Η κεντροαριστερά  θέλει πρόεδρο και όχι συντονιστή

«Το νέο κόμμα της Κεντροαριστεράς μπορεί να προκύψει εφόσον διευκρινιστεί ότι ο πρόεδρός του θα είναι πραγματικός πρόεδρος και όχι συντονιστής των διαφόρων κομμάτων και κινημάτων», επισημαίνει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αντιπρόεδρος της Βουλής και βουλευτής Δωδεκανήσων της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, Δημήτρης Κρεμαστινός, αναφερόμενος στις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Παράλληλα, ο κ. Κρεμαστινός ασκεί, επίσης, κριτική στην κυβέρνηση, ενώ επισημαίνει την αναγκαιότητα να υπάρξουν ειδικές πολιτικές για τα νησιά και αντιμετώπιση των προβλημάτων που υπάρχουν στον τομέα της υγείας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Δημήτρη Κρεμαστινού στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο και στον Λουκά Μαστή

Πως κρίνετε την πορεία της κυβέρνησης κ. Πρόεδρε;
Ο κ. Τσίπρας απώλεσε μοναδική ευκαιρία να ηγηθεί μίας κυβέρνησης όλων των κομμάτων του ευρωπαϊκού τόξου και να δημιουργήσει διεθνώς την εντύπωση ότι υπάρχει σταθερό πολιτικό περιβάλλον και βούληση ούτως ώστε οι επενδυτές, και κυρίως οι ξένοι, να αισθανθούν ασφαλείς και να επενδύσουν. Αντ’ αυτού προχώρησε σε εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση με τη στήριξη ενός ακραίου δεξιού κόμματος των ΑΝΕΛ και εν μέσω διχογνωμιών για το θέμα των επενδύσεων, οι επενδύσεις καρκινοβατούν και η χώρα δεν μπορεί να εισέλθει στην ανάπτυξη.

Αντίθετα, αναγκάστηκε να επιβάλλει σκληρή φορολογία και να δεχθεί έτι περαιτέρω μείωση των μισθών και συντάξεων, αυτός ο οποίος είχε υποσχεθεί επαναφορά των μισθών και των συντάξεων στις αρχικές τους αξίες. Και όλα αυτά προκειμένου να διασφαλίσει το πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο απαιτεί η τρόικα. Έτσι, η αδυναμία της κυβέρνησης πληρώνεται αδρά από το λαό με άγνωστο και μη ορατό το μέλλον της χώρας.

Οι διεργασίες για την ίδρυση νέου κόμματος της Κεντροαριστεράς μπορεί να έχουν αποτέλεσμα;
«Το νέο κόμμα της Κεντροαριστεράς μπορεί να προκύψει εφόσον διευκρινιστεί ότι ο πρόεδρός του θα είναι πραγματικός πρόεδρος και όχι συντονιστής των διαφόρων κομμάτων και κινημάτων. Οι πρώτες ενδείξεις για την επιτυχία του νέου φορέα θα εξαρτηθούν από τον αριθμό των ατόμων που θα ενδιαφερθούν και θα προσέλθουν ως ψηφοφόροι την ημέρα των εκλογών.

Έτσι, θα δοθεί και η εικόνα της δυναμικής του κάθε χώρου από τον αριθμό των ψήφων που θα λάβουν οι υποψήφιοι. Όμως, η απόφαση για τη διάλυση των κομμάτων πρέπει να παρθεί από τη βάση του κάθε κόμματος, διαδικασίες οι οποίες δεν είναι καθόλου εύκολες. Ο Α. Παπανδρέου με τη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη επιβεβαίωσε τη σταθερή προσήλωση σε αρχές και αξίες, η οποία σε συνδυασμό με την αυτοοργάνωση του κόμματος από την πόλη μέχρι το τελευταίο χωριό, αποτέλεσαν τα στοιχεία εκείνα που επέφεραν την πολιτική ανατροπή.

Τότε, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν δέχτηκε την προεδρία των κομμάτων του Κέντρου που του προσφέρθηκε. Ούτε καν διανοήθηκε με οποιοδήποτε σύστημα εσωκομματικών εκλογών να διεκδικήσει αυτή την προεδρία. Παρέμεινε πιστός στις αρχές του ακόμα και όταν ηττήθηκε στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές με 13,6% έναντι 20,4% του Γεωργίου Μαύρου που ηγείτο των παραδοσιακών δυνάμεων του Κέντρου.

