Οι Ιταλοί περικύκλωσαν τη Ρόδο κι έριξαν βόμβες στο Μόντε Σμιθ!

Ως απελευθερωτές ήρθαν οι Ιταλοί στη Ρόδο το Μάιο του 1912, αλλά ήθελαν να την κάνουν ορμητήριό τους στη Μεσόγειο και το σχέδιό τους το έθεσαν σε εφαρμογή μεθοδικά και παραπλανητικά. Οι Ροδίτες τους βοήθησαν, οι Τούρκοι ήταν αποδυναμωμένοι, οι μάχες στη Ψίνθο  σφοδρές, και η ελπίδα των ντόπιων ότι θα ενωθούν με την Ελλάδα θέριεψε και διαψεύστηκε πολλές φορές.

Καρέ-καρέ η απόβαση των Ιταλών στη Ρόδο, η κατάληψή της, κι ο ρόλος του στρατηγού των Ιταλικών πολεμικών δυνάμεων Τζιοβάνι Αμέλιο, δοσμένες από πληροφορίες που συγκεντρώνει στο βιβλίο του «Ιστορία της Ρόδου» ο αείμνηστος Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου. Για τα Δωδεκάνησα που ήταν ένα πιόνι στα χέρια των ισχυρών, για τη Ρόδο που γοήτευε όποιον βρισκόταν στο δρόμο της και ήθελε να την κατακτήσει.

Στα τέλη του Απρίλη 1912 Iταλικά πολεμικά άρχισαν να περιπολούν από τα παράλια της Ρόδου έως το Μαρμαρά και να κάνουν νηοψία στα ατμόπλοια της γραμμής. Eπιθεώρησαν μάλιστα και τη θαλαμηγό του Χεδίβη της Αιγύπτου, που ερχόταν από το Mαρμαρά στη Ρόδο. Οι Τούρκοι άρχισαν να προετοιμάζονται σπασμωδικά γιατί περίμεναν από ώρα σε ώρα,  βομβαρδισμό και απόβαση. Στις 4 του Μάη η δεύτερη μοίρα του Ιταλικού στόλου της μεσογείου, 42 πολεμικά (12 θωρηκτά, 20 αντιτορπιλικά και 10 μεταγωγικά υπερωκεάνια) είχε περικυκλώσει από τη νύχτα την πόλη Ρόδου από τα ΒΔ έως τα ΝΑ παράλια, από τα Τριάντα έως τις Καλυθιές, κι έκανε απόβαση 15.000 στρατιωτών στον Κόλπο των Καλυθιών, πίσω από το ακρωτήρι Βόδι.

Όταν ξύπνησε ο λαός,  αντίκρισε με φόβο το θέαμα του αποκλεισμού της πόλης. Ένας πανικός δημιουργήθηκε παντού, έκλεισαν τα καταστήματα βιαστικά όσοι τα είχαν ανοίξει, η αγορά έμεινε έρημη, τα γυναικόπαιδα ζητούσαν καταφύγιο και πολλοί έτρεξαν να φυλαχτούν στα διάφορα προξενεία, τα οποία είχαν υψώσει τις σημαίες τους.

Γιατί ήθελαν τη Ρόδο οι Ιταλοί                               
Μόλις άρχισε ο λαός της Ρόδου να αναπνέει από τη μεγάλη σκλαβιά και να βλέπει το φως μετά το σκοτάδι που επέβαλε για αιώνες η Οθωμανική κατοχή, να ανοίγει σχολεία και να επιδιώκει την αναγέννηση, νέα περιπέτεια περίμενε τα Δωδεκάνησα. Το Σεπτέμβρη του 1911 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία για να πάρει την Τριπολίδα, μία χώρα αραβική απέναντι από την Ιταλία η οποία βρισκόταν σε εγκατάλειψη μέσα στην Τουρκική επικράτεια, με σκοπό να εγκαταστήσει δικούς της πληθυσμούς. Η Ιταλία ήθελε να ιδρύσει αποικίες  για να αναπτύξει την οικονομική της πολιτική και να ανακουφιστεί από το δημογραφικό της πρόβλημα.

