Η επίσημη ίδρυση Κουρδικού Κράτους

Της Μαίρης Παπανδρέου

Ήρθε το «πλήρωμα του χρόνου» και ο υπερήφανος και γενναίος Κουρδικός Λαός, θα αποκτήσει αυτόνομο και ανεξάρτητο κράτος, με τις «ευλογίες» των ΗΠΑ και της Ρωσίας, παρά τις όποιες ανεδαφικές φωνασκίες του Ερντογάν. Άλλωστε, οι Κούρδοι, πάντα ήταν ένα «ξένο σώμα», τόσο στο Βόρειο Ιράκ, όσο και στη Νότια Τουρκία.

Κι αυτό, αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, καθώς από το 1957 ως εργαζόμενη στη Μουσούλη, με έκπληξη είχα διαπιστώσει πως Κούρδοι και Ιρακινοί, «μπαινόβγαιναν» από το Βόρειο Ιράκ στη Νότια Τουρκία, για κυνήγι κυρίως αγριογούρουνου, χωρίς καμιά διατύπωση, δυσκολία ή πρόβλημα.

Με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ως λαός, οι Κούρδοι ήταν γενναίοι, αποφασιστικοί, έντιμοι, ατρόμητοι, ειλικρινείς στις σχέσεις τους και πιστοί φίλοι. Αν και Μουσουλμάνοι, οι Κούρδισες δεν φορούσαν ούτε αμπάϊ, ούτε φερετζέ, οι ενδυμασίες τους είχαν θαυμάσια ζωηρά χρώματα, χρυσοκέντητα σκουφάκια, συμμετείχαν ισότιμα στην οικογένεια και στις Κουρδικές κοινότητες.

Οι άνδρες δεν φορούσαν κελεμπίες, αλλά πολύχρωμα φαρδιά παντελόνια πιασμένα στον αστράγαλο, φαρδιές υφαντές ζώνες μέσα στις οποίες έκρυβαν το τεράστιο ιδιόμορφο, κοφτερό δαμασκηνό σπαθί τους, είχαν κεφαλοδεσίματα με κρόσσια στην άκρη, ενώ πάνω από τα φαρδομάνικα πουκάμισά τους, φορούσαν εντυπωσιακά περίτεχνα γιλέκα. Επιδέξιοι και ακούραστοι, συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, συνεργάσιμοι, λάτρευαν τους Έλληνες και ήταν ιδιαίτερα κοινωνικοί.

Η υφήλιος γνώρισε τους Κούρδους από τις πρόσφατες εξεγέρσεις τους, όμως, είναι πανάρχαιος λαός, που σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, υπάρχουν από την 10η χιλιετία π.Χ. «Κούρδος», στα περσικά σημαίνει «ήρωας» και το όνομά τους, υπάρχει σε επιγραφές της Ασσυρίας. Ο Ξενοφώντας στην «Κύρου Ανάβαση», τους αποκαλεί «Κάρδους» και ο Στράβων τους παρουσιάζει ως «λαό ανυπότακτο, γενναίο με ικανότητα στη στρατιωτική τέχνη». Θεωρούνται αυτόχθονες της μείζονος περιοχής της Μικράς Ασίας και της Μεσοποταμίας (σημερινό Ιράκ).

Οι Κούρδοι έχουν αυτόνομη γλώσσα, που ανήκει στην ομάδα των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και μοιάζει με τη σύγχρονη γλώσσα των Τσετσένων. Όσο κι αν οι Τούρκοι διατείνονται ότι οι Κούρδοι δεν έχουν γραμματική, διαψεύστηκαν από την Σουηδική Ακαδημία, που παρουσίασε επίτομο «Κουρδικό Λεξικό και Γραμματική», και μάλιστα στη Ρόδο, σε Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Συγγραφείς σε Εξορία», που είχε διοργανώσει το «Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου» υπό την προεδρία του συγγραφέα Κώστα Σκανδαλίδη και την παρουσίαση έκανε ο Πρόεδρος του Εθνικού Συλλόγου Συγγραφέων και Μεταφραστών Βαλτικών Χωρών, Ποιητής Πήτερ Κούρμαν.

Η Κουρδική γλώσσα, είναι πολύ πλούσια και συχνά παρουσιάζει κοινό λεξιλόγιο με την ελληνική και μάλιστα με την Ιωνική διάλεκτο, όπως π.χ. η ελληνική λέξη “οστούν”, στα κουρδικά είναι «ostik», «αστήρ»-«astar», «κούρος»-«kur» και πολλές άλλες.

Τον 12ο και 13ο αιώνα, νομάδες Τούρκων άρχισαν τη διάσπαση του Κουρδικού Κράτους και η κάθοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσικής Δυναστείας των Σαφαβιδών (1502-1736), είχε ως αποτέλεσμα την διάσπαση του Κουρδιστάν σε 2 ελεγχόμενες περιοχές. Το 1597 καλλιεργείται πλέον συστηματικά η «Εθνική Συνείδηση» των Κούρδων. Το 1750 γεννιέται ένα μεγάλο Κουρδικό Βασίλειο που καλύπτει τμήμα του Ιράν. Το 1880 συναντώνται όλοι οι αρχηγοί φυλών του Κουρδιστάν για να συζητήσουν το μέλλον του κράτους τους.

