Θρησκευτικοί προορισμοί,  μητροπόλεως Ρόδου

Του Σεραφείμ Αθανασίου

Αγαπητή Ροδιακή, καλή σου μέρα, από τον όμορφο Βόλο.

Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, υπό τον τίτλο  «Θρησκευτικοί Προορισμοί» και το οποίο προλογίζει ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρόδου κ.κ. Κύριλλος.

Όπως συνήθως γίνεται  με όλους μας, αρχικά ξεφυλλίζουμε  το όποιο βιβλίο πέσει στα χέρια μας, κοιτάζουμε συγγραφείς, φωτογραφίες και περιεχόμενα, διαβάζουμε σποραδικά κάποιες γραμμές, το αφήνουμε  στη συνέχεια  κάπου  και αν μας αρέσει  το παίρνουμε πάλι στα χέρια μας, αν όχι, το βάζουμε στη βιβλιοθήκη μας και το… διαβάζει εκείνη.

Όμως εδώ, δεν έγινε το ίδιο με το βιβλίο της Μητροπόλεώς σας.  Όταν το πήρα στα χέρια μου δεν το άφησα ούτε για φαγητό. Διάβαζα και θυμόμουνα γεγονότα αγαπημένων προσώπων που δυστυχώς δεν υπάρχουν στη ζωή. Ας γίνω πιο κατανοητός.

Στις σελίδες 10 και 11 , πέρα από το κείμενο, είδα φωτογραφίες της παλιάς πόλης. Είδα τo στενό δρόμο που οδηγεί  στην κόκκινη πόρτα  και πριν από αυτή φτάνουμε στην εκκλησία του  Αγίου Φανουρίου στην οποία-πέρα από τον κυρίως Ναό του Νιοχωρίου που ήταν προϊστάμενος- ιερουργούσε  και στον Άγιο Φανούριο ο καλός και σεβαστός μου φίλος,  Παπά Κυριάκος Μανέττας,

Γι’ αυτόν τον ιερέα (και για άλλους), τον εξαίρετο  εκείνο άνθρωπο, που  ήταν και πρακτικός «ορθοπεδικός γιατρός» και στο λαό της Ρόδου άφησε μια ωραία ανάμνηση θα μου επιτραπεί να  αναφερθώ, στην παρούσα γραφή μου.

Τον παπα Κυριάκο τον είχα καλά γνωρίσει. Ήταν πεθερός του καλυτέρου μου φίλου  και συναδέλφου, χωροφύλακα τροχονόμου, Πέτρου Στάμου. Ο Πέτρος πήρε για σύζυγο την κόρη του Ιερέα, την  Παρασκευή.  Ήταν πατέρας  του γνωστού στο Ροδιακό Λαό  σημερινού Προέδρου των Ξενοδόχων Δωδεκανήσου και τέως Διευθυντού της Ανωτέρας Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων  Ρόδου κ. Θανάση Στάμου, αυτού του δραστήριου και καλοσυνάτου ανθρώπου, που είχε παππού και τον παπα Κυριάκο Μανέττα.

Παππούς επίσης ήταν και του σημερινού ιερέα Κυριάκου  Μανέττα  εφημέριου του παρεκκλησίου Αγίας Ειρήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Αλλά, να και  η, περισσότερο, ενδιαφέρουσα θύμησή μου.

Πρέπει να  ήταν  στη δεύτερη πενταετία  της 10ετίας του 1950 και ένας ιατρός κατά του ιερέα  υπέβαλε μήνυση, για  παράνομη άσκηση ιατρικού επαγγέλματος. Ήρθε η ημέρα της δικασίμου και  το δικαστικό Μέγαρο  δεν χώραγε άλλο  περίεργο κόσμο. Μέχρι και έξω στα σκαλοπάτια  «σωρό» τα κεφάλια των περιέργων. Τα δε δικά μας μέτρα τάξεως  βρισκόντουσαν σε μεγάλη ένταση.