Η αύξηση του πληθυσμού της,  της δημιουργούσε προβλήματα και είχε ανάγκη να αποκτήσει εδάφη όπου να καταφεύγουν ως άποικοι επιχειρηματίες, επιστήμονες, βιοπαλαιστές. Είχε κάνει ήδη τις πρώτες αποικίες στην Ερυθραία και τη Σομαλία, η επίθεσή της όμως στην Αιθιοπία (1896) είχε οδυνηρά αποτελέσματα. Με τις πρώτες επιχειρήσεις κατόρθωσε να καταλάβη μεγάλο τμήμα της χώρας και κήρυξε την προσάρτησή της στην Ιταλία, οι Νεότουρκοι όμως, συνέχιζαν τον αγώνα στο εσωτερικό μαζί με τους Άραβες, κι επειδή δεν είχαν αρκετά στρατεύματα και πολεμοφόδια έφερναν ενισχύσεις από τις μικρασιατικές ακτές.

Για το λόγο αυτό οι Ιταλοί ήθελαν να καταλάβουν μερικά νησιά κοντά στη Μικρασία για να εμποδίσουν την αποστολή βοηθειών, ώστε να αναγκαστούν οι Τούρκοι να υπογράψουν ειρήνη, διαφορετικά ο πόλεμος θα εξαντλούσε την Ιταλία. Το πρόβλημα άρχισε να γίνεται αντιληπτό και διάφορες φήμες διαδίδονταν στη Ρόδο, γι  αυτό το «Νεοτουρκικόν κομιτάτον της Ρόδου, Ένωσις και πρόοδος» προσπαθεί να εξοπλίσει τους νέους και να λαμβάνει μέτρα για την ασφάλεια του τόπου. Ο Νομάρχης Σουπχί  βέης, κάλεσε το Νομαρχιακό και το Δημοτικό Συμβούλιο για το θέμα.

Η κατάληψη
Στις 4 του Μάη και αφού οι Ιταλοί περικύκλωσαν από τη νύχτα τη Ρόδο, ο πανικός μεγάλωσε όταν έπεσαν τρεις βόμβες προειδοποιητικές στο Μόντε Σμιθ, με τις οποίες σκοτώθηκαν 2 Τούρκοι στρατιώτες, κι ένας τραυματίστηκε. Συνεχίστηκε ο βομβαρδισμός, κι ο Τουρκικός στρατός με τους Τούρκους εθελοντές και τους Τουρκοκρητικούς, υποχώρησαν στ΄ Ασγούρου και το Κανδηλί.

Το μεσημέρι βγήκε από μία ατμάκατο αποστολή από πέντε μέλη η οποία κρατούσε άσπρη σημαία και ζήτησε από το νομάρχη την παράδοση της πόλης, με εντολή του ναυάρχου Βιάλε. Ο Νομάρχης Σουπχί βέης, αρνήθηκε κι έφυγε στο χωριό Μαριτσά.
Ο στρατός που βγήκε στις Καλυθιές ήταν πεζοναύτες, βερσαλλιέροι (επίλεκτες μονάδες των Ιταλών.

Οι Έλληνες τους ονόμαζαν κοκορόφτερους, έφεραν λοφίο), αλμπίνοι, καραμπινιέροι, ιππικό πυροβολικό ορεινό και πεδινό, πολεμοφόδια, νοσοκομειακά είδη και τρόφιμα. Μια συμπλοκή έγινε με τους Τούρκους στα όρια του Κοσκινού, κι η πόλη εκκενώθηκε, ενώ ο Τουρκικός στρατός από τη Μέγκαβλη  υποχωρεί στη Ψίνθο.

Έπιασαν 50 Τούρκους αιχμάλωτους, συγχρόνως αιχμαλωτίστηκε ένας Ιταλός λοχίας από τους Τούρκους και πέντε στρατιώτες τραυματίστηκαν. Ο βομβαρδισμός επαναλήφθηκε και τ΄ απόγευμα, κι ο φόβος κι η αγωνία στο λαό εξαπλώθηκε.