Το αποτέλεσμα είναι σε όλους γνωστό. Όλες οι δυνάμεις του Κέντρου σιγά – σιγά συγκεντρώθηκαν στο ΠΑΣΟΚ, ακόμα και ο ίδιος ο ηγέτης του Γεώργιος Μαύρος προσχώρησε ως βουλευτής Επικρατείας.

Οι οδυνηρές αναμνήσεις που είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου από την πολυκομματική λειτουργία της Ένωσης Κέντρου δεν τον άφησαν ούτε καν να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να συνυπάρξει σε ένα πολιτικό σχήμα όπου οι ομαδάρχες θα τον υπονόμευαν. Όλα αυτά δείχνουν πόσο δύσκολο είναι από τη βάση ενός χώρου να προκύψει αρχηγός χωρίς να ακολουθεί το πρότυπο που ο Α. Παπανδρέου έφερε με την διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη στην Ελλάδα.

Απαιτούνται ειδικές πολιτικές για τα νησιά;
Είναι αυτονόητο, άλλωστε το προβλέπει και το Σύνταγμα με ειδικό άρθρο. Ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να διαφοροποιεί κάθε νόμο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ευνοϊκότερος για τα νησιά. Για αυτό και θα έπρεπε η τοπική αυτοδιοίκηση για κάθε νόμο που δεν υπάρχει διαφοροποίηση υπέρ των νησιών να προσφεύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Δυστυχώς αυτό δεν γίνεται, για αυτό άλλωστε υπάρχει και αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά της κυβέρνησης όσο αφορά το οικονομικό καθεστώς των νησιών.

Οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ που ισχύουν στα νησιά πρέπει να παραμείνουν;
«Ασφαλώς και πρέπει να παραμείνουν. Είναι αυτονόητο μέσα στο πλαίσιο των ευεργετημάτων που περιμένουν τα νησιά από την πολιτεία σε εφαρμογή του Συντάγματος να ενταχθεί και η διαφοροποίηση όσον αφορά τον ΦΠΑ. Είναι αδιανόητο αυτή η κυβέρνηση με ειδικό νόμο που αφορά την εξίσωση του ΦΠΑ στα νησιά να αφαιρεί ουσιαστικά τα οικονομικά δικαιώματα τους. Γιατί η εξίσωση του ΦΠΑ είναι ουσιαστική απώλεια δικαιώματος που είχε παραχωρηθεί στα νησιά ακόμα και επί οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα είχαν σεβαστεί αυτά τα προνόμια εκτός από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η οποία παρότι τους είχε υποσχεθεί τα πάντα, τους αφαίρεσε σχεδόν τα πάντα.

Ποια είναι η κατάσταση της υγείας στις νησιωτικές περιοχές;
«Η κατάσταση της υγείας στις νησιωτικές περιοχές ποικίλλει από νησί σε νησί. Υπάρχουν νησιά όπως η Ρόδος όπου υπάρχει ικανοποιητική αντιμετώπιση του θέματος υγεία με την λειτουργία του μεγάλου νοσοκομείου στη Ρόδο και υπάρχει και η Κάρπαθος που έχει ένα Κέντρο Υγείας με τεράστιες ελλείψεις. Χαρακτηριστική της εικόνας του Κέντρου Υγείας είναι ότι δεν διαθέτει βασικές για τη ζωή ειδικότητες, συμπεριλαμβανομένης και της καρδιολογίας.

Το Κέντρο Υγείας στερείται καρδιολόγου, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή όχι μόνο του καρπαθιακού λαού, αλλά και των τουριστών που επισκέπτονται την Κάρπαθο. Τώρα με ειδικό νόμο προβλέπει την μεταφορά του κέντρου Υγείας ως έχει στο νοσοκομείο Καρπάθου, δυνάμεως 22 κλινών. Όπως αντιλαμβάνεστε η λειτουργία νοσοκομείου 22 κλινών με μεταφορά του Κέντρου Υγείας σε αυτό, είναι το λιγότερο αστεία. Όταν άρχισε να λειτουργεί το νέο νοσοκομείο στη Ρόδο, δεν μεταφέρθηκαν τα Κέντρα Υγείας στο νοσοκομείο.

Σήμερα τα Κέντρα Υγείας της Ρόδου όσο και των άλλων νησιών καθώς και τα αναβαθμισμένα αγροτικά ιατρεία έχουν τεράστιες ελλείψεις συγκριτικά με ότι διέθεταν τα προηγούμενα χρόνια. Συμπερασματικά η κατάσταση της υγείας στα νησιά δεν είναι καθόλου ικανοποιητική.