Μονομελές το δικαστήριο και στη έδρα  ανέβηκε ο πρωτοδίκης Βουγιουκαλάκης Γιώργος, ένας  πανύψηλος   Κρητίκαρος με Εισαγγελέα  τον Περικλή Παναγιωτόπουλο.
Εκλήθη ο κατηγορούμενος ιερέας  και ήρεμος στρογγυλοκάθισε στο εδώλιό του.

Άρχισε την κατάθεσή του ο μηνυτής γιατρός και δικαιολογημένα είπε τα δικά του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος παράνομα  ασκεί και το επάγγελμα του ιατρού και οπωσδήποτε κάνει κακό  στη δική του επιστήμη. Κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας(όλοι γιατροί)  και υπερασπίσεως (όλοι ιαθέντες  από τον ιερέα) και κάποια στιγμή  ήρθε  και η σειρά  του κατηγορουμένου.

-Τι έχετε να πείτε κατηγορούμενε, τον ρωτά ο Βουγιουκαλάκης.
-Κύριε Πρόεδρε όταν έρθει στο σπίτι μου ένας άνθρωπος  με  βγαλμένο χέρι ή πόδι  πώς να τον διώξω ενώ γνωρίζω ότι μπορώ να τον κάνω αμέσως καλά! Γιατί να τον αφήσω να κλαίει  από τους πόνους!

-Και πως τον κάνει αμέσως εσύ καλά, μάγος είσαι;
-Μάγος δεν είμαι, αλλά πρακτικά μπορώ να τον κάνω καλά.
-Και πως γίνεται αυτό;
-Γίνεται και παρά γίνεται  κ. Πρόεδρε  και-αν μου επιτρέπετε- για να πειστείτε, μπορώ τώρα εδώ μπροστά σας,  να εκτελέσω ένα πείραμα;

-Ο Βουγιουκαλάκης  περίεργος κοιτάζει τον Εισαγγελέα και εκείνος  με την κίνηση του κεφαλιού συγκατάνευσε στο «πείραμα». Και ο Πρόεδρος προς τον κατηγορούμενο.
-Για να δούμε τι θα μας κάνεις τώρα και τι περιστέρια χωρίς φτερά  θα μας βγάλεις από το ράσο σου.

Τα έδρανα των δικηγόρων  γεμάτα νομικούς. Ο Τσαβαρής  που ήταν και πολιτική αγωγή με μισόκλειστα μάτια κοίταζε απορημένος τον παπά. Το δε πολυπληθές ακροατήριο πατείς με πατώσε  και σπρώχνοντας  ο ένας τον άλλο με πέρα-δώθε τα κεφάλια  για να βλέπει καλύτερα, περίμενε ανήσυχο  να δει και εκείνο  τα όσα θα συνέβαιναν.
Και  ο ιερέας (που ήταν προετοιμασμένος) γυρίζει το κεφάλι του προς την έξοδο  και με ένα νόημα  λέει σε κάποιον να πλησιάσει.

Αυτός ο κάποιος κρατούσε στην αγκαλιά του ένα  πανέμορφο μικρό  αρνάκι  και το δίνει στον ΠαπαΚυριάκο. Εκείνος κρατά το σχοινάκι  που η μια του άκρη ήταν δεμένη στο λαιμό του και το αφήνει κάτω.
Το αρνάκι φοβισμένο μέσα σε τόσο κόσμο βέλαζε και έτρεχε εδώ και εκεί  ενώ ο παππάς το κρατούσε από την άλλη άκρη. του σχοινιού.

Το σηκώνει στα χέρια του, το  χάιδεψε   και χωρίς  να ακουστεί ούτε  ένα βέλασμα   κάτι του έκανε και το άφησε στο δάπεδο. Ήταν τελείως  παράλυτο δεν μπορούσε να κουνήσει  κανένα από τα ποδαράκια του, όμως ήταν ήσυχο, δεν  φώναζε, δεν έκλαιγε. Όλοι κοίταζαν πότε τον παπά  και πότε το παράλυτο αρνάκι. Ο  εξαίρετος δικηγόρος Τσαβαρής έξυνε το κεφάλι του  και γελούσε.