Την άλλη μέρα το πρωί, Κυριακή 5 του Μάη μπήκε στη Ρόδο ένα σώμα ιππικού για να κατοπτεύσει την πόλη και τ΄ απόγευμα 15.000 στρατιώτες μπήκαν από το δρόμο του Ροδινιού, πέρασαν από την Αγία Αναστασία στην πόλη από την πύλη Κοσκινού (Κόκκινη Πόρτα) με μουσική μπροστά και κατάλυσαν στους Τουρκικούς στρατώνες, το τουρκικό γυμνάσιο «Ιδαδιέ» και σε άλλα κτήρια. Η Ιταλική σημαία υψώθηκε σε όλα τα κτήρια. Την άλλη μέρα Δευτέρα 6 Μάη, τοιχοκολλήθηκε διάταγμα κατοχής του στρατηγού Αμέλιο σε τρεις γλώσσες: ιταλική, ελληνική, τουρκική.

Το διάταγμα ξεκινούσε «Κάτοικοι της Ρόδου…»…  και κατέληγε ότι η Ιταλία «ωθείται υπό τις εξελίξεως του πολέμου εις την κατάληψιν της νήσου σας. Διεξάγουσα πόλεμον κατά της Κυβερνήσεως του Οθωμανικού στρατού, θεωρεί φίλον τον ειρηνικόν και φιλήσυχον πληθυσμόν της Ρόδου». Τους καλούσε να παραδώσουν τυχόν όπλα, κι ο αντιστράτηγος Ιωάννης Αμέλιο συνέχιζε ότι «μία διαφορετική στάσις θα με υποχρέωνε να προσφύγω εις μέτρα δραστήρια, άτινα δεν θα διστάσω, καίτοι μετά λύπης, να εφαρμόσω αμέσως και απηνώς…»…

Η μάχη της Ψίνθου
Μάζεψαν τα όπλα από τους Τούρκους και τους Εβραίους, έπιασαν τα μέλη του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, κι όλους τους υπόπτους, το νομάρχη Σουπχί βέη, κι άλλους υπαλλήλους που είχαν καταφύγει στα Μαριτσά στην αρχή και ύστερα από το βομβαρδισμό είχαν πάει στη Λίνδο. Τους έβαλαν σ΄ ένα πλοίο, μαζί με τους αιχμαλώτους στρατιώτες και τους έστειλαν στην Ιταλία. Ο τουρκικός στρατός είχε αποσυρθεί στο χωριό Ψίνθος. Ήταν 1.300 στρατιώτες που δεν είχαν καμία ενίσχυση ούτε τρόφιμα, και δεν ήταν εύκολο να συνεχίσουν την αντίσταση.

Για να συγκεντρώσουν τρόφιμα έκαναν εξορμήσεις στα γύρω χωριά, Αρχίπολη, Διμυλιά, Σάλακο, Αρχάγγελο, όπου έπαιρναν ψωμιά, αλεύρι και διάφορα τρόφιμα και πλήρωναν την αξία τους. Οι εξορμήσεις αυτές γίνονταν με ειρηνικό τρόπο και μόνο στον Αρχάγγελο σκοτώθηκε ένας χριστιανός σε συμπλοκή. Πάντως όταν οι χωρικοί έβλεπαν το τουρκικό απόσπασμα να βαδίζει προς το χωριό έστω κι αν προειδοποιούσε για την ειρηνική του διάθεση, καταλαμβάνονταν από αγωνία και φόβο.

Οι Τούρκοι σταματούσαν έξω από το χωριό, σε μέρος να μη φαίνονται από τη θάλασσα, κι από εκεί τους έφερνε ο καθένας ό,τι ήθελε. Ο στρατός της Ψίνθου, ήταν έτοιμος σε ώρα ανάγκης να υποχωρήσει και να προχωρήσει από την Αρχίπολη στα  Πλατάνια, Διμυλιά, κι από κει στον Προφήτη Ηλία.

Γι αυτό τα Ιταλικά στρατεύματα ξεκίνησαν από την πόλη Ρόδο, χωρισμένα σε τρία τμήματα, για να κυκλώσουν τον εχθρό. Το κύριο σώμα με τον ίδιο τον Αμέλιο, προχώρησε στο εσωτερικό από τ΄  Ασγούρου τη νύχτα της 15ης Μάη. Το δεύτερο με βερσαλλιέρους, επιβιβάστηκε σε πολεμικό που έπλευσε στα Καλαβάρδα και το τρίτο με αλμπίνους στη Μαλώνα. Από τα τρία σημεία με την οδηγία χωρικών, που γνώριζαν τα μέρη, προχωρούσαν να κλείσουν τους Τούρκους γύρω από τη Ψίνθο.

