είτε ποσταρισμένη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν είναι η νοσταλγία για ακόμη ένα καλοκαίρι που φεύγει. Ούτε το πέρασμα του χρόνου που αυτό σημαίνει. Είναι η συνειδητή θλίψη που προκαλεί, έστω και αλληγορικά, η θέα μιας κοινωνίας στην αποχαύνωση της απόλυτης φαντασίωσης.

Τα χαζεύω να κάθονται και να σηκώνονται ώρες ατέλειωτες στις μαξιλάρες, στους καναπέδες και στα σκαμπό των lounge και των beach bars. Οι ανεμιστήρες που πετάνε από πάνω τους το νερό τα κάνουν να μου θυμίζουν πιο πολύ χρυσόψαρα μέσα στη γυάλα. Είναι όμορφα, τα πιο πολλά, αγόρια - κορίτσια. Αλλά και τα λιγότερο εμφανίσιμα είναι περιποιημένα. Η αποθέωση του στιλ, ιδίως όταν είναι επιμελώς ατημέλητο. Στην τρίχα, λες και βγήκαν από περιοδικό ή από διαφήμιση. 

Καμία σχέση όχι μόνο με το νεανικό παρελθόν των γονιών τους, αλλά ούτε με αυτό των μεγαλύτερων αδελφών τους. Και οι κινήσεις τους, το ίδιο. Ανετες, με χάρη, βγαλμένες από άλλους κόσμους και προορισμένες για άλλους κόσμους. Αμα δεν ζηλεύεις τα νιάτα, ξεχνιέσαι. Η «ντόλτσε βίτα» σε ριμέικ στο Μόντε Κάρλο.

Τα μαγαζιά αυτά μοιάζουν με ένα ατέλειωτο κατάστρωμα ή με προκυμαία. Και όλοι οι θαμώνες σού δίνουν την εντύπωση είτε ότι μόλις κατέβηκαν είτε ότι σε λίγο θα ανέβουν στο κότερο. Σκέτο κότερο, χωρίς βόλτα. Τσιμέντο η θάλασσα, ακούνητη, όπως τα βρόμικα πεζοδρόμια γύρω γύρω. Δεν υπάρχει ούτε ταξίδι ούτε προορισμός, όπως δεν υπάρχει ούτε αέρας στην ατμόσφαιρα.
Είναι στεγνή σαν ξεραμένος αφρός από φραπέ ή από φρέντο καπουτσίνο. Λίγες οι κουβέντες και πάντα προσαρμοσμένες στο στιλ και το στήσιμο. Σκηνοθεσία και ρόλοι στους οποίους υπακούν όλοι! Οχι ό,τι του κατέβει του καθενός και της καθεμιάς.

Προσπαθούν να την υγράνουν με κάτι πάρτι που καταλήγουν στην καλύτερη ρετρό ντίσκο βραδιές, στη χειρότερη ευπρεπές πρόγραμμα λάιτ στριπτιζάδικου. Προτού η βραδιά ολοκληρωθεί πάντα με το γάβγισμα των «σκυλιών» που αλυχτάνε κυνηγώντας τη δική τους σωτηρία, ανίκανα αυτά να χωνέψουν το τραύμα του δικού τους οικογενειακού καναπέ.

Ολα μοιάζουν δήθεν χαλαρά, αλλά είναι τσιτωμένα έως τα δόντια. Ολοι στήνονται, όλοι ποζάρουν, είναι σαν να βλέπεις μία ατελείωτη φωτογράφιση που θα αναρτηθεί στο facebook. Παίρνουν πολλά likes, αλλά πόσοι πραγματικά γουστάρουν αυτήν τη ζωή του «μπας και γίνει κάτι άλλο απόψε»; Μπας και τι, δηλαδή; Μπας και πού και μπας και με ποιους και με ποιες; Ολα και όλοι είναι αλλού; Δεν έχει μείνει τίποτα και κανένας εδώ;

Ασορτί με την εθνική μας φαντασίωση της μετάθεσης των πάντων σε άλλα χρήματα από αυτά που έχουμε, άλλα κόλπα από αυτά που ξέρουμε, άλλες ζωές από αυτές που ζούμε, τα πολυτελή αυτά lounge έγιναν μικρές κιβωτοί ανεκπλήρωτων απωθημένων. Εχε γεια, αποχαυνωμένο καφετεριάτο!

Ευτυχώς, στον κατακλυσμό που έρχεται, και να μην αντέξουν, έχουν πολλά σανίδια από ντεκ για να πιαστούν οι ναυαγοί επιβάτες τους. Μόνο που το κολύμπι που τους περιμένει είναι στην κανονική ζωή και όχι σε ριάλιτι.