Με εντολή του Βουγιουκαλάκη  ο κατηγορούμενος σήκωσε στα χέρια του το  αρνάκι  το οποίο ύστερα από ένα λεπτό  χοροπήδαγε  καλύτερα από πριν.

Μίλησε Εισαγγελέας και πολιτική αγωγή (υπεράσπιση δεν υπήρχε) και ύστερα από λίγο.
Αθώος ο κατηγορούμενος, είπε ο Βουγιουκαλάκης  και ο ιερέας  έφυγε από το Δικαστικό Μέγαρο  με κάτι χειροκροτήματα  που ήταν όλα δικά του. Τον χειροκροτούσε ο κόσμος που τον είχε κάνει καλά χωρίς να παίρνει χρήματα  και όχι μόνο δεν έπαιρνε μία, αλλά, αν καταλάβαινε ότι δεν είχε, του έδιδε κιόλας, για να πάρει γάζες  και οινόπνευμα.
Επιτρέψτε μου όμως να συνεχίσω.

Στις σελίδες  12 και 13  του ιδίου βιβλίου  που αναφέρεται στον Άγιο Παντελεήμονα  και σε μια οδό Αλχαδέφ , εγώ θυμήθηκα ένα μεγάλο κατάστημα που βρισκόταν  στο πρώτο σιντριβάνι της παλιάς πόλης και σε κάποιο στενό πίσω από την οδό Σωκράτους και σε  κάθετο  δρόμο.

Το κατάστημα αυτό αν θυμάμαι καλά λεγόταν «υφάσματα Αλχαδέφ».Είχε κάπου 5-6 υπαλλήλους και  διευθυντής του ήταν  ο κυρ Αναστάσης,  που  ο κόσμος τον γνώριζε σαν  τον «κοντό της Χώρας». Ήταν Νάνος  και στο ύψος δεν υπερέβαινε του μέτρου.
Αυτός ο «κοντός της Χώρας»  ήταν ο πιο έξυπνος άνθρωπος  με κάπου 7 ξένες γλώσσες  και τόσο καλοσυνάτος που χαιρόταν κανείς να συνομιλεί μαζί του. Έμεινε στο Νιοχώρι  στην οδό Δηλμπεράκη δίπλα στο Φαρμακείο του  Αγαπητίδη   και νομίζω στην οικογένεια του αδελφού του.

Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και τη διαδρομή Νιοχώρι-παλιά πόλη  την έκανε με τα πόδια  και επειδή το ένα του πόδι ήταν μικρότερο από το άλλο περπατώντας πήγαινε πέρα-δώθε.Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος ο κυρ Αναστάσης και  ειλικρινά  συγκινήθηκα που εξ αιτίας μιας λέξης  που διάβασα στο βιβλίο «Αλχαδέφ», ήρθε στη θύμησή μου εκείνος ο καλός άνθρωπος.
Το ίδιο βιβλίο, σελίδα 54,αναφέρεται στη  «Ιερά μονή Παναγιάς Φιλέρημου» . Διαβάζοντας , τα  της Μονής,  ομολογώ ότι  πολλά που δεν γνώριζα  έμαθα  και  φευγαλέα ήρθαν στο νου μου και  κάποια που συνέβησαν -αν δεν κάνω λάθος- το καλοκαίρι του έτους 1956.