Μόλις πλησίασαν οι Τούρκοι άρχισαν τον κανονιοβολισμό και προσπάθησαν να υποχωρήσουν στα Μαριτσά. Δεν το κατόρθωσαν όμως γιατί άρχισε ο κανονιοβολισμός από όλα τα μέρη και με πολεμικό από την παραλία Κρεμαστής αναγκάστηκαν να παραδοθούν στις 16 του Μάη. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι 1.300 στρατιώτες, από τους οποίους 38 ήταν αξιωματικοί και οδηγήθηκαν από τα Μαριτσά στην πόλη της Ρόδου την άλλη μέρα, κι από κει στην Ιταλία.

Με την παράδοση του στρατού στην Ψίνθο παραδόθηκαν και τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα που περίσσευσαν. Οι απώλειες των Ιταλών στη μάχη ήταν 1 αξιωματικός και 7 στρατιώτες νεκροί και 36 πληγωμένοι, ενώ των Τούρκων ήταν διακόσιοι περίπου οι νεκροί και πληγωμένοι.

Συνέχισαν τη φορολογία των Τούρκων
Ύστερα από την αιχμαλωσία της φρουράς, ο Αμέλιο έβγαλε δεύτερη προκήρυξη στην οποία τόνιζε ότι φρόντιζε για την κανονική λειτουργία όλων των υπηρεσιών, όπως υποσχέθηκε στο πρώτο διάγγελμά του και κάλεσε το λαό της Ρόδου να επιδοθεί ήσυχος στις συναλλαγές, την καλλιέργεια των αγρών και τη βοσκή των ποιμνίων. Κάλεσε τον Αρχιερατικό Επίτροπο, οικονόμο Παπά Χριστοφή, επειδή δεν είχε έρθει ακόμη ο νέος μητροπολίτης Βενιαμίν και του έδωσε άλευρα για τις άπορες ελληνικές οικογένειες και 50 εικοσάφραγκα, για άπορους μαθητές.

Έκαναν κατάσχεση την ιδιόκτητη λέσχη του Κομιτάτου στο Μαντράκι (Ακταίον) και τη μετέτρεψαν σε Ιταλική Στρατιωτική Λέσχη με το όνομα «Circolo Italia». Διόρισαν μισθωτό δήμαρχο Ρόδου τον Σάββα Παυλίδη, δικηγόρο, που είχε εκλεγεί πριν την κατοχή, όταν ήταν η τουρκική εξουσία ακόμη, ενώ ως μουδίρη της Λίνδου διόρισαν τον Ι. Μακρή.

Έστειλαν καραμπινιέρους και Έλληνες βοηθούς χωροφύλακες στις μουδιρίες και σ΄ άλλα χωριά για την τάξη, κι ο στρατός ασχολήθηκε με την κατασκευή δρόμων, για τους οποίους καμιά πρόνοια δεν είχε ληφθεί έως τότε από τους Τούρκους. Υπήρχαν αμαξωτοί χωματόδρομοι, στενοί, μόνο έως τα Τριάντα, Κρεμαστή και Παραδείσι, από τους οποίους περνούσαν άμαξες και κάρα. Στα άλλα χωριά η συγκοινωνία γινόταν με μουλάρια, γαϊδούρια και άλογα από μονοπάτια.

Ο Δήμος Ρόδου, με μία προκήρυξη εξέφραζε τον εγκάρδιο χαιρετισμό του λαού. Υπέγραφαν ο δήμαρχος Σάββας Παυλίδης κι ο κυβερνητικός Επίτροπος Αττίλιο Μπρίτσι ,που είχε διορισθεί στο δήμο Ρόδου. Την Κυριακή 2 Ιουνίου η πόλη πήρε εορταστική όψη, αψίδες, σημαίες στα δημόσια κτήρια, τα δε ελληνικά καταστήματα αναρτούσαν Ιταλικές και Ελληνικές σημαίες. Τα σχολεία επίσης εκπροσωπήθηκαν στη γιορτή με Ελληνικές και Ιταλικές σημαίες, κι οι μαθητές έψαλλαν τον Ιταλικό και Ελληνικό ύμνο, τον ύμνο του Διαγόρα και άλλα άσματα.