Τον 19ο και τον 20ο αιώνα, η ανακάλυψη των πλουσίων πετρελαϊκών και χρυσοφόρων κοιτασμάτων, έλκυσε το ενδιαφέρον διεθνών οικονομικών συμφερόντων. Και με τη «Συνθήκη των Σεβρών» στις 10 Αυγούστου 1920, οι Ευρωπαίοι περιόρισαν την Τουρκία στην Κεντρική και Βόρεια Ανατολή και με τα Άρθρα 62 & 64 προέβλεπαν την ίδρυση Ανεξάρτητου Κουρδικού Κράτους.

Όμως, με κάποιες ασάφειες της «Συνθήκης», η Τουρκία ποτέ δεν παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της και μετά τον Αύγουστο του 1922 και τον ξεριζωμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού, η Τουρκία έγινε κυρίαρχος ρυθμιστής του παιχνιδιού. Αρμένιοι και Κούρδοι διαγράφηκαν οριστικά από το χάρτη, η Κύπρος παραχωρήθηκε στους Άγγλους και παράλληλα, βελτιώθηκε η συνοριακή γραμμή της Τουρκίας εις βάρος της Συρίας, ενώ το Κουρδιστάν χωρίστηκε στα τέσσερα. Ας μην ξεχνάμε την γενοκτονία των Αρμενίων, και να υπογραμμίσομε πως το πρώτο κράτος που δέχτηκε την Χριστιανή Πίστη, ήταν η Αρμενία, το 35 μ.Χ.
Έγιναν πολλές εξεγέρσεις των Κούρδων, με στόχο την ίδρυση Ανεξάρτητου Κουρδιστάν  (1925,1930,1932).

Οι Κούρδοι επαναστάτες κατέφυγαν στο όρος Αραράτ, με την τρίχρωμη σημαία τους (πράσινο-λευκό-κίτρινο), όμως δέχθηκαν συντονισμένες επιθέσεις Τούρκων με τη βοήθεια της Περσίας και κάτω από τον ασφυκτικό κλοιό Τουρκίας-Σοβιετικής Ένωσης-Ιράν, η Κουρδική εξέγερση ήταν καταδικασμένη. Ο ηγέτης τους, Ιχσάν Νουρί, διέφυγε στο Ιράν, όπου το 1955 έγραψε την Ιστορία του Κουρδιστάν.

Η ίδρυση του “PKK”, του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν και ο ένοπλος αγώνας, υπήρξε το τελικό αποτέλεσμα των διαδοχικών αρνήσεων των τουρκικών κυβερνήσεων, να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες του Κουρδικού Λαού, για αυτονομία, ήταν η κύρια αιτία που δημιουργήθηκαν στα τουρκικά εδάφη Κουρδικοί Πολιτικοί Σύλλογοι που διεκδικούσαν την πολιτική και πολιτιστική αυτονομία τους.

Την αυτονομία, που κυριολεκτικά τρέμουν πολλοί, όχι μόνον για την αριθμητική τους υπεροχή και την μαχητικότητά τους, αλλά διότι τα πλουσιότερα κοιτάσματα πετρελαίου, βρίσκονται στο πρώην Κουρδιστάν, δηλαδή Μουσούλη, Κιρκούκ, Αρμπίλ (=τα Άρβυλα του Μ. Αλεξάνδρου), στο Βόρειο Ιράκ, που υπάρχουν τα σημαντικότερα κοιτάσματα. Σε κάθε σύρραξη στην περιοχή, κράτη όμορα ή όχι, υπόσχονταν στους Κούρδους αυτονομία, μόνον και μόνον για να τους πάρουν με το μέρους τους και να πολεμήσουν γι αυτούς, γνωρίζοντας τον ηρωισμό τους και την μαχητικότητά τους. Πάντα όμως τους πρόδιδαν, αθετώντας τις υποσχέσεις που τους είχαν δώσει.

Οι Κούρδοι του Ιράκ, λάτρευαν τους Έλληνες Μηχανικούς της Εταιρείας Δοξιάδη και τους αποκαλούσαν «αδελφούς». Διατηρούσαν ζωντανή την ανάμνηση του περάσματος του Μ. Αλεξάνδρου από την πατρίδα τους. Ο εκπρόσωπος των Κούρδων του Βόρειου Ιράκ, εργαζόταν ως εργοδηγός στο εργοτάξιο της Μουσούλης. Ήταν ο ευθυτενής, πάντα χαμογελαστός, εργατικός και πρόθυμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της φυλής του,  Τζαμίλ Τζαμά, ο οποίος είχε άλλους έξι “φυσικούς” αδελφούς, όμως «αδελφούς» αποκαλούσε και όλους τους Έλληνες.