Εκεί στο χώρο της Μονής γινόταν μια θρησκευτική πανήγυρη και  κατά χιλιάδες ο κόσμος είχε μεταβεί στο Φιλέρημο και διασκορπισμένοι έψηναν αρνιά σε διάφορα σημεία του απέραντου υπαίθριου Χώρου.
Εις ενίσχυση του Σταθμού Χωροφυλακής Τριαντών, από τη Ρόδο πήγαν αρκετοί άνδρες- μεταξύ των οποίων και εγώ- για την λήψη μέτρων τάξεως κατά μήκος του δρόμου Τριαντών-Φιλέρημου, αλλά και στο χώρο της πανηγύρεως.

Ήρθε ο Δεσπότης Σπυρίδων, ήρθαν οι Αρχές  και μετά τη θεία λειτουργία  Δεσπότης και επίσημοι ανέβηκαν στον πρώτο όροφο ενός κτίσματος, ίσως στο Αρχονταρίκι, προκειμένου  να ευχηθούν στο Δεσπότη και να πάρουν την ευλογία του και  μετά από λίγη ώρα άρχισαν να κατεβαίνουν την-αν καλά θυμάμαι-ξύλινη σκάλα.Με ένα συνάδελφό μου είχα διαταχθεί και βρισκόμουνα  δίπλα στη σκάλα και στρατιωτικά χαιρετούσα  τον όποιο επίσημο κατέβαινε.
Κόσμος πολύς περίμενε να πάρει την ευλογία του Δεσπότη ο οποίος,  βγαίνοντας από το Αρχονταρίκι, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα  κοιτάζοντας τον κόσμο με χαμόγελο. Όμως, στο προ τελευταίο  σκαλοπάτι  παραπάτησε και… ούτε που κατάλαβα πως άνοιξα σε διάσταση τα χέρια μου  και βρέθηκα μπροστά του.

Σωριάστηκε με δύναμη  πάνω μου γιατί αλλιώς φαρδύς-πλατής θα βρισκόταν στο πλακόστρωτο. Του είχε φύγει πατερίτσα  και  καλυμμαύχι. Ήρθε κοντά μας  πολύς κόσμος και εκείνος χαμογελώντας αλλά ταραγμένος  τους ευχαριστούσε.
-Που υπηρετείς παιδί μου;
- Είμαι προϊστάμενος στο Μεταγωγών της  Ρόδου, Σεβασμιότατε.
-Είσαι ευχαριστημένος εκεί;
- Απόλυτα, Σεβασμιότατε.

-Ότι θέλεις παιδί μου έλα να  με βρεις, θα σε περιμένω.
-Σας ευχαριστώ Σεβασμιότατε.
-Εγώ σε ευχαριστώ παιδί μου, που με κράτησες, θα έτρωγα τα μούτρα μου  αν δεν βρισκόσουν εδώ.

Δυο-τρεις φορές πήγα στο γραφείο του  Δεσπότη Σπυρίδωνα  έτσι για να τον δω  και βλέποντάς με  με δεχόταν, με τόση χαρά και καλοσύνη, εκείνος ο ευγενής και αριστοκράτης την καταγωγή  Δεσπότης. Δεν του ζήτησα ποτέ τίποτε  και γι΄ αυτό  κακίζω τον εαυτό μου.

Τον κακίζω γιατί,  όταν το 1965  ήρθε η μετάθεσή μου έπρεπε να πάω να τον βρω και να τον παρακαλέσω  να μεσολαβήσει και να μη φύγω από την αγαπημένη μου Ρόδο. Το είχα προς στιγμή σκεφθεί,  απέρριψα  όμως  τη σκέψη μου και καλά να πάθω. Αν και- εδώ  που τα λέμε- δεν πέρασα και άσχημα εδώ στο Βόλο που με φέρανε και ακόμη ζω.
Στις σελίδες 58 και 59  το βιβλίο περιγράφει την Παναγιά της Κρεμαστής.
Και  εδώ θυμήθηκα μια άλλη ιστορία. Διαβάστε την.

Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του έτους 1958 ή 1959 και στο  μεγάλο περίβολο  του μικρού ιερού Ναού που είχε κατεδαφιστεί προκειμένου να αναγερθεί μεγαλύτερος ήταν διασκορπισμένα διάφορα οικοδομικά υλικά (πέτρες, ασβέστης, τούβλα κ.λ.π.) όμως ο χώρος που ήταν τοποθετημένη η μεγάλη εικόνα της Παναγίας ήταν ανέπαφος και εκεί ιερουργούσε  ο αξιαγάπητος Παπά Σπύρος, εκείνος ο δραστήριος ιερέας  που ήταν και δικός μου πολύ καλός φίλος.

Μια μέρα εκείνου του καλοκαιριού  από τον έντυπο τύπο  έμαθε ο κόσμος ότι επρόκειτο συγκεκριμένη μέρα  να επισκεφθεί τη Ρόδο ο Πρωθυπουργός Καραμανλής Κων/νος.

Τότε όταν ερχόταν  ο Καραμανλής στη Ρόδο (και ερχόταν τακτικά)στα ενδιάμεσα χωριά από το Αεροδρόμιο Μαριτσιών (ο μοναδικός δρόμος  που οδηγούσε στη Ρόδο και μπροστά στην εκκλησία της Κρεμαστής και του  Αστυνομικού Τμήματος των  Τριαντών(και φυσικά με κάποια  τοπική  πολιτική (προς τους πολίτες) παρότρυνση συγκεντρωνόταν αρκετός κόσμος για να υποδεχθεί  κατά την διέλευσή του τον Πρωθυπουργό της Χώρας.

Ο παπά Σπύρος πήρε και τη γνώμη δύο φίλων του  στο πως  μπορούσε να σταματήσει  το Πρωθυπουργικό αυτοκίνητο μπροστά στην εκκλησία της Κρεμαστής, ενώ θα ήταν δύσκολο με τα μέτρα τάξεως  που θα έπαιρναν  τα αρμόδια όργανα.

Οι φίλοι του που ρώτησε πως μπορούσε να  γίνει αυτό ήταν η αφεντιά μου και ο ενωμοτάρχης Κουλούρης που ήταν  επικεφαλής της ομάδος που φύλαγαν το Αεροδρόμιο. Του είπαμε τι μπορούσε να κάνει ,μας ευχαρίστησε  και περίμενε.
Ήρθε ο Καραμανλής και από το αεροδρόμιο  με ανοικτό αυτοκίνητο ( τότε δεν υπήρχαν οι σημερινοί φόβοι  των μολότοφ και άλλων παιχνιδιών) πήρε το δρόμο για την πόλη της Ρόδου.

Μπροστά στην εκκλησία της Κρεμαστής κόσμος πολύς δεξιά και αριστερά του δρόμου  περίμενε τον Καραμανλή  να τον χειροκροτήσει. Το αυτοκίνητό του ανέκοψε ταχύτητα και ο παπα Σπύρος που βρισκόταν ακριβώς πίσω μου ανάμεσα στον κόσμο και με ένα τράβηγμα από μένα του ράσου του, ως άλλος Παπαφλέσσας με ανοιχτά στην έκταση χέρια του  πετάγεται μπροστά στο αυτοκίνητο του Πρωθυπουργού ενώ εγώ  έτρεχα κοντά του βάζοντας-δήθεν- τις φωνές γιατί «πετάχτηκε έτσι» μπροστά στον κ. Πρωθυπουργό, ενώ εκείνος μου φώναζε ότι θέλει να χαιρετίσει τον κ. Πρόεδρο.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά του και με ένα Καραμανλή να χαμογελά στον ιερέα και να του κάνει νόημα να πλησιάσει.

-Καλώς ορίσατε στο χωριό μας κ. Πρωθυπουργέ. Και η θαυματουργή  εικόνα της Παναγίας   και εκείνη  σας χαιρετά, ελάτε να τη δείτε μέσα στα μπάζα της.