Πολύ πλήθος είχε συγκεντρωθεί από την πόλη και τα γύρω χωριά στο Μαντράκι, κι όλοι ζητωκραύγαζαν «ζήτω η Ιταλία», «ζήτω η Ελλάς». Κι έτσι το ελληνικό φρόνημα αναπτερωνόταν για μία σύντομη Ένωση με τη μητέρα Πατρίδα. Είχαν την ελπίδα οι Δωδεκανήσιοι ότι η Ιταλία που βρήκε τόσο ένθερμη υποδοχή από το λαό της Δωδεκανήσου και με τη βοήθειά του πάταξε τόσο εύκολα τον κοινό εχθρό, θα ευχαριστιόταν να τον παραχωρήσει στη φυσική του μητέρα.

Μάλιστα, η «Ελληνική Κοινότης της Ρόδου», θεώρησε υποχρέωση να κάνει μνημόσυνο στο μητροπολιτικό ναό για τους Ιταλούς στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη της Ψίνθου και την ίδια μέρα στον Αρχάγγελο έκαναν μνημόσυνο για τον πατριώτη τους που έπεσε στη συμπλοκή με τους Τούρκους. Στο μνημόσυνο της «Κοινότητος Ρόδου» έλαβε μέρος ο στρατηγός Αμέλιο, με το επιτελείο του.

Με την οριστική κατάληψη των νησιών αρχίζει η κανονική ζωή του τόπου κι η Στρατιωτική Διοίκηση καθορίζει τον τρόπο που θα διοικούνται στο εξής. Εκδίδουν σχετικά διατάγματα και γενικά συνεχίζεται η τουρκική νομοθεσία σε ότι αφορά τη σκληρή φορολογία με νέα όργανα στη διοίκηση.

Υπογραφή ειρήνης Ιταλίας-Τουρκίας στη Λωζάννη
Η Τουρκία ύστερα από την κατάληψη της Δωδεκανήσου αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1913 σύμφωνα με την οποία αναγνώριζε την κυριαρχία της Ιταλίας στη Λιβύη, τα δε Δωδεκάνησα θα τα έπαιρνε πάλι αυτή! Ο λαός αισθάνεται μεγάλη απογοήτευση και αποτροπιασμό για τον κίνδυνο επιστροφής  του στον τουρκικό ζυγό.

Διακηρύττουν την ελληνικότητα των νησιών, στέλνουν ψηφίσματα  στο υπουργείο Εξωτερικών της Αγγλίας και ξεκινούν φιλελεύθερες ενέργειες  για τις οποίες οι Ιταλοί άρχισαν να λαμβάνουν βίαια μέτρα. Ξεκίνησαν οι πρώτες συλλήψεις και φυλακίσεις πολιτών που θεωρήθηκαν ταραξίες.

Ενώ ήταν υποχρεωμένοι, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης να παραδώσουν τα νησιά στην Τουρκία, δεν το έπραξαν τότε, γιατί θα τα καταλάμβανε αμέσως ο ελληνικός στρατός. Τα κράτησαν προσωρινά για λογαριασμό τους έλεγαν στους Τούρκους ότι το κάνουν προς όφελός τους, αλλά περίμεναν ευνοϊκή περίσταση να τα κρατήσουν οριστικά. Διόρισαν δήμαρχο και υποδήμαρχο Ιταλούς ενώ στα χωριά αντικατέστησαν δημάρχους με πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους.

Η Ιταλία δεν τήρησε ποτέ την υπόσχεσή της για τα νησιά και σ΄ αυτό τη βοήθησε η χλιαρή στάση των Αγγλικών κυβερνήσεων που δεν επέμειναν να εκπληρωθεί η υπόσχεση. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 η Τουρκία παραχωρούσε στην Ιταλία τα δικαιώματά της στα νησιά, κι έτσι η Ιταλία έμεινε στα Δωδεκάνησα.  Από τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 άρχισε μια νέα περίοδος, σκληρότερη, στη Ρόδο και τα άλλα ιταλοκρατούμενα νησιά.