-Ήθελε δεν ήθελε κατέβηκε ο Καραμανλής και πήγε κοντά στο υπό κατασκευή έργο, αφού πρώτα ασπάστηκε την εικόνα. Παπα Σπύρος και Καραμανλής  περπατούσαν ανάμεσα στα μπάζα, τα έλεγαν και γελούσαν σαν δυο καλοί γνώριμοι φίλοι ενώ ο κόσμος περίμενε.

Δεν ξέρω τι του είπε και πόσα χρήματα τότε έδωσε η Κυβέρνηση  για την εκκλησία της Κρεμαστής. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το έργο κάποτε τελείωσε και όποτε πηγαίναμε στην εκκλησία με δική του εντολή στους επιτρόπους, εκείνοι, εμένα και τον συνάδελφό μου Κουλούρη, μας οδηγούσαν  στα «δικά» μας στασίδια που βρισκόντουσαν δίπλα στους ιεροψάλτες.

Ειλικρινά με συστολή, εγώ και ο Κουλούρης, δεχόμαστε αυτή την τιμή, πηγαίναμε  όμως στα στασίδια μας, επειδή  ο παπαΣπύρος ( ο Παπαφλέσσας της Κρεμαστής)- αν δεν πηγαίναμε- ήταν ικανός να περάσει έξω από το ιερό  και  κρατώντας το θυμιατό του  με  το ζόρι να μας οδηγήσει στους… θρόνους μας.

Εν κατακλείδι  και χωρίς να είμαι κριτικός  βιβλίων-γιατί δεν έχω αυτή την ικανότητα- θέλω να πω πως το  βιβλίο «Θρησκευτικοί Προορισμοί» της Ι.Μ. Ρόδου, δεν πρέπει να λείπει από κανένα Χριστιανικό σπίτι,  των κατοίκων  αυτής της νήσου.

 Βέβαια και οι τουρίστες ή ο οιοσδήποτε  περαστικός, διαβάζοντάς το, πολλά  θα μάθει  για την Ιστορία των Ιερών Ναών και Μοναστηριών της Ρόδου. Ο Ροδίτης όμως-και ως Χριστιανός-αυτό το καλαίσθητο βιβλίο των 72 μόνο σελίδων αν το πάρει στα χέρια του και το διαβάσει πολλά έχει να ωφεληθεί  και  πηγαίνοντας στους χώρους προσευχής  θα αισθάνεται πιο όμορφα γνωρίζοντας και την ιστορία τους. Εγώ  ο «ξένος» τους το συνιστώ, εκείνοι ας μεριμνήσουν  να το αποκτήσουν!

Σεβασμιότατε κ.κ. Κύριλλε, μέσω της Ροδιακής, δεχθείτε σας παρακαλώ  τα συγχαρητήριά μου για το ωραίο και κατατοπιστικό βιβλίο της Μητροπόλεώς σας «Θρησκευτικοί Προορισμοί» από το οποίο πολλά που και εγώ αγνοούσα, έμαθα. Και παράλληλα επιτρέψτε μου, από τον όμορφο Βόλο,  να σας στείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ, επειδή-και εν αγνοία σας-εμένα προσωπικά  με γυρίσατε  κάπου εξήντα χρόνια πίσω και  θυμήθηκα (τότε που και εγώ βρισκόμουνα στην πλανεύτρα Ρόδο)αξιόλογους ανθρώπους, τους οποίους ποτέ βέβαια δεν ξέχασα αλλά με το  δικός σας βιβλίο η μνήμη μου αναπόλησε  συγκινητικά γεγονότα  τα οποία-θα τολμήσω να πω- δάκρυα έφεραν στα γέρικά μου μάτια.

Ειλικρινά θερμά, ολόθερμα, σας ευχαριστώ και/ εκεί στο ακριτικό μας  πανέμορφο νησί της Ρόδου/ ο Θεός  να σας προστατεύει εσάς και το ποίμνιό σας.